κού Ιστού, αποκλειστικά του εποπτευόμενου από τη ΓΓΕΤ. Του δημόσιου ερευνητικού συστήματος που είναι ένας από τους ελάχιστους τομείς της ελληνικής κοινωνίας που κρίνονται για τη λειτουργία και το έργο τους (ανά 5ετία από το 1995) με διαδικασίες και κριτήρια διεθνώς αποδεκτά.
Επιπλέον με τη δραστική περικοπή κατά 10 εκ. του προϋπολογισμού της ΓΓΕΤ δρομολογούνται πρόσθετες περικοπές των επιχορηγήσεων των Ερευνητικών Κέντρων που και για τα 12 Ερευνητικά Κέντρα της ΓΓΕΤ ήταν 55 εκ για το 2011. Επιχορήγηση που εδώ και χρόνια όσον αφορά στο «Δ» με δυσκολία καλύπτει τους μισθούς του μόνιμου προσωπικού ενώ η πληρωμή των πολυάριθμων Επιστημονικών Συνεργατών καθώς και οι κάθε είδους λειτουργικές δαπάνες, καλύπτονται από ερευνητικά προγράμματα είτε προγράμματα παροχής υπηρεσιών, τα οποία προτείνουν και διεκδικούν ανταγωνιστικά οι Ερευνητές.
Το ΔΣ του Συλλόγου Ερευνητών Δημόκριτου (ΣΕΔ) εκφράζει την έντονη δυσαρέσκεια του όχι μόνο με το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων για την αναδιάρθρωση του Ερευνητικού Ιστού της χώρας, άλλα και με την σχετική διαδικασία που εφαρμόσθηκε από το ΥΠΔΒΜΘ που αποδέχτηκε ακόμη μια φορά τη λαμπρή δημαγωγική πολιτική που εφαρμόζει η πολιτεία για την ανάπτυξη της χώρας.
Η ερευνητική κοινότητα του «Δ» έχει εκφραστεί πολλάκις θετικά στην ορθολογική προσέγγιση της βέλτιστης διάταξης του ερευνητικού ιστού. Έχει επανειλημμένα τονίσει με επιστολές προς την πολιτική ηγεσία του ΥΠΔΒΜΘ ότι η αναδιάρθρωση θα πρέπει να έχει ως στόχο την ανάπτυξη της Έρευνας και την αύξηση της αποτελεσματικότητάς της και της επίδρασής της στην Ελληνική κοινωνία. Μέσα από γενικές συνελεύσεις και ολομέλειες Ινστιτούτων, εκφράσθηκαν οι θέσεις των ερευνητών του «Δ» και διαμορφώθηκε η πρόταση για τη δημιουργία 6 νέων Ινστιτούτων (από τα 8 υπάρχοντα). Μια τέτοια πρόταση αποτέλεσε τη μόνη εναλλακτική που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των ερευνητών του «Δ» και συμφωνήθηκε και σε επίπεδο Διοικητικού Συμβουλίου του «Δ».
Δυστυχώς η ερευνητική κοινότητα του «Δ» διαπίστωσε ότι μια τέτοια πρόταση δεν εισακούστηκε από τις εποπτικές αρχές που προφανώς με αδιαφανείς διαδικασίες και επηρεασμένες ίσως από μονομερείς προτάσεις, κατέληξαν στην δημιουργία 5 Ινστιτούτων, μεταξύ αυτών και ενός υπέρ-Ινστιτούτου ετερογενών δραστηριοτήτων που προκύπτει από τη συγχώνευση τριών σημερινών Ινστιτούτων (Ινστιτούτο Επιστήμης Υλικών, Ινστιτούτο Φυσικοχημείας, Ινστιτούτο Μικροηλεκτρονικής). Είναι προφανές ότι για
λόγους διοίκησης, οργάνωσης δραστηριοτήτων και ιδιαιτερότητας ερευνητικών πεδίων ένα τέτοιο Ινστιτούτο που συγκεντρώνει πάνω από 70 ερευνητές (πάνω από 40% του ερευνητικού προσωπικού του «Δ»!) δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει αποδοτικά και δεν θα είναι σε θέση να διατηρήσει το επίπεδο των παραγωγικών αποτελεσμάτων καθώς και των εθνικών και διεθνών επιτευγμάτων που σημαδεύουν μέχρι σήμερα την ιστορία του «Δ». Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το επίδομα ευθύνης ενός Διευθυντή Ινστιτούτου (587 ευρώ) δεν είναι δυνατό να οδηγήσει στη διάλυση ενός Ινστιτούτου με εισροές εκ. ευρώ.
Το ΔΣ του ΣΕΔ ζητά από το ΥΠΔΒΜΘ την άμεση τροποποίηση της προτεινομένης αναδιάρθρωσης του ΕΚΕΦΕ «Δ» σύμφωνα με την συναινετική πρόταση της ερευνητικής κοινότητας του «Δ» για την δημιουργία 6 νέων Ινστιτούτων. Επιπλέον δηλώνει ότι η πρόταση που επιχειρείται να ψηφιστεί στο σχέδιο νόμου βρίσκει πλήρως αντίθετη την ερευνητική κοινότητα του «Δ».
Το Δ.Σ. του Σ.Ε.Δ









