ΒΟΥΛΗ

Τι είπαν σήμερα στη Βουλή οι εκπρόσωποι των ΑΕΙ στο πλαίσιο του Εθνικού Διαλόγου

Δημοσίευση: 12/02/2016
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Στη σημερινή (11 Φεβρουαρίου) συνεδρίαση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων παρευρέθησαν φορείς και εκπρόσωποι από το χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και των Ερευνητικών Κέντρων. Πιο συγκεκριμένα, στη συνεδρίαση συμμετείχαν εκπρόσωποι της ΠΟΣΔΕΠ, της ΟΣΕΠ-ΤΕΙ, της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών, το Προεδρείο της Συνόδου των Πρυτάνεων, το Προεδρείο των Προέδρων των ΤΕΙ καθώς και Πρόεδροι Ερευνητικών Κέντρων.

Εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείαςτη συνεδρίαση παρακολούθησε η Αναπληρώτρια Υπουργός Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου, καθώς και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας Γιάννης Παντής.

Στη διάρκεια της συνεδρίασης τέθηκε πληθώρα θεμάτων από τους εκπροσώπους της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και των Ερευνητικών Κέντρων. Πιο αναλυτικά, αναφέρθηκε η αναγκαίοτητα ύπαρξης ενός Ενιαίου Χώρου Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Έρευνας, ούτως ώστε να καταστεί εφικτή η διακτίνωση της γνώσης σε όλα τα πεδία παραγωγής και διάδοσής της. Σημειώθηκε, επίσης, η ανάγκη παύσης της «αιμορραγίας» του επιστημονικού προσωπικού της χώρας μέσω της φυγής των νέων επιστημόνων προς το εξωτερικό, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της επένδυσης στην έρευνα και της πρόσληψης νέων επιστημόνων στο χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Η Αναπληρώτρια Υπουργός Παιδείας, Σία Αναγνωστοπούλου, ενημέρωσε τους βουλευτές και τους φορείς ότι το Υπουργείο θα προχωρήσει άμεσα σε προσλήψεις νέων επιστημόνων και ότι θα δόθουν υποτροφίες για έρευνα, ούτως ώστε να περιοριστεί το φαινόμενο του braindrain.

Η ανάγκη χρηματοδότησης απασχόλησε όλους τους φορείς και συζητήθηκε ευρύτατα μεταξύ φορέων και βουλευτών όλων των κομμάτων. Τα Προεδρεία της Συνόδου των Πρυτάνεων, της Συνόδου των Προέδρων των ΤΕΙ και της Συνόδου των Προέδρων των Ερευνητικών Κέντρων, καθώς και οι εκπρόσωποι της ΠΟΣΔΕΠ, της ΟΣΕΠ-ΤΕΙ, και της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών, εξέθεσαν αναλυτικότατα τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν και εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία για την εύρυθμη και ουσιαστική εκπαιδευτική λειτουργία η επαρκής χρηματοδότησή τους.

Επιπροσθέτως, στη σημερινή συνεδρίαση συζητήθηκε το θέμα των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ, η ελεύθερη είσοδος στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, οι μετεγγραφές των φοιτητών, η ανάγκη αναθεώρησης του χάρτη των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ στην Ελλάδα, καθώς και η αποδοτικότητα ή μη του νόμου 4009/2011, γνωστού και ως «νόμου Διαμαντοπούλου» για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Τέλος, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου, Γιάννης Παντής, ανέφερε πώς η ιδιωτική πρωτοβουλία δε βρίσκεται σε θέση να αξιοποιήσει τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξάγονται από τα Ερευνητικά Κέντρα και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προτάσεις κι επισημάνσεις ακούστηκαν από τους εκπροσώπους των φορέων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη συνεδρίαση της  Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, στο πλαίσιο του Εθνικού Διαλόγου.

Ειδικότερα:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΕΤΡΑΚΟΣ (Εκπρόσωπος της Συνόδου των Πρυτάνεων των Α.Ε.Ι.):

Κυρία Υπουργέ, κύριοι Βουλευτές βρίσκομαι εδώ μαζί με τον κ. Δημόπουλο, τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου της Αθήνας, ως εκπρόσωποι της Συνόδου των Πρυτάνεων, για να συζητήσουμε για ένα πολύ κρίσιμο ζήτημα για τη χώρα που αφορά το δημόσιο αγαθό της γνώσης, της παιδείας, της εκπαίδευσης, το πώς παράγεται και πώς μεταδίδεται η γνώση στη νέα γενιά. Έχει σημασία, λοιπόν, όταν συζητούμε για αυτό το αντικείμενο να έχουμε όσο το δυνατόν ξεκαθαρισμένες απόψεις, αντιλήψεις σε σχέση με το ποια είναι τα προβλήματα, όπως είπε και η κυρία Υπουργός, και ποια απ’ αυτά χρήζουν νομοθετικής παρέμβασης, ποια άλλα έχουν σχέση με τη χρηματοδότηση.

Έχει, όμως, επίσης, σημασία να έχει κανείς μια σφαιρική αντίληψη του τι είναι αυτή τη στιγμή το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, θα αναφέρομαι στα πανεπιστήμια επειδή τα εκπροσωπώ, αλλά σε μεγάλο βαθμό ό,τι λέω αφορά και τα Τεχνολογικά Ιδρύματα. Έχει σημασία, λοιπόν, να έχει κανείς μια σφαιρική αντίληψη του τι αποτελεί σήμερα το Ελληνικό Πανεπιστήμιο για τη χώρα, ποια είναι τα ισχυρά του σημεία, ποια είναι τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα, ποιες είναι οι αδυναμίες του και τι ακριβώς έρχεται κανείς να «θεραπεύσει» με νομοθετικές παρεμβάσεις.

Θα έλεγα λοιπόν, εισαγωγικά και μόνο, ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο τις τελευταίες δεκαετίες έχει κάνει σημαντική πρόοδο. Παρέχει πολύ ικανοποιητικές σπουδές σε ένα πολύ μεγάλο εύρος επιστημονικών πεδίων, τις παρέχει δωρεάν, στο προπτυχιακό τουλάχιστον επίπεδο.

Έχει καταφέρει να καλύψει τις μορφωτικές ανάγκες της χώρας σε ποσοστά αντίστοιχα με αυτά του ευρωπαϊκού μέσου όρου με πολύ ικανοποιητικό τρόπο.

Διαθέτει υψηλής ποιότητας επιστημονικό δυναμικό και αυτό δεν το λέμε εμείς, το λένε οι αξιολογήσεις, οι οποίες έχουν γίνει διαμέσου της ΑΔΙΠ από ανεξάρτητους αξιολογητές, οι οποίοι αξιολόγησαν το σύνολο των τμημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων και το σύνολο των πανεπιστημίων.

Ταυτόχρονα, έχει αρκετά υψηλές επιδόσεις τον τομέα της έρευνας, είτε κανείς αυτό το μετρά με την ικανότητα προσέλκυσης ερευνητικών πόρων από ευρωπαϊκές και διεθνείς πηγές, είτε το μετρά με το δημοσιευμένο έργο, είτε το μετρά με την απήχηση του δημοσιευμένο έργου. Τα ελληνικά πανεπιστήμια, πλέον, εμφανίζονται με έναν ικανοποιητικό τρόπο σε πολλές διεθνείς λίστες κατάταξης.

Συνεπώς, είναι σε μεγάλο βαθμό ένα διεθνοποιημένο σύστημα έρευνας και εκπαίδευσης και στα δύο του σκέλη, περισσότερο θα έλεγα στο σκέλος της έρευνας, λιγότερο της εκπαίδευσης, παρόλα αυτά συμμετέχει σε μια σειρά από κοινά εκπαιδευτικά προγράμματα με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και άλλα πανεπιστήμια, μέσω είτε των προγραμμάτων ERASMUS, είτε μέσω κοινών μεταπτυχιακών προγραμμάτων.

Αυτό το σύστημα παραγωγής γνώσης και μετάδοσης της γνώσης έχει μια σειρά από ελλείψεις, έχει μια σειρά από αδυναμίες, οι οποίες πρέπει να θεραπευτούν. Η πρώτη κατηγορία, την οποία δεν θα αναπτύξω, έχει να κάνει κυρίως με τη χρηματοδότησή του, είτε τη χρηματοδότηση των λειτουργικών αναγκών, η οποία έχει περιοριστεί πάνω από 60% τα τελευταία πέντε χρόνια και έχει οδηγήσει αρκετά ιδρύματα στο όριο της απελπισίας, είτε έχει να κάνει με τις ελλείψεις προσωπικού, είτε έχει να κάνει με τις ελλείψεις υποδομών.

Αυτά τα προβλήματα τα συζητάμε με το Υπουργείο, έχουμε εκτενείς συνομιλίες και έχουμε προτείνει, ως Σύνοδος, λύσεις, τουλάχιστον για αυτά, τα οποία μπορούν να θεραπευτούν άμεσα. Για παράδειγμα, έχουμε έρθει σε επικοινωνία, ως Υπουργείο, αλλά και με τη δική μας συμβολή, με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και από κει περιμένουμε τουλάχιστον μία υποστήριξη στο ζήτημα των υποδομών.

Υπάρχουν προβλήματα, λοιπόν, που έχουν να κάνουν με τη δυσχερή θέση που βρίσκεται η χώρα, υπάρχουν, όμως, προβλήματα, που έχουν να κάνουν και με το πλαίσιο λειτουργίας μας, το θεσμικό μας πλαίσιο, με την ευρύτερή του, όμως, έννοια.

Σ’ αυτά εντάσσω δύο κατηγορίες προβλημάτων.

Η μια έχει να κάνει κυρίως με τη γραφειοκρατία, η οποία συνοδεύει την παραγωγή του έργου μας. Το διοικητικό βάρος τού να παράγεις και να διαδίδεις τη γνώση σήμερα είναι ιδιαίτερα υψηλό στην Ελλάδα. Παρότι είμαστε αυτοτελή ιδρύματα, από τον νόμο μάς παρέχεται μία αυτοδυναμία στη λειτουργία, αυτό ισχύει μόνο ως προς τις διαδικασίες εκλογής της διοίκησης των ιδρυμάτων.

Παρότι γίνεται πολύς λόγος για το πώς εκλέγεται ένας πρύτανης ή πώς εκλέγεται ένας κοσμήτορας, σπάνια συζητιέται τι μπορεί να κάνει ένας πρύτανης ή ένας κοσμήτορας, ποιο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να λειτουργήσει, ποιες δυνατότητες έχει να υλοποιήσει το έργο του, χωρίς να είναι αλυσοδεμένος από μια σειρά διαδικασίες, κυρίως την οικονομική διαχείριση των πόρων του πανεπιστημίου.

Αυτά, λοιπόν, τα προβλήματα χρήζουν αντιμετώπισης, κάποια απαιτούν παρεμβάσεις ρυθμιστικού τύπου και σημειακές, που κατά κάποιο τρόπο εξομαλύνουν λίγο τον τρόπο λειτουργίας μας και η Σύνοδος έχει καταθέσει έναν κατάλογο με τέτοιες προτάσεις στον Υπουργό και στην Υπουργό και ευελπιστούμε ότι σύντομα αυτές θα μπουν στην κοινοβουλευτική διαδικασία, κάποια άλλα, όμως, έγκεινται μιας μεγαλύτερης συζήτησης, την οποία φαντάζομαι, ότι είναι αυτή, η οποία το Ελληνικό Κοινοβούλιο θέλει να κάνει.

Έχει να κάνει αυτή η συζήτηση, με το πώς οργανώνονται μια σειρά διαδικασίες, ανέφερε και η Υπουργός, όπως π.χ. τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, για τα οποία γίνεται σημαντικός λόγος ή ακόμα οι διοικήσεις των ιδρυμάτων και πώς αποτιμάται όλη αυτή η εμπειρία που είχαμε τα τελευταία χρόνια, με την λειτουργία των συμβουλίων, των πρυτανικών αρχών, των συγκλήτων, σε ένα σύστημα το οποίο έχει δεχτεί και επικρίσεις και έχει προκαλέσει έντονο διάλογο.

Σε αυτά τα θέματα, η Σύνοδος θέλει να τοποθετηθεί και αυτή ήταν και η απόφαση της, στην τελευταία σύνοδο του Δεκεμβρίου, ζητήσαμε να έχουμε τον χρόνο εκείνο που απαιτείται, έτσι ώστε να επεξεργαστούμε θέσεις και για τα ζητήματα της διοίκησης του Πανεπιστημίου και για όλα όσα αυτά, τα οποία κατά το παρελθόν, έχουν προκαλέσει και εντάσεις και συζητήσεις και πολώσεις, να μπορέσουμε με έναν νηφάλιο τρόπο να τα αποτιμήσουμε και να τοποθετηθούμε, με γνώμονα πάντοτε, το τι βοηθάει καλύτερα το Πανεπιστήμιο να εκτελέσει την αποστολή του.

Σε γενικό επίπεδο νομίζω ότι δεν θα ήθελα να πω περισσότερα, ίσως είναι πιο παραγωγικό να ακούσουμε, ενδεχομένως, ερωτήσεις από την Υπουργό ή από τους Βουλευτές και να μπορέσουμε να κάνουμε έναν πιο ουσιαστικό διάλογο πάνω σε αυτά τα θέματα. Ευχαριστώ.
 
ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ – Εκπρόσωπος της ΠΟΣΔΕΠ :

Έχουμε ξανατοποθετηθεί  για το θέμα του Εθνικού διαλόγου. Επί της αρχής, έχουμε επισημάνει ότι είναι πάρα πολύ θετικό, το ότι η Κυβέρνηση ξεκίνησε έναν Εθνικό διάλογο για την Παιδεία, το οποίο το είχε ζητήσει και η ΠΟΣΔΕΠ , σε ανύποπτο χρόνο παλαιότερα.

Έχουμε επίσης τοποθετηθεί και συζητήσει και με την κυρία Υπουργό, για να εκφράσουμε τις επιφυλάξεις μας, για τον τρόπο τον οποίο έχει επιλέξει η Κυβέρνηση να κάνει αυτόν τον διάλογο και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, υπάρχει μια ισχυρή επιφύλαξη για την μεθοδολογία, και όσον αφορά στην επιλογή της επιτροπής Εθνικού διαλόγου, όπου είδαμε ότι εκτός από την σύνοδο πρυτάνεων και τη σύνοδο προέδρων ΤΕΙ, δεν υπάρχουν άλλοι θεσμικοί φορείς. θα λέγαμε, ότι μάλλον δεν αρκεί μια δεκαπεντάλεπτη  παρουσία των φορέων σε μια συνεδρίαση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων, αν θέλουμε ο διάλογος  να είναι ουσιαστικός , ευρύς , δημοκρατικός  και να αγγίξει όλα τα ζητήματα  και όλα  τα επίπεδα της ελληνικής Παιδείας .

Υπάρχουν  επίσης  κάποια  δείγματα, τα οποία μας προβληματίζουν και τα οποία επίσης τα έχουμε θέσει στην Υπουργό, όπως για παράδειγμα, ότι έχουν ανακοινωθεί 2-3 σχέδια νόμου, που έχουν αποσυρθεί και έχουν ξανάρθει, και αυτό μας προβληματίζει, για το κατά πόσο υπάρχει μια συγκροτημένη βούληση και σχεδιασμός της Κυβέρνησης για κάτι συγκεκριμένο.

Μέσα από αυτά τα σχέδια νόμου που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα διακρίνουμε ένα άγχος, μια αναζήτηση για να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο διοίκησης των Πανεπιστημίων. Το να λέγεται πολλές φορές, ότι πρέπει να επανέλθει η δημοκρατία στα Πανεπιστήμια λες και δεν έχουμε δημοκρατία αυτή τη στιγμή, πραγματικά δεν αντιλαμβανόμαστε αυτές τις αναζητήσεις.

Χαίρομαι που η Υπουργός δηλώνει, ότι δεν είναι στις προθέσεις της να είναι προσχηματικός ο διάλογος, γιατί πράγματι έχει ακουστεί αυτό και χαίρομαι, που λέει, ότι δεν έχουν προαποφασιστεί πράγματα.

Από την άλλη μεριά, όμως, οφείλω να επισημάνω, ότι διάλογος σημαίνει, ότι διαλέγονται δύο πλευρές.

Από τη στιγμή που ξεκινάμε και δεν έχουμε τις θέσεις της Κυβέρνησης κατατεθειμένες, τι διάλογος είναι αυτό; Δεν θα έπρεπε η Κυβέρνηση που έχει την ευθύνη να νομοθετήσει - και φυσικά κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό - να βάλει στο τραπέζι κάποιες βασικές κατευθύνσεις;

Για μας, θα έπρεπε, αλλά δεν έχει γίνει.

Τώρα όσον αφορά στην καταγραφή αυτή τη στιγμή των βασικών προβλημάτων, για την ΠΟΣΔΕΠ δεν υπάρχουν μεγάλα θέματα θεσμικά, που θα πρέπει να ρυθμιστούν αυτή τη στιγμή και αναφέρομαι, κυρίως, στο μοντέλο διοίκησης των Πανεπιστημίων.

Νομίζουμε - και έχουμε πάρει θέση στο παρελθόν - ότι αυτό αυτή τη στιγμή σε γενικές γραμμές είναι εντάξει και δεν θα πρέπει να μας αποπροσανατολίσει και να στρέψουμε εκεί την προσοχή μας.

Νομίζω, ότι το βασικό πρόβλημα που το θέτουν όλοι, το έθεσε και η κυρία Υπουργός είναι η χρηματοδότηση.

Αυτή τη στιγμή, όπως ανέφερε και ο κ. Πετράκος, υπάρχει μια μείωση της χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων - γενικά της εκπαίδευσης, αλλά για τα Πανεπιστήμια θα αναφερθώ - την τελευταία πενταετία, που κυμαίνεται γύρω στο 70%. Όταν, δηλαδή, πριν από πέντε χρόνια παίρναμε 100 €, τώρα τα Πανεπιστήμια παίρνουν 30 €.

Ενώ η ύφεση στην ελληνική οικονομία τα αντίστοιχα χρόνια δεν είναι τέτοια και δεν ξεπερνά το 30%, γιατί θα πρέπει τα Πανεπιστήμια πληρώνουν δυσανάλογα το τίμημα της κρίσης;

Δεν πρέπει να είναι τα Πανεπιστήμιά μας η αιχμή του δόρατος για την ανάπτυξη και δεν πρέπει να φροντίσουμε η επίδραση της κρίσης στην υποχρηματοδότηση να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη;

Γιατί, λοιπόν, θα πρέπει να κόψουμε το 70% από τα Πανεπιστήμια;

Ασφαλώς υπάρχει ένα άλλο μεγάλο ζήτημα που είναι αυτή η διαρροή εγκεφάλων που λέμε, στην οποία αναφέρθηκε ιδιαίτερα η κυρία Υπουργός λέγοντας, ότι το Υπουργείο προσπαθεί να κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση και μακάρι να γίνουν, οπότε δεν θα αναφερθώ παραπάνω σε αυτό.

Όλοι μας, όμως, θα πρέπει να στηρίξουμε κάθε σημαντική ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί είναι κρίμα να δαπανάμε τόσα χρήματα εκπαιδεύοντας ανθρώπους και το αποτέλεσμα αυτής της εκπαίδευσης να το καρπώνονται τα ξένα κράτη.

Ο κ. Πετράκος είπε, ότι τα Πανεπιστήμιά μας έχουν πολύ υψηλό επίπεδο και αυτό φαίνεται από το ότι οι απόφοιτοί μας βρίσκουν παντού δουλειά σε όλη την Ευρώπη.

Η Κυβέρνηση, λοιπόν, θα πρέπει να βρει λύση για το θέμα της χρηματοδότησης, γιατί ο βασικός της ρόλος είναι να δίνει λύσεις και αυτό είναι το πιο σημαντικό απ' όλα.

Επιπλέον, δεν μπορώ να μην επισημάνω, ότι είναι αρνητικό δείγμα το ότι η Κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να εφαρμόσει τις αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων και αναφέρομαι στη γνωστή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις αποδοχές των Πανεπιστημιακών.

Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η κυβέρνηση δεν το έχει βάλει καν στην ατζέντα αυτό. Απορούμε πραγματικά πολύ σε αυτό. Ασφαλώς και είναι πάρα πολύ σημαντικό να δούμε τον χάρτη των ΑΕΙ, αλλά και γι' αυτό θα πρέπει η κυβέρνηση  να φέρει τις προτάσεις της ; Ποιος θα φέρει τις προτάσεις του  πρώτος εάν δεν τις φέρει η κυβέρνηση, η εκάστοτε κυβέρνηση;

Ασφαλώς ο ενιαίος χώρος  εκπαίδευσης και έρευνας  είναι σημαντικό   και ελπίζω   το αποτέλεσμα  αυτού του διαλόγου πράγματι  να δικαιώσει  την Υπουργό σε αυτό που είπε νωρίτερα , ότι δεν είναι τίποτα αποφασισμένο  και δεν είναι προσχηματικός ο διάλογος.  

Η ΠΟΣΔΕΠ στην πορεία,  πέρα από τις θέσεις  που έχει ήδη καταθέσει  και θα τις καταθέσω και στα πρακτικά τώρα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, αλλά έτσι και αλλιώς υπάρχουν δημοσιευμένες, επιφυλάσσεται να καταθέσει και άλλες επικαιροποιημένες προτάσεις σε θέματα που δεν έχει πάρει μέχρι τώρα θέση, μέχρι το τέλος Μαρτίου.

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΡΑΤΑΚΟΣ (Πρόεδρος της Συνόδου Προέδρων ΤΕΙ):

Κυρία Υπουργέ, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Ελληνικής Βουλής, κυρίες και κύριοι Βουλευτές  με την ιδιότητα του καθηγητή του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Τεχνολογικού Τομέα και προεδρεύοντος της Συνόδου των Προέδρων ΤΕΙ θα επικεντρωθώ  στην ομιλία μου, λόγω και της στενότητας του χρόνου, σε τέσσερις τομείς (θεσμικό, διαφοροποιήσεις, θέσεις, Προτάσεις) προκειμένου να αποσαφηνίσω για όσους άπ' αυτούς που μας βλέπουν ή μας ακούνε, δεν γνωρίζουν το ρόλο των Ιδρυμάτων αυτών προβάλλοντας τα θετικά και αρνητικά τους σημεία.΄Ετσι για να ξεδιαλύνουμε επιτέλους τι είναι τα ΤΕΙ και να σταματήσει η ύπαρξή τους να εμφανίζεται ομιχλώδης σε γκρίζα περιοχή του εκπαιδευτικού συστήματος της Ανώτατης εκπαίδευσης.  

Πρώτα θα αναφερθώ στο κοινό θεσμικό πλαίσιο που ή ίδια η πολιτεία καθόρισε από το 2001 και εντεύθεν με τους νόμους: 2916/2001, 3549/2007, 4009/2011. Δηλαδή τι είπε τότε η Πολιτεία; Εν ολίγοις, είπε, ότι τα ΤΕΙ είναι Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) και κατά την έννοια του Συντάγματος (Άρθρο 16)  ανήκουν στον Τεχνολογικό Τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Σήμερα η λειτουργία όλων των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, διέπεται από τον ίδιο και μοναδικό νόμο 4009/2011 ο οποίος

α) καθορίζει κοινές διατάξεις για τα προσόντα του μόνιμου διδακτικού και εκπαιδευτικού προσωπικού των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ,

β) καθορίζει ότι ο χορηγούμενος πρώτος τίτλος σπουδών, σε Πανεπιστήμια και ΤΕΙ είναι 4ετούς χρονικής διάρκειας με απαιτούμενες εκπαιδευτικές μονάδες 240 ΕCTS, και ότι ο τίτλος αυτός (δηλαδή το πτυχίο) είναι ενταγμένο στο 6ο επίπεδο με βάση το Εθνικό και το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων,

γ) η αξιολόγηση των ΤΕΙ, γίνεται όπως και των Πανεπιστημίων, με τους ίδιους όρους  από  εξωτερικούς αξιολογητές και με τις ίδιες διαδικασίες, οι οποίες συντονίζονται από την ίδια Ανεξάρτητη Αρχή (ΑΔΙΠ).

δ) επίσης με τα ίδια κριτήρια και διαδικασίες πιστοποιούνται από την ΑΔΙΠ τα προγράμματα σπουδών.

ε) η εκλογή σε θέσεις Επιστημονικού Προσωπικού στα ΤΕΙ προϋποθέτει προσόντα  ανάλογα με αυτά των Καθηγητών Πανεπιστημίων, ενώ απαιτείται ως επί πλέον προσόν η 3ητής-5ετής επαγγελματική εμπειρία με συνάφεια ως προς το γνωστικό αντικείμενο της θέσης.

Ακόμη

στ) Τα ΤΕΙ, όπως και τα Πανεπιστήμια, οργανώνουν με τις ίδιες προϋποθέσεις, αυτοδύναμα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών ή συνδιοργανώνουν στη βάση πλήρους  και  ισότιμης μεταξύ τους συνεργασίας Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών, τα οποία χορηγούν Διπλώματα (Masters) ενταγμένα στο 7ο επίπεδο του Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων.

ζ) Τα ΤΕΙ αναπτύσσουν εκπαιδευτικές και ερευνητικές συνεργασίες, σε ισότιμη βάση, με ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και έχουν πετύχει την αναγνώρισή τους στον Χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης της Ε.Ε.

Ωστόσο, παρά το κοινό θεσμικό πλαίσιο και των παραπάνω σημείων ταύτισης Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, υπάρχουν διαφοροποιήσεις οι οποίες μπορούν να εκτιμηθούν με τη χρήση ενός αντικειμενικού ''εργαλείου'' που είναι οι Εκθέσεις Εξωτερικής Αξιολόγησης όλων των Τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Από την μελέτη των Εκθέσεων αυτών προκύπτει ότι μεταξύ των Τμημάτων και των Ιδρυμάτων  τα προβλήματα, οι αδυναμίες αλλά και οι διακρίσεις διαφοροποιούνται,  και δεν είναι ίδιον μιας κατηγορίας Ιδρυμάτων. Διαχέονται οριζόντια στα Ιδρύματα και των δύο Τομέων της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δηλαδή Πανεπιστημίων και ΤΕΙ.

Σε επίπεδο θεσμικού πλαισίου η μέγιστη διαφοροποίηση συνίσταται στη στέρηση από τα ΤΕΙ της δυνατότητας διοργάνωσης 3ου κύκλου σπουδών.

Σήμερα  δεν υπάρχει καμία βάση εξήγησης, και το τεκμηριώνω αυτό διότι:

α) οι Εκθέσεις Εξωτερικής Αξιολόγησης των Τμημάτων επισημαίνουν και αποκαλύπτουν  εκτός από προβλήματα και αδυναμίες αρκετά  πλεονεκτήματα αλλά και αριστείες, τα οποία είναι κοινά και διαχέονται οριζόντια σε όλους τους τύπους Ιδρυμάτων. Σε ορισμένα δε Τμήματα, οι αξιολογητές συνιστούν στις εκθέσεις τους τη δυνατότητα οργάνωσης διδακτορικών διατριβών.

β) για τους καθηγητές ΤΕΙ, υπάρχει σε ισχύ νομοθετική ρύθμιση (ν. 3685/2008), συμμετοχής τους στις 3μελής συμβουλευτικές επιτροπές για την επίβλεψη και καθοδήγηση του υποψηφίου, η οποία και εφαρμόζεται.

γ) φοιτητές των Πανεπιστημίων λόγω της συμμετοχής καθηγητών ΤΕΙ στις3μελής επιτροπές, διεξάγουν την έρευνά τους στις εγκαταστάσεις του ΤΕΙ.

δ) δημιουργείται κλίμα απογοήτευσης και όχι ενθάρρυνσης του μεταπτυχιακού αποφοίτου, ο οποίος μετά το ερευνητικό project που εκπόνησε  για τη λήψη του Μεταπτυχιακού του τίτλου, το Τμήμα αδυνατεί να του παράξει τη συνέχιση της έρευνας του στη συμβολή της επιστήμης. Και φυσικά ο ίδιος ανατρέχει σε κάποιο Πανεπιστήμιο και πάντα με δυσκολία να επιτύχει του σκοπού του, κι αυτό αν έχει ‘’μπάρμπα στη κορώνη’’ που λένε.......

Κλίμα απογοήτευσης δημιουργείται επίσης και στο   Επιστημονικό Προσωπικό, καθόσον έρευνα χωρίς τη δυνατότητα οργάνωσης Διδακτορικών Σπουδών, δεν νοείται πουθενά στον κόσμο.

γ. Η αρνητική, επί της εκτελούμενης από τα ΤΕΙ έρευνας, επίπτωση της στέρησης της δυνατότητας χορήγησης Διδακτορικών Διπλωμάτων θα αποτυπωθεί σίγουρα  με μεγαλύτερη ένταση, σε επόμενες αξιολογήσεις, δημιουργώντας έτσι ένα «τεχνικό» χάσμα ανάμεσα σε Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, χάσμα που συνεχώς θα διευρύνεται με το πέρασμα του χρόνου και θα οφείλεται όχι σε κάποια αδυναμία των ΤΕΙ, αλλά στην  «αυταρχική» συμπεριφορά της Πολιτείας, η οποία χωρίς λόγο στερεί θεσμικά τη δυνατότητα οργάνωσης Διδακτορικών Σπουδών από τα ΤΕΙ.

δ. Η στέρηση της δυνατότητας οργάνωσης Διδακτορικών Σπουδών από τα ΤΕΙ πλήττει την εικόνα τους στην ελληνική κοινωνία και επηρεάζει αρνητικά την ελκυστικότητά τους μεταξύ των αποφοίτων της 2βάθμιας εκπαίδευσης, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη αναγνώριση των διπλωμάτων που χορηγούν τα Κολλέγια.

ε. Μετά την αναγνώριση των διπλωμάτων των Κολλεγίων και με δεδομένο ότι αυτά (τα Κολλέγια) έχουν πλήρη ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά, σε αντίθεση με τα ΤΕΙ, ο απόφοιτος της 2βάθμιας εκπαίδευσης θα έχει κάθε κίνητρο να επιλέξει ένα τέτοιο Κολλέγιο παρά ένα ελλιπών ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών ΤΕΙ. Εάν δε ληφθεί υπόψη ότι τα Κολλέγια θα στραφούν σε θεωρητικές μάλλον σπουδές ( που  δεν απαιτούν ιδιαίτερες επενδύσεις σε υποδομές και δεν παράγουν το είδος των στελεχών που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία και κοινωνία), γίνεται σαφές ότι η μη ολοκλήρωση των ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών των ΤΕΙ συμβάλει ουσιαστικά στην αναντιστοιχία ανάμεσα στο "προϊόν" της Ανώτατης (Δημόσιας & Ιδιωτικής) Εκπαίδευσης αφενός και στις ανάγκες της κοινωνίας και οικονομίας, με ότι αυτό συνεπάγεται για την απασχόληση.

Οι  έτερες διαφοροποιήσεις με σοβαρή υστέρηση από τα πανεπιστήμια εντοπίζονται: στη χρηματοδότηση, στην ονοματολογία κάποιων θέσεων στη διοικητική ιεραρχία, στον αριθμό του υπηρετούντος διδακτικού προσωπικού, αλλά και διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, στο ωράριο εργασίας και τις αμοιβές των μελών  ΕΠ και ΔΕΠ αντιστοίχων βαθμίδων.

ΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ – ΘΕΣΕΙΣ

Διεκδικούμε την Ακαδημαϊκή ολοκλήρωση των Ιδρυμάτων μας η οποία περιλαμβάνει:

1. Τη δυνατότητα διοργάνωσης προγραμμάτων 3ου κύκλου σπουδών, η οποία θα καταλήγει στην αυτοδύναμη απονομή διδακτορικών διπλωμάτων. Η διατήρηση της διάκρισης απομειώνει τα επιστημονικά και ερευνητικά επιτεύγματα των Σχολών και των Τμημάτων των ΤΕΙ και εξουδετερώνει το κύρος των άριστων αξιολογήσεων που έχουν επιτύχει, αποθαρρύνει το εκπαιδευτικό προσωπικό από την ενασχόλησή του με την έρευνα και την καινοτομία, και  πλήττει την αξιοπιστία και την εικόνα των Ιδρυμάτων μας, τη στιγμή μάλιστα που η διαρκής ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων σπουδών μέσα στο σύγχρονο και παγκοσμιοποιημένο ανταγωνιστικό περιβάλλον είναι εθνικό ζητούμενο.

2.  Τη  μετονομασία των Ιδρυμάτων σε ''Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών''
Θεωρούμε ότι ωρίμασαν πλέον οι συνθήκες για τη μετονομασία των ΤΕΙ σε «Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών», όρος που χρησιμοποιείται από αντίστοιχα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα του εξωτερικού, αποδίδοντας πληρέστερα το σύνολο των ειδικοτήτων και των γνωστικών πεδίων που θεραπεύει ο  Τεχνολογικός Τομέας της Ανώτατης Εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, καλλιτεχνικών, επαγγελμάτων υγείας κλπ.  Η μετονομασία ουσιαστικά θα ενισχύσει την αναγνωρισιμότητα των Ιδρυμάτων και τις συνεργασίες σε διεθνές επίπεδο, προκειμένου να εξυπηρετείται ο στόχος της συμμετοχής τους σε ζητούμενες πλέον Διεθνείς συνεργασίες για εκπαίδευση, έρευνα και καινοτομία. Θεωρούμε ότι εκπληρούμε επάξια τον διακριτό μας ρόλο ως Τεχνολογικών Ιδρυμάτων στο πλαίσιο του Ενιαίου Δημόσιου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και θεωρούμε αυτονόητη, την επί ίσοις όροις αναγνώριση και λειτουργία μας, σε σχέση με τον άλλο Τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, τα Πανεπιστήμια. Προτείνουμε τα ιδρύματα του Τεχνολογικού τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης να μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο «ΑΕΙ Εφαρμοσμένων Επιστημών» και την μετάφραση του σε όλες τις γλώσσες. Ο όρος «Applied Sciences» χρησιμοποιείται από τα αντίστοιχα ιδρύματα της Γερμανίας, Αυστρίας, Ολλανδίας, Φιλανδίας και τείνει να καθιερωθεί διεθνώς (ως Universities of Applied Sciences). Ο όρος «Εφαρμοσμένων Επιστημών» αντιστοιχεί πληρέστερα στην ολότητα των ειδικοτήτων του Τεχνολογικού Τομέα που δεν είναι αποκλειστικά «Τεχνολογικές» αλλά και κοινωνικές (κοινωνική εργασία), καλλιτεχνικές, επαγγελμάτων υγείας κ.λπ.


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΚΚΟΣΗΣ (Πρόεδρος ΟΣΕΠ – ΤΕΙ):

Και εγώ εκ μέρους της ΟΣΕΠ-ΤΕΙ θέλω να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο της Επιτροπής, την κυρία Υπουργό, τις κυρίες και τους κυρίους Βουλευτές για τη σημερινή μας παρουσία.

Θα ξεκινήσω από το τελευταίο που είπε ο Πρόεδρος της Επιτροπής, είναι πάρα πολύ θετικό αυτό που μας είπατε, ότι πλέον αλλάζουν οι όροι του ΟΟΣΑ το 2011 και προφανώς πιστεύω ότι θα πάμε σε μια διαδικασία που θα είναι καλύτερη από αυτά που προβλεπόταν στο 2011.

Θα ξεκινήσω από ένα υπόμνημα το οποίο είχαμε καταθέσει μετά τη συνάντηση που είχαμε με την κυρία Υπουργό στις 19 Ιανουαρίου. Το καταθέσαμε 21 Ιανουαρίου, το έχουμε καταθέσει και σε εσάς και το οποίο ξεκινά από το θέμα των διδακτορικών. Θα μου επιτρέψετε να το διατυπώσω όπως είναι ακριβώς γραμμένο στο υπόμνημα που έχουμε καταθέσει.

Τμήματα των ΑΕΙ τεχνολογικού τομέα και η ΑΣΠΕΤΕ που διοργανώνουν προγράμματα δευτέρου κέντρου σπουδών (Μεταπτυχιακά) είτε αυτοδύναμα είτε σε συνεργασία με άλλα ΑΕΙ μπορούν να συνεργάζονται με τμήματα Πανεπιστημίων της ημεδαπής καθώς και αναγνωρισμένων ομοταγών ιδρυμάτων της αλλοδαπής για την εκπόνηση διδακτορικών διατριβών με συνεπίβλεψη. Για την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής ορίζεται ένας επιβλέπων από κάθε συνεργαζόμενο ίδρυμα. Οι συνεπιβλέποντες συμμετέχουν στην προβλεπόμενη τριμελή Επιτροπή. Ο Διδακτορικός τίτλος απονέμεται από τα συνεργαζόμενα ιδρύματα βάσει του ειδικού πρωτοκόλλου συνεργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας. Στηριζόμαστε στο ν. 3586/2007.

Θεωρούμε, νομίζω και η κυρία Υπουργός είχε εκφραστεί θετικά σε αυτό το θέμα, ότι είναι μια θεσμική προσαρμογή που μπορεί να γίνει άμεσα στο νόμο για την έρευνα. Είναι πάρα πολύ σημαντικό για τα ιδρύματα ο τρίτος κύκλος σπουδών. Μιλάμε για μια ολοκλήρωση των ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών των ιδρυμάτων. Θα πρέπει να πω ότι αρκετοί συνάδελφοι συμμετέχουν σε τριμελής Επιτροπές Διδακτορικών που εκπονούνται στα Πανεπιστήμια και ήδη έχει αρχίσει να υπογράφονται και κάποια ειδικά πρωτόκολλα συνεργασίας με κάποια ομοταγή ιδρύματα της αλλοδαπής που μου θυμίζει ότι έγινε στις αρχές του 2000, όταν αρκετά ΤΕΙ είχαν ξεκινήσει μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών σε συνεργασία με ιδρύματα χωρίς ακόμα να έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Παιδείας.

Εγκρίθηκαν μετά από ένα-δύο χρόνια, πέρασαν από τον ΟΔΟΑΤΑΠ και το αυτονόητο μετά από κάποια χρόνια τα Τ.Ε.Ι. είναι σε θέση να έχουν τα αυτοδύναμα προγράμματα σπουδών.

Επομένως, εμείς θεωρούμε ότι όποια τμήματα Τ.Ε.Ι. έχουν δεύτερο κύκλο σπουδών, ιδιαίτερα υπάρχουν τμήματα τα οποία έχουν δεύτερο κύκλο σπουδών τα οποία λειτουργούν πάνω από δέκα χρόνια, θεωρούμε ότι είναι πολύ βασικό να ξεκινήσει άμεσα η δυνατότητα εκπόνησης διδακτορικών διατριβών σε συνεργασία τμημάτων πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι.  μεταξύ της ημεδαπής και ομοταγών της αλλοδαπής.

Επιπλέον, φυσικά δεν πρόκειται να επιβαρύνει οικονομικά τους προϋπολογισμούς των ιδρυμάτων και φυσικά βέβαια δημιουργεί και κάποιες θετικές συνέργειες όπως π.χ. όλοι οι υποψήφιοι διδάκτορες θα μπορούν να μπουν στα εργαστήρια. Και επειδή όπως ξέρετε τα εργαστήρια είναι ένα σημαντικό κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας στα Τ.Ε.Ι., ούτως ώστε να μειωθεί και ο αριθμός του έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού.

Δηλαδή, μιλάμε ότι θα έχουμε μικρότερες ανάγκες σε έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό και θα έχουμε έναν εξαιρετικό νέο προσωπικό, το οποίο θα μπορεί να υποβοηθήσει τη λειτουργία των ιδρυμάτων, όπως παραδέχθηκαν όλοι και εσείς, κύριε Πρόεδρε και η κυρία Υπουργός σίγουρα στα πανεπιστήμια, όπως ειπώθηκε και στα Τ.Ε.Ι.  υπάρχει ένα γερασμένο προσωπικό. Και δυστυχώς, είναι δύσκολο να προσελκύσουμε νέους επιστήμονες, διότι οι αμοιβές των μελών ΔΕΠ και των μελών ΕΠ παραμένουν ακόμα σε πάρα πολύ χαμηλά επίπεδα. Και όπως είπε ο κ. Ευσταθόπουλος, ακόμα δεν έχει λυθεί το θέμα του ΣτΕ, δηλαδή οι περικοπές που ξεκίνησαν από το 2012.

Και ανάγκασε, δηλαδή δύο συνεργάτες στο δικό μου τμήμα της ηλεκτρονικής έφυγαν και αυτή τη στιγμή είναι αναπληρωτές καθηγητές σε πανεπιστήμια της μεγάλης Βρετανίας.
Επομένως, θεωρούμε πάρα πολύ σημαντικό να ολοκληρωθεί αυτός ο τρίτος κύκλος σπουδών στα Τ.Ε.Ι.. Φυσικά, βέβαια, προς ενίσχυση αυτού του γεγονότος υπάρχει και η γνωμοδότηση την οποία έχουν κοινοποιήσει και στα μέλη της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων, του καθηγητή του κ. Χρυσόγουνο, ο οποίος εκφράστηκε θετικά ότι τα Τ.Ε.Ι. δύνανται να πραγματοποιήσουν τρίτο κύκλο σπουδών.

Ένα άλλο θέμα, το οποίο συμφωνώ απόλυτα εκτός από το ΣτΕ και το οποίο αφορά τα μέλη ΕΠ των Τ.Ε.Ι. είναι ότι ο όπως είπε και ο Πρόεδρος ο κ. Μπαλτάκος, μετά τον νόμο  4009 του 2011 όλα τα μέλη ΕΠ έχουν τα ίδια ακαδημαϊκά κριτήρια για να μπορέσουν να εκλεγούν σε μια θέση, σε ένα πανεπιστήμιο ή σε ένα Τ.Ε.Ι. και επιπλέον υπάρχει και η τριετής  ή πενταετής επαγγελματική εμπειρία.

Θεωρούμε, επομένως,  αποδεχόμενοι ότι υπάρχει μια μεγάλη οικονομική κρίση ότι σε βάθος μιας τριετίας ή μιας πενταετίας, αυτό θα συζητηθεί με το Υπουργείο Παιδείας θα μπορούσε να υπάρχει μια εξίσωση των αμοιβών μεταξύ των μελών ΔΕΠ και μεταξύ των μελών ΕΠ.

Αυτό είναι μια πάγια απόφαση συνεδρίων της Ομοσπονδίας που μετά το 2011 θεωρούμε ότι και εμείς θα πρέπει σιγά-σιγά να εξισωθούν οι αμοιβές των μελών ΕΠ με τις αμοιβές των μελών ΔΕΠ.

Επιπλέον, σίγουρα όπως και όλοι οι προλαλλήσαντες ξεκινώντας από τον Πρόεδρο της Συνόδου των Πρυτάνεων τον κ. Πετράκο, η χρηματοδότηση είναι συνεχώς μειούμενη. Αν  ακολουθήσουμε και το μνημόνιο το οποίο λέει ότι μέχρι το 2018 θα εξακολουθούν οι προϋπολογισμοί των ιδρυμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης να ελαττώνονται, να μειώνονται κατά 15%. Ήδη τα Τ.Ε.Ι. έχουν φτάσει σε ακόμα μικρότερο ποσοστό, αναφέρθηκε προηγουμένως το 70%, εμείς είμαστε πάνω από το 75%. Και έχοντας σαφώς μικρότερο αριθμό καθηγητών, μικρότερο αριθμό εκπαιδευτικού προσωπικού σε συνάρτηση με τα πανεπιστήμια και γι' αυτό έχουμε και μεγαλύτερες ανάγκες, γι' αυτό προσλαμβάνουμε τόσο μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικού προσωπικού.

Θεωρούμε ότι η κάλυψη των κενών θέσεων, λαμβανομένου υπόψη ότι περίπου το 2005 υπήρχαν γύρω στα 2800 μέλη ΕΠ, αυτή τη στιγμή είμαστε γύρω στα 1900, καταλαβαίνετε ότι είναι επιτακτική η ανάγκη για κάλυψη αυτών των θέσεων.

Αναφέρθηκε η κυρία Υπουργός στις 500 θέσεις, που αφορούν τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.  Νομίζουμε ότι οι θέσεις αυτές είναι πολύ λίγες, ιδιαίτερα για το χώρο των Τ.Ε.Ι. και ιδιαίτερα με τις μειώσεις, που γίνονται κάθε φορά στην πρόσληψη έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού λόγω  της μείωσης του προϋπολογισμού των ιδρυμάτων. Επομένως, είναι ένα ζωτικής σημασίας θέμα για τα Τ.Ε.Ι. η πρόσληψη μόνιμου και εκτάκτου εκπαιδευτικού προσωπικού και αντανακλά στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Είναι δεδομένο ότι η έλλειψη προσωπικού κάνει και εκπτώσεις στην παρεχόμενη εκπαίδευση στα Τ.Ε.Ι..

Επίσης, πιστεύουμε εμείς τον ενιαίο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης και έρευνας. Πριν 4 χρόνια είχαμε διοργανώσει μια ημερίδα σε συνεργασία με την ΠΟΣΔΕΠ και με την Ένωση Ελλήνων Ερευνητών για τα θέματα, που αφορούν την Ανώτατη Εκπαίδευση. Εμείς, σαν ομοσπονδία προτιθέμεθα, να κάνουμε μια διημερίδα μέχρι το καλοκαίρι σε συνεργασία, πάντα, με την ΠΟΣΔΕΠ και με την Ένωση Ελλήνων Ερευνητών, με τα Πανεπιστήμια, με τα ΤΕΙ, με τους εκπροσώπους των Κομμάτων, με την τοπική αυτοδιοίκηση, με τα εμπορικά και τα βιομηχανικά επιμελητήρια και με άλλους φορείς σ’ έναν ανοιχτό διάλογο, που πιστεύουμε ότι τ’ αποτελέσματα θα είναι πάρα πολύ θετικά.

Επίσης, εμείς, σαν ομοσπονδία έχουμε εκφράσει και μερικές αντιρρήσεις για τη λειτουργία των συμβουλίων ιδρυμάτων. Υπήρχαν κάποια παραδείγματα σε κάποια ΤΕΙ σε μας, που επί της ουσίας δημιούργησαν τεράστια προβλήματα, τα συμβούλια ιδρυμάτων. Εμείς, πιστεύουμε ότι θα πρέπει να γίνει ένας επανακαθορισμός των συμβουλίων των ιδρυμάτων. Δεν θα πρέπει ένα συμβούλιο ιδρύματος, ν’ ασχολείται εάν ο κωδικός 150 της καθαριότητας ή το 160, ο κωδικός που αφορά την ασφάλεια των ιδρυμάτων θα πρέπει, να περάσει από το συμβούλιο ιδρύματος. Αυτά είναι θέματα, που αφορούν τη διοίκηση των ιδρυμάτων.

Επιπλέον, νομίζω ότι ένας ο ρόλος, τον οποίο θα πρέπει, να έχουν τα συμβούλια ιδρύματος, είναι ότι θα πρέπει να αναπτύξουν τους στρατηγικούς στόχους του ιδρύματος. Δηλαδή, ιδιαίτερα τα ΤΕΙ της Περιφέρειας θα πρέπει, να είναι σε θέση, να χαράξουν τι χρειάζεται η Περιφέρεια, πως θα μπορέσει, να βελτιωθεί η υποδομή, που έχουν τα ιδρύματα, ίσως δημιουργία νέων τμημάτων, που ν’ ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες απαιτήσεις της Περιφέρειας.

Για αυτό νομίζω ότι θα πρέπει, να γίνει ένας διάλογος, ποιες θα πρέπει, να είναι οι καινούργιες αρμοδιότητες, να μην έρχονται σε σύγκρουση με τις διοικήσεις των ιδρυμάτων και θα πρέπει, να μπουν σε μια άλλη βάση από την ισχύουσα σήμερα.

Επίσης, έχουμε και κάποια άλλα θέματα, τα οποία χρονίζουν και, βέβαια, δεν είναι ευθύνη της παρούσας Κυβέρνησης αυτά, τα οποία λέμε. Τα επαγγελματικά δικαιώματα 20 τμημάτων από τα 28 τμήματα της ΣΤΕΦ. Δεν έχει γίνει ρύθμιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων 20 τμημάτων της ΣΤΕΦ. Το θεωρούμε απαράδεκτο. Προφανώς, και δεν ευθύνεται η παρούσα Κυβέρνηση, θεωρούμε, όμως, ότι η πολιτεία έστω και μετά από 30 χρόνια οφείλει, να δώσει μια λύση σ' αυτό το χρονίζον θέμα. Από τις 28 ειδικότητες, που υπάρχουν στις σχολές τεχνολογικών εφαρμογών, οι είκοσι ειδικότητες είναι άνευ επαγγελματικών δικαιωμάτων. Νομίζω ότι έστω και αργά οφείλει η πολιτεία, οφείλει η παρούσα Κυβέρνηση, να δώσει μια λύση σ' αυτό το χρονίζον αίτημα.

Θέλω, να τελειώσω λέγοντας ότι η ΟΣΕΠ-Τ.Ε.Ι. πιστεύει σε μια δωρεάν δημόσια, δημοκρατική και ποιοτική ανώτατη εκπαίδευση. Πιστεύει σε ενιαιοποίηση του χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας και πιστεύουμε, επίσης, ότι αυτή η συζήτηση ανοίγει ένα από πρώτο βήμα για την ενοποίηση του χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (Προεδρείο Προέδρων Ερευνητικών Κέντρων) :

Θα προσπαθήσω στα επόμενα 15’ να είμαστε όσο γίνεται πιο συγκεκριμένοι με την οπτική γωνία που έχουν τα ερευνητικά κέντρα και η Σύνοδος των Προέδρων, αναφορικά με την παιδεία. Εκ των πραγμάτων, σε αυτή την ενοποίηση του χώρου παιδείας και έρευνας, που είναι κύριο ζητούμενο και για εμάς, για να μπορέσει να επιτευχθεί πιστεύω ότι, κάποια πράγματα που είναι πιο εξειδικευμένα στα ερευνητικά κέντρα θα αναφερθώ και σε αυτά, εκ των πραγμάτων, από τη φύση, αναφορικά με την έρευνα, υπάρχει μια ασυμμετρία. Η έρευνα γίνεται και από πανεπιστήμια και από ερευνητικά κέντρα και όταν λέω πανεπιστήμια, εννοώ και τα ΤΕΙ, δεν είναι εκτός αυτά, αλλά θα περιοριστώ να αναφέρομαι στα πανεπιστήμια, αναφέροντας και τους δύο αυτούς πόλους της παιδείας, ενώ η παιδεία γίνεται αποκλειστικά από τα πανεπιστήμια. Αυτή η ασυμμετρία η οποία υπάρχει είναι εκ των πραγμάτων,  απλώς, είναι πολύ πιο ενισχυμένη από ό,τι θα έπρεπε. Δημιουργεί περιορισμούς και διάφορες πολυπλοκότητες. Το σημαντικό είναι η εμπλοκή φοιτητών στην έρευνα η οποία διεξάγεται στα ερευνητικά κέντρα, με αποτέλεσμα, να υπάρχει και μεγάλη έλλειψη νέων εκκολαπτόμενων ερευνητών, οι οποίοι θα μπορούσαν να τα στελεχώσουν.

Επίσης, η χρήση των χώρων και των πόρων, οι οποίοι υπάρχουν διάσπαρτοι στα διάφορα ιδρύματα, είναι μέσα σε στεγανά, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σπατάλη, αποκλεισμοί και μεγάλες απώλειες και ερευνητικών ευκαιριών επί τους ουσίας. Με λίγα λόγια, έτσι, όπως είναι αυτή τη στιγμή το θεσμικό πλαίσιο, υπάρχει κλειστή πρόσβαση και αν μου επιτραπεί ο όρος, «κλειστή» επιστήμη και μόνο πρόβλημα μπορεί να δημιουργήσει αυτό.

Αντίθετα, η Παιδεία, η Έρευνα και η Καινοτομία, θα θέσω και τον τρίτο όρο αυτή τη στιγμή, ναι μεν είναι διαφορετικοί πόλοι, αλλά είναι συγκοινωνούντα δοχεία μέσα στο λεγόμενο «τρίγωνο της γνώσης» και θα πρέπει έτσι, ενιαία να τα αντιμετωπίσουμε. Χρειάζεται λοιπόν μια συμμετρική, έστω και αν είναι ανισότροπη διακίνηση ανθρώπων, ιδεών, ρόλων, υποδομών ανάμεσα σε όλους τους πόλους, οι οποίοι θεραπεύουν αυτό το τρίγωνο της γνώσης.

Θα ήθελα να πω παραδείγματα, για τα οποία χρειάζονται θεσμικές ενέργειες. Καθηγητές να γίνονται δεκτοί ως ερευνητές. Παραμένουν καθηγητές, αλλά να θεωρούνται και ερευνητές σε κάποιο ερευνητικό κέντρο. Ερευνητές να μπορούν να διδάσκουν, να επιβλέψουν διατριβές, αυτά αναφέρθηκαν και από όλους τους προλαλήσαντες. Οι υποδομές, όχι μόνο οι εθνικές υποδομές, οι οποίες στηρίζονται από τα ερευνητικά κέντρα, αλλά και άλλες υποδομές, να μπορούν να χρησιμοποιούνται ανεξάρτητα από τη θεσμική θέση. Ένας καθηγητής  να μπορεί να πάει σε ένα ερευνητικό κέντρο και να χρησιμοποιήσει την υποδομή, όπως και ο ερευνητής και τούμπαλιν. Γενικότερα, όπως γίνεται παντού στο εξωτερικό, με εκπληκτικά αποτελέσματα είτε είναι top down είτε είναι bottom up, όπου  μπορεί και όπου έχει νόημα, να υπάρχει γεωγραφική συνύπαρξη πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, θα έλεγα και βιομηχανίας, αλλά δεν είναι το κύριο ζητούμενο εδώ. Δημιουργία συνεργατικών σχηματισμών μεταξύ τους και συνεκμετάλλευση ευκαιριών. Αυτή η συνύπαρξη θα φέρει εκθετικά αποτελέσματα, ένα συν ένα είναι πολύ μεγαλύτερο από το δύο.

Με λίγα λόγια, ανοικτή πρόσβαση, ανοικτή επιστήμη, ανοικτή καινοτομία. Όροι οι οποίοι, πέρα από την ουσία την οποία θα φέρουν, είναι και στρατηγικές κατευθύνσεις της Ε.Ε. και συγκεκριμένα και του Επιτρόπου Έρευνας Επιστήμης και Καινοτομίας, του κ. Μοέδας, αλλά και είναι και συναφείς με τις κατευθύνσεις του Επιτρόπου Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας. Υστερούμε στην  Ελλάδα. Πρέπει να τρέξουμε, όχι απλώς για να είμαστε συμβατοί, αλλά επειδή έχει νόημα. Πώς θα επιτευχθεί αυτό; Κάποια πράγματα τα οποία αφορούν την έρευνα, τα συζητώ από την οπτική γωνία των ερευνητικών κέντρων, αλλά νομίζω ότι αφορούν και όλους τους υπόλοιπους φορείς.

Η έρευνα είναι μια δραστηριότητα, θα μου επιτραπεί να πω τη λέξη «μοναδική». Έχει κάποιες μοναδικότητες πολύ διαφορετικές από οποιαδήποτε άλλη. Για παράδειγμα, σχεδόν το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας είναι η αριστεία, ενώ παντού, σε ένα σωρό άλλες δραστηριότητες, υπάρχουν άλλα κριτήρια. Στην έρευνα επιτρέπεται να αποτύχεις, ενώ σχεδόν στα περισσότερα άλλα πράγματα τα οποία κάνουμε ως κοινωνία, η αποτυχία δεν είναι κάτι το οποίο το αγκαλιάζουμε.

Χρειάζεται στην έρευνα να μπορούμε να κινούμαστε γρήγορα, να κινούμαστε από τον ορισμό της έρευνας σε μονοπάτια τα οποία δεν τα ξέρουμε και επομένως να μπορέσουμε να πετύχουμε και για να μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό, χρειάζεται να έχουμε ευελιξία, χρειάζεται να έχουμε ταχύτητα, χρειάζεται να κινηθούμε πολύ διαφορετικά, απ' ό,τι υπάρχει ανάγκη να κινούμαστε σε πολλές άλλες δραστηριότητες, είτε στο δημόσιο χώρο, είτε ακόμα και στον ιδιωτικό.

Πέρα από αυτή τη μοναδικότητα, νομίζω, της έρευνας ως διαδικασίας, υπάρχουν και άλλα πράγματα, τα οποία μπορεί να μην είναι μοναδικά, αλλά σίγουρα δεν είναι συχνά και εδώ μοιραζόμαστε αρκετά πράγματα με την Παιδεία.

Πρώτα απ' όλα είναι η εστίαση στους νέους. Η έρευνα, αν το ψάξουμε, κυρίως, οι μεγάλες αλλαγές προέρχονται από τους νέους, δεν είναι απαραίτητο, αλλά και το ερευνητικό και γενικότερα το επιστημονικό προσωπικό, είναι κύριο θύμα της διαρροής εγκεφάλων.

Η κυρία Υπουργός είπε, ότι έγιναν πράξεις και σταμάτησε η διαρροή εγκεφάλων. Είναι μια ευχή, αλλά σίγουρα δεν είναι μια πραγματικότητα αυτή τη στιγμή.

Είναι η κρισιμότητα, η ελευθερία στη διακίνηση ιδεών και ανθρώπων θα πω εγώ, είναι ένα κοινό πράγμα μεταξύ Παιδείας και Έρευνας, πάρα πολύ σημαντικό.

Η έρευνα, επίσης, ένα από τα χαρακτηριστικά που δεν τα μοιράζεται με πολλούς άλλους χώρους, είναι ότι από τους ελάχιστους πυλώνες, όπου η χώρα μας ανταγωνίζεται ισότιμα ευρωπαίους, αλλά και παγκόσμιους ομολόγους οργανισμούς και άτομα και σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, έχει ηγετική θέση. Η Ελλάδα ηγείται. Αυτό δεν το βρίσκεις πάρα πολύ συχνά στις άλλες δραστηριότητες.

Παράδειγμα να πω, ότι η Ελλάδα είναι 7η από όλες τις χώρες της Ε.Ε., στην προσέλκυση πόρων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρότι δεν ξέρω σε ποιο χαμηλό νούμερο ως μέγεθος είμαστε, παρόλα αυτά καταφέρνουμε να πάρουμε τις δυσανάλογους πόρους, με την αξία μας, με την αριστεία μας. Το μοναδικό κριτήριο, όπως είπα πριν.

Να πω εδώ, μάλιστα, ότι από τους χιλιάδες οργανισμούς που έχει Ε.Ε., δυο από τα Ερευνητικά μας Κέντρα, είναι στα 20 πρώτα αναφορικά με την προσέλκυση πόρων. Είναι, υπό μία έννοια, ασύλληπτο το τι έχουμε καταφέρει ως χώρος έρευνας και ιδιαίτερα τα Ερευνητικά Κέντρα, αλλά και τα Πανεπιστήμια στο πεδίο αυτό.

Επίσης, η επένδυση επενδύσεις στην έρευνα, δεν από το κόστος της έρευνας, η έρευνα δεν κοστίζει, στην έρευνα επένδυσης, έχει υπερπολλαπλάσιες οικονομικές επιστροφές, ακόμα και άμεσες, αλλά έχει και μια πιθανότητα να δημιουργήσει τέτοιες ασυνέχειες σε μια ανακάλυψη, στη γνώση, που να έχει ανατρεπτικές επιπτώσεις στην οικονομία και γενικότερα στην κοινωνία.

Αυτό το οποίο δεν μπορεί να το αντιληφθεί κανείς άμεσα, αν δεν είναι μπλεγμένος, κι όμως, αυτό που μας κάνει πολύ διαφορετικούς όσοι ασχολούμαστε με την έρευνα και γι' αυτό θα πρέπει και η πολιτεία να προσεγγίσει την έρευνα στα Ερευνητικά Κέντρα, αλλά και στο ερευνητικό κομμάτι, κατά τη γνώμη μου - αν και δεν εκπροσωπώ τώρα εδώ τα Πανεπιστήμια, αλλά είμαι Πανεπιστημιακός - στο πώς θα προσεγγίσει θεσμικά την διαδικασία της έρευνας.

Γενικότερα θα τολμήσω να πω, ότι χρειάζεται μια εξαίρεση της ερευνητικής δραστηριότητας από όλους αυτούς τους κανόνες της Γενικής Κυβέρνησης, στο πως θα κάνουμε την έρευνά μας και δεν λέω για την Διοίκησή μας, μιλάω για την έρευνά μας.

Χρειάζεται υπαγωγή σε ένα πλαίσιο χαλαρών κανονισμών εκ των προτέρων, λειτουργία με ευελιξία και ταχύτητα στο πλαίσιο αυτό και μετά απολογισμός και έλεγχος πεπραγμένων, με βάση τους κανόνες χρηστής διοίκησης εκ των υστέρων όμως, να μην έχουμε εμπόδια, να μην έχουμε φρένο σε αυτό το οποίο πρέπει να κάνουμε για να υιοθετήσουμε την έρευνα.

Μέσα από τη μοναδικότητα, προκύπτουν και ένα σωρό δυσλειτουργίες του νυν θεσμικού πλαισίου, ιδιαίτερα των ερευνητικών κέντρων, θα έλεγα εδώ, τις οποίες επιγραμματικά θα αναφέρω και κάποιες κατευθύνσεις.

Είναι αδύνατον να κάνουμε στρατηγικό σχεδιασμό στα Ερευνητικά Κέντρα, σε όλες τις βασικές μας πτυχές είμαστε σε μια κινούμενη άμμο.

Επίσης, θα αναφέρω τρεις πτυχές, το προσωπικό, τα οικονομικά και τις διαδικασίες.

Θα μιλήσω για το προσωπικό. Οι νέοι άνθρωποι είναι αυτοί που φέρουν νέες ιδέες και όπως είπα, οι νέες ιδέες είναι η επιτομή και η ιδιαιτερότητα της έρευνας, δεν θέλει να ακολουθήσει την πεπατημένη. Δυστυχώς, όπως ανέφεραν και όλοι οι προλαλήσαντες για τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι., υπάρχει αδυναμία πρόσληψης νέων ερευνητών. Το ερευνητικό δυναμικό γηράσκει και όχι μόνο αυτό, αλλά μειώνεται και λόγω συνταξιοδότησης και του φαινομένου της διαρροής εγκεφάλων, η οποία, δεν είναι μόνο για τους νέους που είναι και το πλέον τραγικό, αλλά ακόμα και ωριμότεροι επιστήμονες φεύγουν. Χάνεις τους ηγέτες, χάνεις και τους επόμενους ηγέτες.

Υπάρχει και μια δυστοκία στην στήριξη υποτροφιών μέσω συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, τα επίπεδα των υποτροφιών είναι μη ελκυστικά και θα θέλαμε να χαιρετίσουμε με την πρόθεση και την ταχύτητα με την οποία προωθούνται οι διαδικασίες για υποτροφίες για υποψήφιους διδάκτορες και μεταδιδάκτορες, αλλά πρέπει αυτό να γίνει πιο ελκυστικό. Διότι, δυστυχώς, η διαρροή εγκεφάλων στοχεύει κυρίως στους επιστήμονες και τους ερευνητές. Χρειαζόμαστε απαλλαγή από εμπόδια της ενίσχυσης του προσωπικού μας. Καταρχάς, από όλες τις αριθμητικές δεσμεύσεις πρόσληψης και δεν μπορεί αυτό να εφαρμόζεται στην έρευνα. Ακόμα και αν χρειαστεί να συζητήσουμε για τεκμηρίωση με χρηματοδότηση από άλλες πηγές σε κάποιο εύλογο βάθος χρόνου, μπορεί να συζητηθεί αυτό, είναι άμεση ανάγκη να εξαιρεθούμε από αριθμητικές δεσμεύσεις. Εδώ, είναι και πολύ σημαντικός ο ενιαίος χώρος παιδείας και έρευνας. Τα Πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, όντας σε έναν ενιαίο χώρο, θα μπορούν να έχουν την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και χωρίς τα νυν προβλήματα, οι φοιτητές να κάνουν το διδακτορικό τους σε ένα ερευνητικό κέντρο, να οδηγεί ένας ερευνητής τις διατριβές αυτές και μετά να έρχονται και ως στελέχη. Χρειάζεται ανοιχτή και ανταγωνιστική στήριξη των υποτροφιών. Καλό το πρώτο βήμα, αλλά περιμένουμε το δεύτερο και το τρίτο. Ελκυστικό ερευνητικό περιβάλλον και εμπλοκή και προπτυχιακών φοιτητών στην έρευνα, δεν είναι μόνο οι υποψήφιοι διδάκτορες, από μικρά ξεκινάει αυτό και θα έλεγα ακόμη ότι ο ερευνητικός τρόπος σκέψης από τα δημοτικά θα πρέπει να αρχίσει.

Όσον αφορά τα οικονομικά, απλά να αναφέρω ότι η χρηματοδότηση μας είναι ελλιπής. Πιο σημαντικό από αυτό είναι ότι δεν υπάρχει σταθερό πρόγραμμα που να ξέρεις τι θα περιμένεις. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει σταθερό πρόγραμμα προκηρύξεων ερευνητικών προγραμμάτων. Όποτε τα καταφέρει, όποιος τα προκηρύσσει, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, τις Ηνωμένες πολιτείες και τα λοιπά, όπου ξέρεις ότι κάθε χρόνο, κάθε εξάμηνο και τα λοιπά, το τάδε πρόγραμμα είναι που θα βγουν προκηρύξεις. Γιατί δεν μπορούμε να το κάνουμε στην Ελλάδα αυτό;

Επίσης, υπάρχει και έλλειψη εμπιστοσύνης στην χρηματοροή ανταγωνιστικών πόρων. Με λίγα λόγια, πρώτα πλήρωσε τα εσύ και αν είσαι καλός, θα σου τα δώσω. Δεν μπορούμε να χρηματοδοτούμε εμείς την έρευνα, είμαστε δημόσιοι φορείς και δεν έχουμε κέρδος από κάπου. Υπάρχει και η έλλειψη της στήριξης της καινοτομίας. Στηρίζουμε την έρευνα - δωρεάν έρευνα - όπου μπορεί να γίνει και όσο μπορεί να γίνει, αλλά δεν υπάρχει καμία στήριξη εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων της, παρά μόνο περιστασιακά και πενιχρά. Στηρίζουμε την παιδεία, δωρεάν παιδεία, αλλά μόλις βγει κάποιος απόφοιτος δεν έχει καμία στήριξη, με εξαιρέσεις, αλλά ουσιαστικά, δίνουμε όλο μας το βάρος στην παιδεία και όχι, τι θα γίνει μετά, με αποτέλεσμα να ενισχύει και αυτό τη διαρροή εγκεφάλων.

Χρειαζόμαστε την υιοθέτηση ενός στιβαρού και σταθερού οικονομικού πλαισίου. Η κάλυψη του μισθολογικού κόστους όλων των ερευνητικών κέντρων, για πρώτη φορά γίνεται το 2006 με νόμο που πέρασε το Δεκέμβριο του 2014, για πρώτη φορά εφαρμόζεται και είναι πάρα πολύ σημαντικό, αλλά χρειαζόμαστε σαφή χρονοπρογραμματισμό των ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων. Χρειαζόμαστε προκαταβολή του κόστους των ερευνητικών προγραμμάτων ακολουθούμενη από αναλογιστικό έλεγχο, αντίθετα από αυτό που γίνεται τώρα. Επίσης, πολλά ερευνητικά κέντρα λειτουργούν εθνικές υποδομές, αλλά αυτό δεν θεωρείται ότι είναι κόστος του ερευνητικού κέντρου. Δουλεύουμε για εθνικό σκοπό και τα κόστη αυτά θα πρέπει να είναι ξέχωρα από το κόστος λειτουργίας ή της μισθοδοσίας των ερευνητικών κέντρων. Βέβαια και δημιουργία μηχανισμών στήριξης καινοτομίας.

Το δεύτερο θέμα αφορά τις διαδικασίες. Είναι δαιδαλώδεις οι διαδικασίες, είτε που έχουμε να ακολουθήσουμε, ως κομμάτια της γενικής κυβέρνησης του δημόσιου, αλλά και της εκμετάλλευσης των χρηματοδοτούμενων έργων.

Επίσης, συνεχώς αλλάζουν οι διαδικασίες και οι κανονισμοί. Χρειαζόμαστε μια απλοποίηση και σταθεροποίηση του θεσμικού πλαισίου και στα δύο αυτά και απλά αν υιοθετήσουμε τουλάχιστον σε κάποιες μεριές το τι γίνεται από την ευρωπαϊκή επιτροπή για τη διαχείριση έργων και επίσης, να λάβουμε υπόψη  μας το κριτήριο της αριστείας και την ιδιαιτερότητα της έρευνας νομίζω ότι θα πάμε ένα πολύ μεγάλο βήμα μπροστά. Σας ευχαριστώ.


ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ (Πρόεδρος Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών):

Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Βουλευτές, κυρία Υπουργέ, κύριε Γενικέ αγαπητοί συνάδελφοι, ευχαριστώ πολύ εκ μέρους της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών για τη δυνατότητα που μας δίνετε να παρουσιάσουμε και εμείς τις προτάσεις επί του εθνικού διαλόγου για την παιδεία.

Ο εθνικός διάλογος για την παιδεία είναι αλληλένδετος με αυτόν για την έρευνα και την καινοτομία όπως βλέπουμε και στο τρίγωνο της γνώσης. Ειδικότερα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση ο ενιαίος διάλογος αποτελεί το μέσον για τη δημιουργία του ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας. Στον ενιαίο χώρο ΑΕΙ και ερευνητικά κέντρα συνενώνουν τις δυνάμεις παραγωγής γνώσης ως ένα αλληλοσυμπληρούμενο δυναμικό σύστημα που θα μεγιστοποιήσει τα πλεονεκτήματα των επιμέρους χώρων. Η διασύνδεση των ερευνητικών κέντρων και των ΑΕΙ θα πρέπει να υλοποιηθεί στη βάση της διαδικτυακής οργάνωσης που θα στηρίζεται στη διαφορετικότητα, την αυτοτέλεια και την συμπληρωματικότητα των δύο χώρων και επιπλέον, θα ενθαρρύνει την αλληλεπίδραση και τη συνέργεια μεταξύ ΑΕΙ και ερευνητικών κέντρων αλλά  και  του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού της χώρας.

Ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που έχουμε στην Ελλάδα είναι το επιστημονικό ερευνητικό προσωπικό. Ο Ελληνισμός διαθέτει περίπου το 3% των επιστημόνων κορυφαίας εμβέλειας παγκοσμίως ενώ ο πληθυσμός της Ελλάδος και των Ελλήνων διεθνώς αντιστοιχεί μόνο στο 0,15%. Το Ελληνικό Ερευνητικό Σύστημα είναι ένας κλάδος του δημόσιου τομέα αρκετά παραγωγικός και δυναμικός όπως αυτό παρουσιάζεται από τα αποτελέσματα της πρόσφατης αξιολόγησης του 2014. Να πω εδώ ότι τα ερευνητικά κέντρα αξιολογούνται από διεθνείς επιτροπές τα τελευταία περίπου 20 χρόνια. Από τα στοιχεία που δημοσιεύει στις μελέτες του το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και βεβαίως  και από τις απορροφήσεις ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα.

Σε αυτό το σχήμα της διαφάνειας βλέπουμε ότι έχουμε έναν υψηλό αριθμό επιστημόνων ανά μονάδα πληθυσμού αντίστοιχο κατ’ αναλογία με αυτό της Αυστραλίας και του Καναδά μεγαλύτερο από τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία αλλά πολύ σημαντική χρηματοδότηση για την έρευνα και την καινοτομία ως ποσοστό του ΑΕΠ. Μέσα στα 50 πρώτα ερευνητικά ιδρύματα της Ευρώπης ως προς τις περισσότερες συμμετοχές σε προγράμματα του FP7 του χρηματοδοτικού πλαισίου που έκλεισε τέλος του 2015 βρίσκονται τέσσερις  Ελληνικοί Οργανισμοί το ΙΤΕ, το ΕΚΕΤΑ, το IPS του Πολυτεχνείου και ο Δημόκριτος. Βεβαίως, και σε άλλους τομείς όπως είναι οι δημοσιεύσεις είμαστε αρκετά καλοί. Εκεί όμως που τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά για την Ελλάδα είναι στην καινοτομία, αναφέρθηκαν και οι προηγούμενοι ομιλητές.

Δυστυχώς με βάση στοιχεία του 2015 η Ελλάδα βρίσκεται στους montereit inobeitos  κάτω αρκετά από το μέσο όρο της ΕΕ και σε αντίστοιχη μελέτη σε παγκόσμιο επίπεδο  στις 56 χώρες που ελέγχθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο κατέχει την 51η θέση

Η αλήθεια είναι με τις μελέτες που έχουν γίνει και ειδικότερα σε αντιστοιχία της Ελλάδας με χώρες που βρίσκονται σε κρίση, όπως είναι Πορτογαλία και η Ιρλανδία, οι ελληνικές κυβερνήσεις, όπως και οι ελληνικές επιχειρήσεις, δεν έχουν δώσει βαρύτητα στην καινοτομία, ενώ σε αντίστοιχες χώρες, όπως η Ιρλανδία ή που έγινε αυτό, έχουν ήδη δει επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα.

Προβλήματα του ελληνικού ερευνητικού ιστού, αρχικά ως προς το θεσμικό πλαίσιο: Μέχρι το Δεκέμβριο του 2014 ο νόμος πλαίσιο για την έρευνα στην Ελλάδα ήταν ο ν. 1514/85. Το 2014 ψηφίστηκε ο ν. 4310, οποίος έχει αρκετά προβλήματα στη δομή και στη φιλοσοφία του και δεν περιλαμβάνει βασικές ρυθμίσεις που έχει άμεση ανάγκη ο ελληνικός ερευνητικός ιστός για την ανάπτυξη του, οι οποίες αφορούν στη χάραξη και χρηματοδότηση εθνικής ερευνητικής πολιτικής, στη δημιουργία ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας, στην αντιμετώπιση του κατακερματισμού του ερευνητικού ιστού και στον εκδημοκρατισμό του προτύπου διοίκησης των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων.

Τα προβλήματα αυτά, δυστυχώς, δεν αντιμετωπίζονται και από την προτεινόμενη από το Υπουργείο τροπολόγηση του ν. 4310, μέσω του σχεδίου νόμου που βγήκε πρόσφατα στη διαβούλευση.
Σε μια ανάλυση SWOT που έγινε για το ελληνικό σύστημα έρευνας και ανάπτυξης το 2011 από την εταιρία RAND, ενώ στα δυνατά σημεία έχουμε τις επιτυχίες στη διασφάλιση ανταγωνιστικής χρηματοδότησης, έχουμε αφοσιωμένο και έμπιστο προσωπικό, στις αδυναμίες, πρώτη αδυναμία είναι η έλλειψη της χρηματοδότησης και κυρίως της σωστής χρηματοροής, όπως είπε και ο κ. Ιωαννίδης προηγουμένως, στα προγράμματα και βεβαίως, έχουμε έλλειψη εθνικής στρατηγικής.

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση, από το 2008 μέχρι το 2015 η τακτική επιχορήγηση της Γενικής Γραμματείας στα ερευνητικά κέντρα μειώθηκε κατά 68%. Εδώ θέλω να διευκρινίσω ότι τα δέκα ερευνητικά κέντρα που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας και αποτελούν το βασικό κορμό του ερευνητικού ιστού της χώρας, αποτελούνται από 4 δημοσίου δικαίου και 6 ιδιωτικού δικαίου. Μέχρι και το 2015 η τακτική επιχορήγηση αφορούσε μόνο σε κάλυψη μισθοδοσίας πλήρους για τα δημοσίου δικαίου και πολύ μικρού μέρους για τα ιδιωτικού δικαίου. Δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της μισθοδοσίας ήταν από τα προγράμματα για τα ιδιωτικού δικαίου ερευνητικά κέντρα. Στον προϋπολογισμό του 2016 και κατ' εφαρμογή του νόμου 4310 προβλέπεται η κάλυψη της μισθοδοσίας του μόνιμου προσωπικού σε όλα τα ερευνητικά ιδρύματα. Από κει και πέρα, όμως, όπως κάναμε όλα τα χρόνια, ακόμα και για τις εθνικές υποδομές, αλλά και για το υπόλοιπο προσωπικό, όλες οι λειτουργικές δαπάνες καλύπτονται αποκλειστικά από τα ανταγωνιστικά προγράμματα.

Εδώ βλέπετε τις πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού, οι οποίες είναι αρκετά δραματικές, ενώ -έχουν γίνει πολλές μελέτες πάνω σε αυτό- όποιος επενδύει στην έρευνα και στην καινοτομία, αυτό έχει πολύ μεγάλη επίδραση (impact) στην οικονομική του ανάπτυξη και ειδικά σε μια χώρα σε κρίση, θα έπρεπε αυτό να το έχουμε βάλει σε προτεραιότητα.

Εμείς προτείνουμε ως προς τη χάραξη και χρηματοδότηση της εθνικής ερευνητικής πολιτικής, να θεσμοθετηθεί ο θεσμός και η διαδικασία στη βάση των οποίων θα διαμορφώνεται και θα επικαιροπoιείται η ΕΣΕΤΑΚ, που είναι το στρατηγικό σχέδιο, καθώς και ένα ρυθμιστικό πλαίσιο για την χρηματοδότηση της.

Βεβαίως, η ΕΣΕΤΑΚ θα πρέπει να κατατίθεται σε Δημόσια διαβούλευση και στη συνέχεια να ψηφίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων. Είναι ένα Εθνικό θέμα και δεν μπορεί η εκάστοτε κυβέρνηση να το τροποποιεί κατά το δοκούν.
Επιπλέον, όπως ακούστηκε και πριν, είναι πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη για άμεση πρόσληψη προσωπικού στα Ερευνητικά Κέντρα. Πολύ θα θέλαμε, κύρια Υπουργέ, μέσα στη συζήτηση που γίνεται για τα Πανεπιστήμια, για τις θέσεις, είναι επιτακτικό και αίτημά μας, να υπάρξουν θέσεις και για ερευνητές, γιατί πραγματικά υπάρχει πολύ μεγάλο πρόβλημα. Όπως είπε πολύ σωστά και ο κ. Ιωαννίδης, δεν φεύγουν μόνο οι νέοι, πλέον, φεύγουν και οι ώριμοι ερευνητές.

Αναφορικά με τον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας που αφορά περισσότερο και τη σημερινή συζήτηση. Στον ν.4009/2011 για τα Α.Ε.Ι., θεσμοθετήθηκαν οι πρώτες ρυθμίσεις για την διαμόρφωση του Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, κυρίως μέσω της θεσμοθέτησης και συνεργασίας Α.Ε.Ι. και Ερευνητικών Κέντρων στο επίπεδο δεύτερου και τρίτου κύκλου σπουδών. Δυστυχώς, στον ν.4310 της έρευνας, που ισχύει, καθώς και στο σχέδιο νόμου που ετοιμάζει το Υπουργείο Παιδείας, δεν εμβαθύνουν στις συνέργιες των Α.Ε.Ι. και Ερευνητικών Κέντρων και επιτείνουν τη διακριτή μεταχείριση των ερευνητών και των Ερευνητικών Κέντρων, σε σχέση με τους καθηγητές και τα Α.Ε.Ι..

Ειδικότερα, στις προτάσεις μας, θεωρούμε ότι για την έναρξη της δημιουργίας ενιαίου χώρου προτείνουμε, πρώτον, τη διεύρυνση του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας με την ενσωμάτωση σε αυτό του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Καινοτομίας, το οποίο θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας, σε άμεση συνεργασία με τα Συμβούλια Τριτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας και Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Δεύτερον, η διεύρυνση της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση, της γνωστής ΑΔΙΠ, ώστε να αποτελέσει κοινή αρμόδια Αρχή για την αξιολόγηση των Α.Ε.Ι. και των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων.

Μέχρι τώρα και τη χρηματοδότηση και την αξιολόγηση στα Ερευνητικά Κέντρα, την κάνει η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας. Θεωρούμε, ότι κατά τα Διεθνή πρότυπα, η αξιολόγηση και χρηματοδότηση πρέπει να γίνονται από διαφορετικούς οργανισμούς.

Εξειδίκευση και διασφάλιση της οριζόντιας δικτύωσης των μεγάλων Δημόσιων Ερευνητικών Ιδρυμάτων, τα οποία έχουν την έδρα τους σε ορισμένες μόνο Περιφέρειες, με ερευνητικούς φορείς των λοιπών Περιφερειών.
Τροπολόγηση του άρθρου 42, του ν.4009 που θα επιτρέπει τη σύναψη πρωτοκόλλων συνεργασίας μεταξύ Σχολής και Ερευνητικού Κέντρου ή Ινστιτούτου και Τμήματος ή Ινστιτούτου.

Επέκταση της ισχύος του συστήματος ΑΠΕΛΛΑ και στα Ερευνητικά Κέντρα, στις κρίσεις ένταξης, εξέλιξης των ερευνητών. Δυνατότητα του ερευνητή να ορίζεται κύριος επιβλέπον σε διδακτορική διατριβή, με σχετική απόφαση του αρμόδιου οργάνου των Α.Ε.Ι., χωρίς απαραίτητα να υπάρχει πρωτόκολλο συνεργασίας.

Επιπλέον, σύγχρονες ρυθμίσεις για τα πνευματικά δικαιώματα στις spin-off και start-up εταιρείες, ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη μεταφορά τεχνογνωσίας από τα Α.Ε.Ι.- Ερευνητικά Κέντρα προς τον παραγωγικό ιστό της χώρας και ενίσχυση των καινοτόμων πρωτοβουλιών των ερευνητών και καθηγητών.

Θεσμοθέτηση ενός αριθμού υποτροφιών για υποψήφιους διδάκτορες και μεταδιδάκτορες.

Δυνατότητα των Ερευνητικών Κέντρων της Γενικής Γραμματείας να συνδιοργανώνουν μεταπτυχιακά δεύτερου και τρίτου κύκλου.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι, όπως σας προανέφερα, ο κατακερματισμός του ερευνητικού ιστού. Όπως βλέπετε σε αυτό το οργανόγραμμα, στο Υπουργείο Παιδείας υπάρχει η Γενική Γραμματεία, στην οποία υπάγεται το κύριο κομμάτι του ερευνητικού ιστού, τα 10 κέντρα της ΓΓΕΤ, αλλά υπάρχει και ένα σημαντικό κομμάτι, το οποίο βρίσκεται εκτός του Υπουργείου Παιδείας, σε άλλα Υπουργεία και ακολουθεί τελείως διαφορετικό νομικό πλαίσιο.

Θεωρούμε σημαντικό, στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, ότι πρέπει να επεκταθεί και σε όλους τους υπάρχοντες, εκτός ΓΓΕΤ, Δημόσιους ερευνητικούς φορείς που είναι δικαιούχοι Δημόσιας χρηματοδότησης.

Για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού προτείνουμε οι πόροι για την «Έξυπνη Εξειδίκευση των Περιφερειών» να αξιοποιηθούν μέσω συμπράξεων και δικτυών μεταξύ των υπαρχόντων Α.Ε.Ι. και Ερευνητικών Κέντρων ανά Περιφέρεια.

Τέλος, ένα  πολύ σημαντικό  θέμα για ας είναι η αλλαγή του πρότυπου διοίκησης στα Ερευνητικά  Κέντρα και Ινστιτούτα. Αντιστοίχως, με το υπάρχον νομικό πλαίσιο, το οποίο επεξεργάζεται το Υπουργείο, διαιωνίζεται και ενισχύεται το προσωποκεντρικό, κλειστό  και αδιαφανές σύστημα διοίκησης  των Ερευνητικών Κέντρων. Οι ερευνητές  των Ερευνητικών Κέντρων δεν εκλέγουν από  τη βάση τα μονοπρόσωπα όργανα των Ιδρυμάτων, αντίθετα με τους καθηγητές των Α.Ε.Ι..

Έχουμε κάνει τις προτάσεις μας, σας έχουμε στείλει και ένα αναλυτικό υπόμνημα. Η βάση, όμως, για μας είναι ότι θα πρέπει να συμμετέχουν οι ερευνητές στην εκλογή των Διευθυντών Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων, να αναβαθμιστεί η λειτουργία και ο ρόλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Ινστιτούτου και να θεσμοθετηθεί για πρώτη φορά η Συνέλευση Ερευνητών του Ινστιτούτου.
Τέλος, ζητάμε θεσμοθέτηση των ρυθμίσεων, που προαναφέραμε, για τον ενιαίο χώρο. Επιπλέον, όμως, ζητάμε την επίσπευση των διαδικασιών της έναρξης του νέου ΕΣΠΑ με την προκήρυξη νέων ερευνητικών δράσεων και την προκήρυξη νέων θέσεων ερευνητών ανά Ινστιτούτο.

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια (1)

 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ
12 Φεβ 2016 16:27

Να με συγχωρέσει ο Μπρατάκος αλλά (κατά τη γνώμη μου) ο λόγος που ο κόσμος δεν προτιμά να φοιτήσει σε ένα ΤΕΙ, δεν είναι τόσο ότι τα ΤΕΙ δεν μπορούν να δώσουν διδακτορικά, όσο ότι πολλά τμήματα τους (και κυρίως αυτά της ΣΤΕΦ) δεν έχουν επαγγελματικά δικαιώματα.
Σε πρόσφατη δήλωση του είχε πει «H πολιτεία οφείλει να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων». Για ποιο λόγο δεν είπε κάτι ανάλογο και τώρα, έστω και επιγραμματικά;

Κατά τη γνώμη μου αξίζει ένα μπράβο στον Κοκκόση (πρόεδρος της ΟΣΕΠ-ΤΕΙ) καθώς ήταν ο μόνος που έθιξε το ζήτημα.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ