Placeholder

ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ

Τι ειπώθηκε στη Βουλή για το Σχέδιο Νόμου για την Ερευνα και Καινοτομία

Ποιοι φορείς θα κληθούν να διατυπώσουν την άποψή τους
Δημοσίευση: 16/10/2014
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Σε πολύ χαμηλούς τόνους διεξήχθη σήμερα η πρώτη συζήτηση  επί του Σχεδίου Νόμου για την Έρευνα και Τεχνολογία  στην  Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλή. Η επόμεη συζήτηση θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη , όπου θα κληθούν να διατυπώσουν την άποψή τους οι ακόλουθοι δώδεκα φορείς:
 Δημόκριτος, το Εθνικό Σύστημα Ερευνών, ΕΚΕΤΑ, Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής και Ανάπτυξης, το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Έρευνας Κρήτη, το Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών, η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, Εκπροσώπους των Συνοδών Πρυτάνεων των Πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι., ΕΠΙΣΕΥ, Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Ένωση Ελλήνων Ερευνητών, Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων Δημοσίου Δικαίου και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων Ιδιωτικού Δικαίου. Ε
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
Ο υπουργός Παιδείας μιλώντας σήμερα είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
 Α. Αυτό το σχέδιο νόμου, έπρεπε να κατατεθεί και γιατί είχε υπάρξει όλη αυτή η περίοδος που χρονικά έχετε δίκιο έτσι είναι, τώρα πώς το δίνετε αυτό πολιτικά είναι δικό σας θέμα. Έπρεπε να κατατεθεί για να έχουμε και μια συνέχεια στη διοίκηση, εγώ ανέλαβα μετά από δύο χρόνια Αρβανιτόπουλου, δεν είναι σωστό, το έχω πει χίλιες φορές, να κάνουμε αλλαγές για τις αλλαγές. Είχα απαντήσει σε μια συνάδελφό του ΣΥΡΙΖΑ στην Ολομέλεια, η οποία είπε ότι από το 2008 η κάθε κυβέρνηση λέει ότι θα καταθέσει αυτό το νομοσχέδιο και δεν το καταθέτει, λοιπόν το κατέθεσε.
Β. Τρίτον, είναι προαπαιτούμενο για το πρόγραμμα που εφαρμόζουμε, όχι ως προς το περιεχόμενο του, ως προς αυτό είμαστε ελεύθεροι, αλλά ως ένας δείκτης ότι θέλουμε να κάνουμε αλλαγές σε πολύ κρίσιμους τομείς της κρατικής δραστηριότητας, εδώ της εποπτείας, της βοήθειας και της μέριμνας στην έρευνα και την τεχνολογία. Ήταν κόκκινη μια δράση που έπρεπε να πρασινίσει. Αυτοί είναι οι τρεις λόγοι που κατέθεσα το σχέδιο νόμου. Αυτή είναι μια ευθυγράμμιση και με τις ανάγκες, η Βουλευτής σας είπε «δεν θα το καταθέσετε επιτέλους, από το 2008», ε, αυτό έλεγε το πρόγραμμα, κάτι αυτονόητο λέει και το πρόγραμμα. Γι' αυτό το λόγο το κατέθεσα. Είμαι καθηγητής πανεπιστημίου και θα μπορούσα συνάδελφε να κάνω και εγώ μια μεταφορά εδώ, αφού έχω πια την νομοθετική πρωτοβουλία ως φυσικό πρόσωπο και ως πολιτικό πρόσωπο για να περάσω και εγώ τις απόψεις μου, δεν το έχω κάνει, αλλά επιφυλάσσομαι από την πορεία του διαλόγου να ακούω και στη δεύτερη ανάγνωση να κάνω την παρέμβαση μου και στη Βουλή, αλλά και στο ίδιο το σχέδιο νόμου, κάνοντας αλλαγές.
Γ. Δεύτερον, έχω εξαγγείλει έξω από το γραφείο του Πρωθυπουργού, μετά από σύσκεψη με τον κ. Πρωθυπουργό και τον κ. Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης την απελευθέρωση των ΕΛΚΕ, και η απελευθέρωση των ΕΛΚΕ χαιρετίστηκε και από τα ιδρύματα της έρευνας και από τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι. που έχουν ερευνητικά κέντρα.

Δ. Αναρωτιέμαι, κύριε συνάδελφε, αν στη συζήτηση που είχατε με τα ερευνητικά κέντρα τι σας είπαν επ’ αυτού και θα ήθελα πάρα πολύ να καταθέσετε στα πρακτικά - να μην τα δώσετε σε εμένα - τα πρακτικά από εκείνη τη συζήτηση που σας φάνηκε τόσο ενδιαφέρουσα και είμαι σίγουρος πως είναι. Θέλω να ξέρω όμως, άλλα λένε σε εμάς και άλλα λένε σε εσάς; Γιατί σε εμάς όλοι τους ήταν πολύ θετικοί και οι πανεπιστημιακοί και αμιγώς ερευνητικοί, όχι στο σχέδιο νόμου, αλλά στην απελευθέρωση των ειδικών λογαριασμών της έρευνας από την ενιαία αρχή πληρωμών και στις διευκολύνσεις στην έρευνα και στους ερευνητές που υποσχεθήκαμε. Αν λένε άλλα σε εσάς και άλλα σε εμάς, θα φανεί από τα πρακτικά.
Ε. Τρίτον, εγώ δυσπιστώ σε ορισμένες ρυθμίσεις του νόμου. Στο σχέδιο νόμου οι απόψεις που μας στείλανε είναι θετικές και μάλιστα - ο γενικός γραμματέας ξέρει - επειδή σε δικό μου συνεργάτη που είναι ερευνητής στο εθνικό Αστεροσκοπείο δεν αρέσει το σχέδιο νόμου και μου έκανε παρατηρήσεις, τον ρώτησα, το λέει αυτό ο χώρος σου; Τι λένε τα ιδρύματα, τα 11 αμιγώς ερευνητικά; Και τα 11 είναι θετικά στο σχέδιο νόμου και θα σας το πουν και εδώ.
ΕΛΚΕ
 Ζ. Τέλος, σε ό,τι αφορά τις διευκολύνσεις που είδαμε για τους ΕΛΚΕ, ήθελα να ξέρω τι λέτε εσείς για αυτό, συμφωνείτε; Συμφωνείτε με τις διευκολύνσεις πρόσληψης ερευνητικού προσωπικού; Για τις διευκολύνσεις μετακίνησής τους τι λέτε; Ή θέλετε δημόσιο λογιστικό σ’ αυτά; Αυτό πρέπει να το πείτε. Εμάς ο ελεύθερος κόσμος το χαιρέτισε αυτό κι όσο κι αν κάποιοι λένε, μα εκεί πέρα υπάρχουν και διάφορα δυσάρεστα πράγματα, το ακούμε, γι’ αυτό λέμε και έλεγχοι, όπως έλεγχοι σε όλους του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Δεν λέω για την αξιολόγηση, άλλα για τον διαχειριστικό έλεγχο. Τι κάνεις στα χρήματα που παίρνεις. Συμφωνούμε σε αυτό, αλλά όχι ο ακυρωτικός έλεγχος της γκρίζας ζώνης που σε όλα λες όχι ή όλα τα καθυστερείς και ακυρώνεις την έρευνα. Η έρευνα πρέπει να προχωράει και πρέπει να συνδεθεί με τον ιδιωτικό τομέα. Εδώ διαφωνούμε και ιδεολογικά, πρέπει να συνδεθεί με τον ιδιωτικό τομέα, αλίμονο αν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες σε προϊόντα που έχουν απλή ανάγκη για την τεχνολογία βάζουμε ιδεολογικούς φραγμούς ή τις γκρίζες ζώνες των δήθεν κρατικών εγγυήσεων που μόνο κρατικές εγγυήσεις δεν έχουν αποδειχθεί στην ίδια την πράξη.
ΑΡΙΣΤΕΙΑ ΙΙ
Η.
Στα προγράμματα Αριστεία ΙΙ υπάρχει πραγματικά ουσιώδης κριτική από τους ίδιους που έχουν μπει στα προγράμματα αυτά και έχουν υπογράψει συμβάσεις και έχουν δεσμευτεί για δαπάνες και που τώρα ακόμα και όταν τα προγράμματα αυτά τρέχουν με πραγματικά άριστο τρόπο τίθενται θέματα για τους ίδιους τους ανθρώπους που έχουν υπογράψει. Δηλαδή, θα φτάσουμε στο σημείο καταγγελίας συμβάσεων λόγω έλλειψης χρημάτων από συμβαλλόμενους του εξωτερικού ή και του εσωτερικού. Αυτό δεν θα είναι καλό, γι' αυτό κάνουμε μια προσπάθεια μεταφέροντας χρήματα από άλλους πόρους να καλύψουμε τη μεγάλη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που συμφωνήθηκε και σε αυτό που αναγκάζουμε τους ανθρώπους να πάνε λόγω της έλλειψης χρημάτων για τον προϋπολογισμό του 2015 και τις απομοιώσεις 30%, να φτάσουμε σε μειώσεις 10% που με ένα καλύτερο διαχειριστικό τρόπο, μπορεί κανείς να το ελέγξει. Ως απόδειξη αυτής της πολιτικής, καταθέτω σημερινή επιστολή του κ. Βασιλάκου προς όλους όσους έχουν αναλάβει ήδη δεσμεύσεις στο πλαίσιο του προγράμματοςΑριστεία ΙΙ, που έστειλε στους φορείς.
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΝΣΟΛΑΣ (Εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας): Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Κύριοι Υπουργοί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ειλικρινά είναι εξαιρετική τιμή και λαμπρή ευκαιρία που σ’ αυτή τη χρονική συγκυρία σήμερα εδώ στην εθνική αντιπροσωπεία, εισάγουμε ένα νομοσχέδιο υπό συζήτηση, ένα νομοσχέδιο πολύ σημαντικό για τη χώρα αλλά και για τους Έλληνες.
Από το 1985 με το νόμο 1514 ουσιαστική μεταρρύθμιση είναι αυτή που κατατίθεται σήμερα από το Υπουργείο Παιδείας στον τομέα της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας και φαινόταν από την μελέτη αυτών των νομοσχεδίων τόσο του 1985 όσο και των βελτιωτικών του παρεμβάσεων το 2001, το 2008 και 2010, χρειαζόταν ένα νέο ενιαίο και συνολικό πλαίσιο.
Θέλω να συγχαρώ την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, που κατόπιν επίμονης προσπάθειας καταθέτει σήμερα αυτό το νομοσχέδιο. Γνωρίζω τις ευαισθησίες του υπουργού, της ηγεσίας, του υφυπουργού, αλλά είχα ζήσει αυτή την αγωνία επί υπουργίας του κ. Αρβανιτόπουλου που ήταν δεκάδες οι ώρες, οι ημέρες συνεργασίας και της Επιτροπής και άτυπα τα στελέχη της, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν κατόπιν ενός γόνιμου διαλόγου αυτό το σχέδιο νόμου το οποίο νομίζω είναι η μόνη απάντηση σε αυτή την χρονική συγκυρία, στην κρίση, αφού θέλουμε πραγματική ανάπτυξη και οικονομία με τους κανόνες της αγοράς σε ένα σύγχρονο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό πλαίσιο.   Εξ άλλου αυτό είναι το πλαίσιο που επιτάσσει και το αρ.16 ΣΥΝΤ σύμφωνα με το οποίο η τέχνη, η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες, η δε ανάπτυξη και εφαρμογή τους, αποτελούν ευθύνη του κράτους. Αυτό ακριβώς κάνουμε σήμερα. Είμαστε κι εμείς συνυπεύθυνοι ως πολιτικοί παράγοντες στο να υπηρετήσουμε αυτό που επιτάσσει η ίδια η συγκυρία. Να δημιουργήσουμε δηλαδή ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο για τη χώρα το οποίο θα στηρίζεται στο λεγόμενο τρίγωνο της γνώσης, ήτοι την εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία. Η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας υπό την ηγεσία του κ. Βασιλάκου, το τελευταίο διάστημα κατέθεσε ένα ουσιαστικό πλαίσιο διαλόγου, όπου στη συζήτηση της ανοιχτής διαβούλευσης κατατέθηκαν εντυπωσιακές προτάσεις από τους πολίτες καθώς και από μη κυβερνητικούς παράγοντες και φορείς. Νομίζω ότι απαραίτητο θεμέλιο αυτής της προοπτικής είναι αυτή η συζήτηση που προηγήθηκε και στοιχειοθετήθηκε σε αυτό το σχέδιο νόμου.Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της πρότασης, είναι κατατεθειμένοι συγκεκριμένοι δομικοί όροι για την ανάπτυξη της χώρας στα επόμενα χρόνια και μάλιστα για πρώτη φορά συζητά επίσημα το νομοσχέδιο την αύξηση των ιδιωτικών και δημοσίων πόρων που διατίθενται στον τομέα έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας. Το σχέδιο νόμου δημιουργεί ένα νέο επικαιροποιημένο και σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο με ουσιαστική στρατηγική στόχευση και συγκεκριμένους δομικούς παράγοντες ανάπτυξης. Η δεύτερη προϋπόθεση αποτελεί αναγκαία συνθήκη για να υπάρξει η πρώτη εξ άλλου. Γιατί όμως είναι απαραίτητο αυτό το νέο θεσμικό πλαίσιο; Γνωρίζετε όλοι ότι το υπάρχον πλαίσιο ήταν ανεπαρκές, ελλιπές και επικαλυπτόμενο. Το γνωρίζουμε όλοι, διότι οι συζητήσεις που είχαμε όλο αυτό το διάστημα με τους παράγοντες που υπηρετούν και αναπτύσσουν την έρευνα, την τεχνολογία και την καινοτομία, το είχαν αναδείξει ως προτεραιότητα. Γι’ αυτό και ο Πρωθυπουργός και οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες είχαν ασχοληθεί το προηγούμενο διάστημα εμφατικά με αυτό.
    Πολύ περισσότερο σε επίπεδο έρευνας, απουσίαζε ένας στρατηγικός εθνικός σχεδιασμός, ένας μεγάλος εθνικός στόχος γύρω από τον οποίο θα ανασυντάσσονταν και θα αναπτύσσονταν τόσο οι ερευνητικές δραστηριότητες, όσο και ο ερευνητικός χάρτης της χώρας, αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να προσαρμοστεί στο νέο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον. Για πολλά χρόνια ο κατακερματισμός των ερευνητικών δραστηριοτήτων και η έλλειψη της εθνικής στρατηγικής σε συνδυασμό με ένα ανεπαρκές και δύσκαμπτο θεσμικό πλαίσιο κρατούσε την Ελλάδα στο «χθες». Εξαιρετικές προσπάθειες στον τομέα της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας, έμειναν ημιτελείς αφού δεν υπήρχε το πλαίσιο αλλά και τα εργαλεία διασύνδεσής τους με την παραγωγική διαδικασία. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις γινόταν έρευνα για την έρευνα. Αυτή είναι η αλήθεια. Η εμπειρία των προηγουμένων ετών μας βοήθησε να αποκωδικοποιήσουμε τα προβλήματα στον τομέα της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας, να αναζητήσουμε τις αιτίες της βραδυπορίας μας και τους λόγους για τους οποίους έμεινε πίσω η χώρα μας σε αυτόν τον τομέα.
    Είναι αναγκαία προϋπόθεση για να προχωρήσουμε στο αύριο να δούμε ποια είναι τα προβλήματα αυτά. Είναι σίγουρα η έλλειψη των αναγκαίων πόρων και η υποχρηματοδότηση. Είναι η διάχυση και ο κατακερματισμός των ερευνητικών δραστηριοτήτων και προγραμμάτων. Είναι η έλλειψη προτύπων καινοτομίας που θα αποτύπωναν τη διασύνδεση της έρευνας με την παραγωγική διαδικασία, κάτι που αναδείχθηκε στην Επιτροπή Έρευνας και Τεχνολογίας όταν ο Πρόεδρος της Επιτροπής ο κύριος Κόλλιας, κάλεσε φορείς και παράγοντες της έρευνας και το ανέδειξαν στην εθνική αντιπροσωπεία. Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχει έρθει η ώρα να αντιληφθούμε όλοι ότι η αύξηση των πόρων που θα διαθέσει ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας για την έρευνα, δεν αποτελούν καταναλωτικές και παραγωγικές δαπάνες, αντίθετα μέσα από ένα νέο στρατηγικό σχεδιασμό οδηγούν σε παραγωγή πλούτου και αύξηση του ΑΕΠ και δημιουργούν ένα νέο ανταγωνιστικό και βιώσιμο πλαίσιο ανάπτυξης, κάτι που θα αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα τα επόμενα χρόνια. Αυτό το στόχο έρχεται να υπηρετήσει και να προωθήσει το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα.
Το νομοσχέδιο διαμορφώνει αυτό που σήμερα αποτελεί είδος εν ανεπαρκεία: μια εθνική πολιτική για την έρευνα, μια εθνική πολιτική για την τεχνολογική ανάπτυξη, μια εθνική πολιτική για την καινοτομία. Διαμορφώνει ένα σύγχρονο, ευέλικτο και λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις και τα εργαλεία για τη σύνδεση της έρευνας για την παραγωγική διαδικασία, αναδεικνύει ευκαιρίες για επενδύσεις και άρα ευκαιρίες για την έρευνα και την καινοτομία. Αιχμή του δόρατος είναι η δημιουργία εθνικής στρατηγικής για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία. Διαμορφώνεται ένα πλαίσιο λειτουργίας μέσα από το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Καινοτομίας.    Σε αυτό, πλέον, θα συμμετέχουν μέλη της ερευνητικής και της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά και εκπρόσωποι του ιδιωτικού τομέα και της αγοράς.
Θα υπάρχουν περιφερειακά επιστημονικά συμβούλια σε καθεμία από τις 13 περιφέρειες με στόχο την περιφερειακή ανάπτυξη, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, αλλά και σύνδεσμοι επιφορτισμένοι με τα ζητήματα της έρευνας και της καινοτομίας σε κάθε Υπουργείο.
Όλα αυτά θα λειτουργούν ως συνεκτικοί κρίκοι μιας ενιαίας αλυσίδας που λέγεται εθνική στρατηγική, εθνικό στρατηγικό σχέδιο για την ανάπτυξη, την καινοτομία, την έρευνα και την τεχνολογία.
Ταυτόχρονα, και για πρώτη φορά θα υπάρχει και ένα 7ετές σχέδιο δράσης που θα εγκριθεί από την εθνική αντιπροσωπεία, δηλαδή, από εμάς. Μέσα από αυτό το νέο θεσμικό πλαίσιο δημιουργείται ένας εθνικός χώρος έρευνας με συγκεκριμένες αρχές και στόχους.
Για πρώτη φορά θα υπάρχει συντονισμός εθνικών και περιφερειακών ερευνητικών δραστηριοτήτων, προγραμμάτων και πολιτικών με τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας να διαδραματίζει συντονιστικό ρόλο, αλλά και με την ίδια να αξιολογείται ανά τριετία.
Δημιουργούνται συνέργιες, δίκτυα γνώσης και καινοτομίας στα οποία μπορούν να συμμετάσχουν ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια, ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και φορείς του Δημοσίου.
Δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την υλοποίηση πολιτικών, που στοχεύουν στην καινοτομία και θα απευθύνονται στην ίδια την αγορά.
Δημιουργούνται νέες ερευνητικές υποδομές για την ενίσχυση των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας.
Μέσα από την ανάπτυξη της έρευνας, μέσα από την ανάπτυξη της τεχνολογίας αφαιρούνται διοικητικά βάρη και οδηγούμαστε σε μείωση του κόστους των επιχειρήσεων.
Συνδέεται επιτέλους η χρηματοδότηση των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων από εθνικούς πόρους με την αξιολόγηση, σημαντικός παράγοντας που απαιτεί η ίδια η πραγματική οικονομία.
Προσδιορίζονται, λοιπόν, με ακρίβεια τα κριτήρια, αλλά και το πλαίσιο της αξιολόγησης.
Τα κριτήρια, πλέον, που θα κυριαρχούν είναι η αξιοκρατία, η αριστεία και η διαφάνεια.
Ενισχύεται η ανεξαρτησία και η αυτονομία των ερευνητικών κέντρων και των πανεπιστημίων και υπάρχει, πλέον, ευελιξία στη διοίκηση και στις λειτουργικές τους δραστηριότητες.
Ξεφεύγουμε από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και ανοίγει ο δρόμος για την κινητικότητα των ερευνητικών κέντρων, των ερευνητών στα ερευνητικά κέντρα, στα πανεπιστήμια, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα για την αξιοποίηση λαμπρών επιστημόνων, που δυστυχώς φεύγουν στο εξωτερικό ενώ μπορούν να δραστηριοποιηθούν στη χώρα μας και στα ίδια τα κέντρα.
Επίσης, προδιαγράφεται με σαφήνεια ο στόχος της αύξησης των δαπανών για την έρευνα και την καινοτομία, προκειμένου να προσεγγίσει τον κοινοτικό μέσο όρο.
Πέρα από την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης σε απόλυτους αριθμούς υπάρχει και η δυνατότητα η χρηματοδότηση αυτή να είναι έμμεση μέσα από φορολογικά κίνητρα και ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις που επενδύουν στην έρευνα και στην καινοτομία.
Η χρηματοδότηση, όμως, μπορεί να προέλθει και μέσα από τις δημόσιες συμβάσεις, τη συμμετοχή και σύμπραξη ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, αλλά και των ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων σε κοινότητες γνώσης και καινοτομίας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε Πρόεδρε, κύριοι Υπουργοί, κάποιες ειδικές αναφορές επιτρέψτε μου να αποτυπώσουμε σε όσα ανέλυσα προηγουμένως και οι οποίες αποτυπώνονται, βεβαίως, στο περιεχόμενο του νομοσχεδίου, ωστόσο, όμως,  είναι απαραίτητες σε αυτό το σημείο για να ακολουθήσει και ο διάλογος από τους συναδέλφους, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αποτελούν τον οδικό χάρτη με τον οποίον θα προσεγγίσουμε αυτούς τους υψηλούς στόχους που προαναφέραμε.
Μιλήσαμε για εθνική στρατηγική, για την έρευνα, την τεχνολογία, την ανάπτυξη και την καινοτομία. Αυτή θα προσδιοριστεί με ακρίβεια στόχων μέσα στο επόμενο εξάμηνο κάτω από τον συντονισμό της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας.
Αυτή η εθνική στρατηγική θα υλοποιείται με ένα σχέδιο δράσης σε συγκεκριμένους άξονες και με 7ετή χρονικό ορίζοντα. Με την έγκριση της Βουλής μετά από την παρέλευση των 7 ετών θα αξιολογούνται και θα επικαιροποιούνται οι δράσεις με ένα νέο 7ετές πρόγραμμα.
Το πιο σημαντικό ίσως που θα πρέπει να προταχθεί  είναι ότι η εθνική στρατηγική για την έρευνα και την καινοτομία, αλλά και το σχέδιο για την υλοποίησή της είναι ενταγμένα στο στόχο και το σχέδιο της αξιοποίησης των πόρων της νέας προγραμματικής περιόδου 2014-2020, σημαντικό κομμάτι των οποίων αφορά στην καινοτομία και την επιχειρηματικότητα, που παράγει καινοτομικά προϊόντα και υπηρεσίες.
Είχαμε την ευκαιρία με τον κ. Βασιλάκο στην Επιτροπή Έρευνας και Τεχνολογίας να γίνει ευρύτατη ανάλυση και εκεί διαπιστώσαμε ότι, θα περιλαμβάνονται στις κύριες μέριμνές του το εθνικό σχέδιο, κίνητρα για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων και ερευνητών, κίνητρα για την ανάπτυξη καινοτόμων δράσεων, αλλά και για την οικονομική αυτονομία και αυτάρκεια των ερευνητικών κέντρων.
Είναι ένα νέο φορολογικό, ασφαλιστικό και ελεγκτικό πλαίσιο για να αναπτυχθούν οι δραστηριότητες των ερευνητικών κέντρων και να ενισχυθεί ο εξωστρεφής χαρακτήρας τους.Στις συνεργασίες ανάμεσα στα Ερευνητικά Κέντρα, στα Πανεπιστήμια, στο δημόσιο και των ιδιωτικό τομέα, ο στόχος όπως είπα και πριν, είναι η διασύνδεση της έρευνας και της καινοτομίας, με την παραγωγική οικονομία και την παραγωγική διαδικασία. Είναι δεδομένο ότι υπάρχει ένα νέο πλαίσιο – μια νέα πολιτική φιλοσοφία για αυτό και αυτό αποτυπώνεται από τα όργανα που θα έχουν την αρμοδιότητα του σχεδιασμού και την υλοποίηση της πολιτικής για την έρευνα, την τεχνολογία, την ανάπτυξη και την καινοτομία. Δεν υπάρχει ασφυκτικός έλεγχος του κράτους;
Ο ασφυκτικός έλεγχος του κράτους που έθετε σε ομηρία πολλές φορές την ερευνητική δραστηριότητα, ανήκει πλέον στο παρελθόν. Πέρα από την κεντρική διοίκηση και την Γ.Γ.Ε.Τ., αρμόδιοι θα είναι, οι Περιφέρειες, το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας, καθώς και η Συντονιστική Επιτροπή, οι Περιφέρειες και ο δημόσιος Ερευνητικός Οργανισμός και οι Τεχνολογικοί Φορείς. Για τα ζητήματα που αφορούν την συγκρότηση αλλά και την λειτουργία οργάνων, όπως το Εθνικό Συμβούλιο αλλά και το Περιφερειακό Επιστημονικό Συμβούλιο για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία, θα έχουμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε αναλυτικά και διεξοδικά στην επί των άρθρων συζήτηση.
Θα πρέπει ωστόσο να κάνω μία ειδική αναφορά στο νέο μοντέλο οργάνωσης λειτουργίας και διοίκησης των Ερευνητικών Κέντρων και αυτό, γιατί πολύς λόγος γίνεται. Εκεί που πραγματικά θα υπάρξει πρωτογενής δραστηριότητα στον τομέα της έρευνας αλλά και μετεξέλιξη προκειμένου να συνδεθεί με την παραγωγική διαδικασία και αυτό είναι και μία απάντηση στις φωνές που τελευταία λαμβάνουν χώρα δημοσιεύματα που δεν ανήκουν στην πραγματικότητα και δεν εντάσσονται στο πλαίσιο, αυτής της φιλοσοφίας του νόμου. Δηλαδή, πρόκειται για ένα νέο μοντέλο λειτουργίας ευέλικτο και λειτουργικό και στόχος του, είναι, το αποτέλεσμα, η μετρήσιμη δραστηριότητα, αλλά και η διαμόρφωση συνθηκών οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων. Είναι απαραίτητη η συνθήκη πέραν της δημόσιας χρηματοδότησης, τα Ερευνητικά Κέντρα να έχουν τους ίδιους πόρους. Ίδιους πόρους, είτε μέσα από τις συνεργασίες που θα αναπτύξουν με τον ιδιωτικό τομέα, είτε από την αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων και προγραμμάτων. Αυτή, δεν είναι απλά μία σύγχρονη οπτική, αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν όχι μόνον τα Ερευνητικά Κέντρα αλλά και τα Πανεπιστήμια στην  Ευρώπη. Αυτό είναι που είπε ο κ. Βασιλάκος, η χάρτα η ευρωπαϊκή για την έρευνα, η χάρτα η ευρωπαϊκή για τον ερευνητή.
Ποια είναι τα νέα στοιχεία στην λειτουργία των Ερευνητικών Κέντρων; Κατοχυρώνεται η δημιουργία ενιαίου χώρου έρευνας, με πρότυπο και ενιαίο κανονισμό λειτουργίας για όλα τα Κέντρα. Δίνεται η δυνατότητα συνεργασιών ανάμεσα στα Ερευνητικά Κέντρα σε κοινές δραστηριότητας και προγράμματα αλλά και σε συνέργιες με τον ιδιωτικό τομέα. Επίσης, παρέχεται η δυνατότητα απασχόλησης των ερευνητών στον ιδιωτικό τομέα, που χρειάζεται υψηλού επιπέδου στελέχη. Εγκαινιάζεται ένα πλαίσιο συνεργασίας των Ερευνητικών Κέντρων με τα Πανεπιστήμια, με ανταλλαγή στελεχών. Αυτό ζητούν τα Πανεπιστήμια σήμερα, αυτό ζητάει η Ακαδημαϊκή Κοινότητα, αυτό ζητάει η σύγχρονη έρευνα και τεχνολογία, θα υπάρχει πλέον θεσμοθετημένη η ιδιότητα του επισκέπτη-καθηγητή αλλά και του επισκέπτη-ερευνητή.
Υπήρχαν αγκυλώσεις που αποτελούσαν τροχοπέδη σε αυτή την συνεργασία, που ήταν χρήσιμη, απαραίτητη και προϋπόθεση για την ανάπτυξη και το αύριο. Τα Ερευνητικά Κέντρα, θα μπορούν να αποδίδουν στον τίτλο του επίτιμου ερευνητή, όπως συμβαίνει και με τα πανεπιστήμια με τον αντίστοιχο τίτλο του ομότιμου καθηγητή. Δημιουργούνται Επιστημονικά Συμβούλια σε κάθε Ερευνητικό Κέντρο. Απλοποιούνται και επιταχύνονται οι διαδικασίες χρηματοδότησής τους. Η αξιολόγηση ερευνητών αλλά και Ερευνητικών Κέντρων, θα πραγματοποιείται σύμφωνα με τα ισχύοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Επίσης, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό, το γεγονός ότι δίνεται η δυνατότητα στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό, να διεκδικεί την αξιολόγησή του ως ερευνητής, εφόσον διαθέτει τα αναγκαία προσόντα. Θα ήθελα να κάνω μία ιδιαίτερη μνεία στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό, κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να μου επιτρέψετε επιπλέον ακόμη ένα λεπτό. Πολλοί από το ειδικό επιστημονικό προσωπικό, αποτελούν ένα ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιστημονικού επιπέδου. Όλοι αυτοί μπορούν να εμπλουτίσουν τον τομέα της έρευνας αλλά και να καλύψουν τις ανάγκες ΔΕΠ, εφόσον διαθέτουν διδακτορικό στα Πανεπιστήμια. Το ποιο σημαντικό είναι ότι μια τέτοια προοπτική, δεν συνδέεται με καμία επιπλέον οικονομική επιβάρυνση στον προϋπολογισμό και αυτό είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να εξετάσει διεξοδικά ο Υπουργός Παιδείας και τα στελέχη του Υπουργείου.
Τέλος θεωρώ σημαντικές τις διατάξεις, που αφορούν, στην εναρμόνιση του πλαισίου λειτουργίας της Εθνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, σύμφωνα με τα ισχύοντα διεθνώς και τις διεθνείς συνθήκες αλλά και τις διατάξεις που υποστηρίζουν και αξιολογούν προγράμματα έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Επάνω σε αυτό το θέμα για τα σχολεία, θα αναφερθώ στη δευτερολογία μου.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μέσα από αυτό το νομοσχέδιο μας δίνεται η ευκαιρία να διαμορφώσουμε την βάση μιας πολιτικής συναίνεσης που έχει ανάγκη ο τόπος, να ξεφύγουμε από τις ακρότητες και τις οξύνσεις που έχει ζήσει ο τόπος ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα και μάλιστα στις αίθουσες της εθνικής αντιπροσωπίας. Η έρευνα, η καινοτομία, η ανάπτυξη τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας είναι το μέλλον αυτού του τόπου. Θα αποτελέσουν ….. της νέας γενιάς ….. στο κόσμο επιβάλλεται και χαρακτηρίζεται από υψηλές απαιτήσεις.
Σας καλώ, να συμβάλουμε όλοι συνθετικά στη τελική διαμόρφωση αυτού του νομοσχεδίου, αυτής της χάρτας της έρευνας, της τεχνολογία και της καινοτομία.
Να το προσεγγίσουμε με τα μάτια στραμμένα στο αύριο και όχι στο σήμερα της κομματικής αντιπαράθεσης και των σκοπιμοτήτων του χθες. Είναι μια μοναδική ευκαιρία να περάσουν ένα απόλυτα θετικό μήνυμα στην κοινωνία, στους πολίτες που το έχουν ανάγκη.

ΘΕΑΝΩ ΦΩΤΙΟΥ (Εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ): Κύριε Πρόεδρε και αγαπητοί συνάδελφοι, τα δύο τελευταία χρόνια κατακλύζεται η κοινή γνώμη από συνεχείς δηλώσεις υπουργών και του ίδιου του Πρωθυπουργού της Κυβέρνησης για το ρόλο της έρευνας ως μοχλού ανάπτυξης της χώρας, ως φράγματος ανάσχεσης braindrain, ως κινητήριας δύναμης καινοτομίας για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και την αναδιάταξη της παραγωγικής ικανότητας της χώρας.
Όλα τα κόμματα στην Επιτροπή Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής, ζητούν αύξηση της χρηματοδότησης για την έρευνα και σήμερα ακούσαμε, ότι η αύξηση θα έρθει από τον ιδιωτικό τομέα, που έχουν φτάσει στα εξευτελιστικά επίπεδα του 0,5% επισήμως και ανεπισήμως θα το πω μετά, έναντι του 2% που έβαλε ως στόχο η Κυβέρνηση για να φθάσουμε συντόμως τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Όλοι τονίζουν τις ηρωικές προσπάθειες των Ελλήνων ερευνητών, που επιτυγχάνουν πρωτοφανείς επιδόσεις και πρέπει να ενισχυθούν οικονομικά και θεσμικά.
Προτείνουν την συνέργεια του ερευνητικό ιστού με τα Α.Ε.Ι. της χώρας, ώστε ενώνοντας δυνάμεις και πόρους να ανταποκριθούμε στις σημερινές συνθήκες.
Καταδικάζουμε όλοι την πολυδιάσπαση του ερευνητικό ιστού σε διαφόρων ταχυτήτων και νομικών καθεστώτων ερευνητικά κέντρα, ινστιτούτα, ενώσεις κ.λπ., νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου.
Τέλος, απαιτούν τον περιβόητο νέο νόμο για την έρευνα που θα διασφαλίζει θεσμικά τα παραπάνω, με, συλλογικά όργανα, δημοκρατία, διαφάνεια και αξιοκρατία.
Λέω όλα τα κόμματα στην Επιτροπή της Βουλής, αλλά και η εκάστοτε πολιτική ηγεσία - που την βλέπω και εδώ ή έφυγε ο κ. Αρβανιτόπουλος - και τώρα εσείς του Υπουργείου Παιδείας, όπως και ο κάθε Γ.Γ.Ε.Τ. και σήμερα θα γίνει Γ.Γ.Ε.Κ. μετά από αυτό το νόμο…
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων): Δεν θα γίνει, το παίρνουμε πίσω.
ΘΕΑΝΩ ΦΩΤΙΟΥ (Εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ): Το παίρνετε πίσω.
…. ο οποίος, μάλιστα, ο καινούργιος, ο πρόσφατος από πέρυσι τέτοια εποχή, ανά τρεις μήνες μας υπόσχεται, ότι ο νόμος είναι έτοιμος και ότι την άλλη εβδομάδα θα κατατεθεί.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων): Κατατέθηκε.
ΘΕΑΝΩ ΦΩΤΙΟΥ (Εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ): Φαίνεται, όμως, ότι τα συμφέροντα είναι μεγάλα. Ο νόμος γράφεται και ξεγράφεται και επιτέλους εμφανίζεται τον περασμένο Δεκέμβριο σε διαβούλευση 19 ημερών, συμπεριλαμβανομένων των Χριστουγέννων και γίνονται 531 σχόλια. Απέχει πολύ από όλες τις διακηρύξεις όλων των κομμάτων και εξαφανίζεται πάλι.
Σήμερα, εννιά μισή μήνες μετά, επανεμφανίζεται - οι 500 -  έχει αλλάξει, σαφώς. Άρα, η έκφραση που τον συνοδεύει «διαβούλευση» δεν ισχύει, υπάρχουν νέα άρθρα κ.λπ..
Αγαπητοί κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τι είναι αυτό το νομοσχέδιο που τόσο εξύμνησε ο Εισηγητής της Συγκυβέρνησης;
Δεν είναι απλά κατώτερο των προσδοκιών του Ερευνητικού Ινστιτούτου, όπως είχαμε τη δυνατότητα να ακούσουμε στη μεγάλη διαβούλευση 42 φυσικών και νομικών προσώπων και φορέων που συγκαλέσαμε την περασμένη Τρίτη. Ήρθαν οι περισσότεροι εξ αυτών, 15 φορείς. Όλοιαυτοί που αναφέρατε ήρθαν και μας μίλησαν. Τους καλέσαμε εδώ στη Βουλή ως ΣΥ.ΡΙΖ.Α..Είναιμαγνητοφωνημένα όσα είπαν και μπορείτε να τα ακούσετε προσωπικά. Το βρίσκουν, λοιπόν, όχι μόνο κατώτερο των προσδοκιών του Ερευνητικού Ινστιτούτου, των διακηρύξεων των κομμάτων και των κρίσιμων περιστάσεων που περνάει η χώρα, αλλά είναι τελικά ένα νομοσχέδιο οπισθοδρόμησης ακόμη και από τον νόμο που ψηφίσατε εσείς, κύριε Υπουργέ, ως ΠΑ.ΣΟ.Κ., το ν.1485/1985.Γιατί, πράγματι, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. τότε συνεισέφερε με δύο νόμους πολύ σημαντικούς και για την έρευνα και για την ανώτατη εκπαίδευση, τους οποίους η Συγκυβέρνηση όχι μόνο δεν τους βελτιώνει, δεν τους προωθεί, δεν τους εξελίσσει, αλλά τους πετάει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Διότι σήμερα επιθυμούμε η έρευνα και τα ερευνητικά ιδρύματα να εξυπηρετούν άμεσα επιχειρηματικά συμφέροντα αντί του δημοσίου συμφέροντος της χώρας για έρευνα και εφαρμοσμένη έρευνα. Διότι αναγκάζετε τα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας να λειτουργούν τα ίδια σαν επιχειρήσεις καινοτομίας για λογαριασμό του ιδιωτικού τομέα για να επιβιώσουν. Διότι αναγκάζει τους ερευνητές να λειτουργούν ως επιχειρηματίες, αφού το Κράτος δεν εξασφαλίζει τελικά ούτε τη μισθοδοσία τους, ούτε το εργασιακό τους καθεστώς. Διότι το Κράτος δεν δεσμεύεται ούτε ότι θα διασφαλίσει δημόσιους πόρους, δηλαδή δημόσια χρηματοδότηση και έρευνα, ούτε για ένα ευρώ για τα ερευνητικά κέντρα. Διότι όχι μόνο δεν δημιουργεί τον ενιαίο χώρο έρευνας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση - τον οποίο αναρωτιέμαι πού είδε ο κ. Κόνσολας ότι δημιουργήθηκε -αλλά επιτείνει την πολυδιάσπαση και την πολυτυπία. Δηλαδή, πλήττει την έννοια του δημόσιου αγαθού, το οποίο τελικά είναι αυτό που επιτελείται σε δημόσιους φορείς που στελεχώνονται με δημόσιους λειτουργούς και χρηματοδοτούνται με δημόσιο χρήμα. Αυτό ορίζουν ως δημόσιο αγαθό τα άρθρα 5 και 16 του Συντάγματος. Με αυτή την έννοια καταστρατηγείται.
Κύριε Υπουργέ, η κριτική μας στο νομοσχέδιο θα κινηθεί σε τέσσερις άξονες σήμερα. Σε άλλη συνεδρίαση θα παρουσιάσουμε τους δικούς μας άξονες, τη δική μας αντίληψη για την έρευνα και το νομοθετικό έργο που θα κάνουμε. Ως προς τον πρώτο άξονα, ισχυρίστηκα ότι πλήττεται η έρευνα ως δημόσιο αγαθό στα τρία της επίπεδα και, πρώτον, στους φορείς της έρευνας, γιατί, ενώ ορίζεται το ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο οργάνωσης της έρευνας, δεν υπάρχει το εθνικό. Ξεχάστε αυτά που λέτε στην αιτιολογική έκθεση και δείτε τι έχετε βάλει μέσα με το νόμο. Υπάρχει εκεί ορισμός των εθνικών και των ακαδημαϊκών ερευνητικών κέντρων; Δηλαδή, αγνοούνται τα υφιστάμενα ερευνητικά κέντρα και δεν υπάρχουν. Έχει εξαφανιστεί ως διά μαγείας ερευνητικός ιστός της χώρας, καθώς το κείμενο του νόμου πουθενά δεν τα ορίζει, δεν τα κατονομάζει πλην της εισηγητικής έκθεσης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να τα «κινεί» κατά το δοκούν η ΓΓΕΚ και το Υπουργείο.
Μπορεί, επομένως, να τα συγχωνεύει ή να τα παύει με υπουργικές αποφάσεις και όχι με τον νόμο, πράγμα που υπήρχε στο νομοσχέδιο του Δεκεμβρίου και τώρα εξαφανίστηκε. Σκόπιμα, λοιπόν, παραλείπονται από το θεσμικό πλαίσιο τα περί λειτουργίας των ερευνητικών κέντρων, περί οργανικών θέσεων προσωπικού κ.λπ., ενώ προβλέπετε τη θεσμοθέτηση ερευνητικών κέντρων με ημερομηνία λήξης. Αναφέρομαι στο άρθρο 13 και θα τα πούμε αργότερα. Τι συμβαίνει, λοιπόν, εδώ; Τα ξεχάσατε τα ελληνικά ερευνητικά κέντρα; Φοβάμαι ότι απεργάζεστε τον ξαφνικό θάνατό τους, όπως στην περίπτωση της ΕΡΤ, για να τα επανιδρύσετε με νέες εργασιακές θέσεις, νέο εργασιακό καθεστώς και προσωπικό λιγότερο ενοχλητικό ίσως, αφού προηγηθούν απολύσεις. Αυτό και μόνο καθιστά το νομοσχέδιο έωλο.
Δεύτερον, πολλαπλασιάζεται ο κατακερματισμός του ερευνητικού κόσμου και οι διάφοροι τύποι του. Αναγνωρίζονται ως φορείς έρευνας ιδιωτικές και επιχειρηματικές ενώσεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, οι οποίες χρηματοδοτούνται από τον φτωχό κρατικό κορβανά. Υπό τον αδόκιμο όρο «λοιποί φορείς» αναγνωρίζονται ως φορείς έρευνας φυσικά πρόσωπα και φυσικές ενώσεις, χωρίς να αναφέρεται πουθενά ποιος τις αξιολογεί και ποιος τις πιστοποιεί πέραν της ίδιας της ΓΓΕΚ. Είναι «ξέφραγο αμπέλι», λοιπόν, οι φορείς έρευνας.
Όσον αφορά τους ερευνητές, εγώ πραγματικά πιστεύω ότι είναι εξοργιστικό αυτό που συμβαίνει, γιατί, εκτός των υφιστάμενων ερευνητικών κέντρων που εξαφανίζονται, εξαφανίζονται και οι υπηρετούντες ερευνητές, οι οποίοι εμφανίζονται στο νόμο μόνο όταν πρόκειται να αξιολογηθούν. Βεβαίως, δεν αναφέρεται πουθενά ότι είναι δημόσιοι λειτουργοί, αλίμονο. Αντίθετα, υποβιβάζονται σε συμβασιούχους. Αλλάζει ο τρόπος της κρίσης σε βάρος τους από τα εκλεκτορικά σώματα. Δεν προβλέπεται η εξέλιξη των ήδη υπηρετούντων δεύτερης και τρίτης βαθμίδας χωρίς διδακτορικό. Άρα, οι οιμωγές του ηρωικού ερευνητικού προσωπικού ήταν για άλλη μια φορά υποκριτικές.
Όσον αφορά δε τη δημόσια χρηματοδότηση, που μας είπε ο κ. Κόνσολας ότι πλέον αντιμετωπίζεται η υποχρηματοδότηση, βεβαίως δεν υπάρχει η έννοια της δημόσιας εθνικής χρηματοδότησης. Δεν εγγυάται το Κράτος ούτε ένα ευρώ πλέον ούτε στα ερευνητικά κέντρα, ούτε, προφανώς, την κάλυψη των πάγιων και λειτουργικών αναγκών τους ή τη μισθοδοσία του προσωπικού τους. Αυτά τα διαπραγματεύεται κατά κέντρο ξεχωριστά με την πανίσχυρη ΓΓΕΚ. Είναι νέο πεδίο δόξης λαμπρό για πελατειακές σχέσεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Ενώ το δημόσιο χρήμα για την έρευνα όλοι ομολογούμε ότι δεν υπάρχει - εκτός και αν υπάρχει και δεν το ξέρω - διασπαθίζεται το ήδη υπάρχον σε έναν νέο αχανή χώρο δικαιούχων, τους περιβόητους λοιπούς που κατονομάζονται επιλεκτικά στο νόμο – άραγε με τι κριτήρια; – η Θεολογική Ακαδημία Βόλου, τον Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, το Ερευνητικό Κέντρο Μοχάμεντ Άλι, το Ίδρυμα Ορμύλια, κ.λπ.. Παράλληλα θα χρηματοδοτήσετε και τους φορείς της αλλοδαπής. Σε ποια χώρα της Ευρώπης συμβαίνει αυτή η γενναιοδωρία; Αυτό είναι πρόκληση για την Ελλάδα της κρίσης.
Τέλος, επιμένετε ότι η έρευνα θα χρηματοδοτηθεί με επενδύσεις, όταν ομολογείτε ότι αυτό δεν έγινε ποτέ στη χώρα. Το ξέρετε πολύ καλά ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν έχει χρηματοδοτήσει ποτέ την έρευνα και είναι γνωστό διεθνώς και τεκμηριωμένο ότι μόνο οι δημόσιες επενδύσεις είναι μοχλός ανάπτυξης της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας. Όλα αυτά που θεσμοθετείτε είναι εξοργιστικά, πολύ περισσότερο όταν αυτές τις μέρες κόψατε κατά 10% έως 40% εγκεκριμένα κονδύλια του ΕΣΠΑ - εδώ  αναθεωρούνται; - σε ερευνητικά έργα εν εξελίξει και όταν η επιχορήγηση των δημοσίων κέντρων κόπηκε κατά 30% ως 40% τα τελευταία 4 χρόνια. Ας ακούσει, λοιπόν, ο ελληνικός λαός ότι όλα αυτά που λέτε είναι για 33 εκατ.. Τόσα συνολικά δίνει ο κρατικός κορβανάς στα ερευνητικά κέντρα. Προς τι όλος αυτός ο χαμός εδώ; Θα το εξηγήσουμε αργότερα. Όλα αυτά συμβαίνουν όταν ξέρετε ότι με τις νέες περικοπές σε 6 μήνες πολλά κέντρα θα στερούνται τη μισθοδοσία του προσωπικού τους και, ω του πολιτικού θράσος, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, ο κ. Κυριαζής, ζητάει οι προϋπολογισμοί να είναι ισοσκελισμένοι και πλεονασματικοί.
Ο δεύτερος άξονας αφορά τον επαναπροσανατολισμό, κατά την άποψή μας, της εθνικής στρατηγικής για την έρευνα με επίκεντρο την καινοτομία σε βάρος της βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, στην πραγματικότητα με την έλλειψη ενός επί της ουσίας εθνικού στρατηγικού σχεδίου για την έρευνα. Γιατί, αν δείτε με ποιο τρόπο καταρτίζεται το ΕΣΕΤΑΚ, θα καταλάβετε ότι αυτό είναι υπόθεση εντός των τειχών του Υπουργείου αποκλειστικά, της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας. Απουσιάζει τελείως η βασική έρευνα. Κύριοι Βουλευτές, η βασική έρευνα σε όλες τις επιστημονικές περιοχές είναι προαπαιτούμενο για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας με σύγχρονους όρους, ακόμη και αν δεν οδηγεί σε άμεσες επενδύσεις ή  άμεση οικονομική αξιοποίηση, όπως, είναι, για παράδειγμα, η έρευνα σε ανθρωπιστικές επιστήμες, στα μαθηματικά, στη θεωρητική φυσική. Έχει μεγάλη σημασία για τη δημιουργία ισχυρής γνωστικής βάσης προς όφελος της κοινωνίας και αποτελεί προϋπόθεση για την καινοτομία και ανάπτυξη. Είναι κοντόφθαλμο το σχέδιο που βλέπει μόνον την έρευνα ως καινοτομία, είναι εξαιρετικά κοντόφθαλμο, υποχειριάζει το μέλλον της χώρας. Η εθνική στρατηγική έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας χαράσσεται αποκλειστικά από την ΓΓΕΚ με τον πανίσχυρο Γραμματέα της και δεν υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί και διαδικασίες πιο συλλογικές και γι’ αυτό πιο διεπιστημονικές.
 Κύριε Υπουργέ, στον τρίτο άξονα κάνουμε κριτική, ως ΣΥΡΙΖΑ, σε αυτό το σχέδιο, το οποίο είναι η οπτικοποίηση του διαγράμματος της ΓΓΕΚ. Οπτικοποιημένη, λοιπόν, η ΓΓΕΚ, αν την δείτε -κύριε Υπουργέ σας το δίνω, αλλά και το καταθέτω στα πρακτικά  και αν κάνουμε κανένα λάθος, να μας το πείτε- θα δείτε από αυτό το οπτικοποιημένο διάγραμμα ότι υπάρχει μια γιγάντια ΓΓΕΚ, ένας πανίσχυρος Γενικός Γραμματέας, που αποφασίζει τα πάντα. Θέλετε να γίνει και η ΓΓΕΚ, εκτός των άλλων και φορέας εκπαίδευσης και να έχει ένα υποβαθμισμένο ΕΣΕΚ, που είναι το βασικό επιστημονικό όργανο που έχει για τη χάραξη της έρευνας και διάφορα όργανα γύρω της -ΠΕΣ, δηλαδή, περιφερειακά συμβούλια, συντονιστές υπουργείων κ.λπ.- όλα εκτελεστικά και καθαρά συμβουλευτικά. Αποφασίζει για τη σύνθεση του ΕΣΕΤΑΚ και των ΤΕΣ, δηλαδή τα Τομεακά Συμβούλια και όλα αυτά, μόνος του ο ΓΓΕΚ. Στο επίπεδο Διοίκηση και Οργάνωση Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων διορίζει την πλειοψηφία των μελών των Δ.Σ. τους, τον διευθυντή και πρόεδρο του με υπερεξουσίες και τον διευθυντή και πρόεδρο των ινστιτούτων. Δηλαδή, σώματα που διοικούν όλα τα ερευνητικά κέντρα, στα οποία οι διορισμένοι έχουν μεγαλύτερο ποσοστό από αυτούς που εκλέγονται. Ιδού η δημοκρατία. Ο τέταρτος άξονας, λοιπόν, τα φοβερά ελλείμματα δημοκρατικής λειτουργίας και συγκρότησης των οργάνων των δημόσιων φορέων της έρευνας.
 Προβλέπει το νομοσχέδιο αυστηροποίηση των διαδικασιών λειτουργίας των διοικητικών συμβουλίων των κέντρων και επίταση της ευθύνης των μελών τους, ενώ ταυτόχρονα εισάγει το καινοφανές της μυστικότητας των συνεδριάσεων. Τι σημαίνει αυτό; Τι σημαίνει «μυστικότητα των συνεδριάσεων»; Τι είναι εδώ, κρατικά μυστικά; Δηλαδή, έλεος, ας πούμε, τι άλλο θα δούμε;
 Έχει απαλειφθεί από το σχέδιο νόμου η διάταξη περί προσωρινής ισχύος των υφιστάμενων εσωτερικών κανονισμών μέχρι τη δημοσίευση των νέων. Δηλαδή, δεν υπάρχει μεταβατικό στάδιο; Μήπως πάλι κάτι ύποπτο συμβαίνει εδώ;
 Όσον αφορά την Ελληνική Εταιρία Ατομικής Ενέργειας, η Ελληνική Εταιρία Ατομικής Ενέργειας είναι ανεξάρτητη σοβαρή αρχή δημόσια, δηλαδή υπηρεσία η οποία νομοθετεί και ρυθμίζει όλα τα θέματα στην επικράτεια για τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες. Η γνώμη μας είναι ότι η ΕΕΑΕ πρέπει να παραμείνει ρυθμιστική αρχή ή τουλάχιστον ένα τμήμα της και αναρωτιόμαστε εάν χρειάζεται να περιλαμβάνεται σε αυτό εδώ το νομοσχέδιο. Χρειάζεται ένα επικαιροποιημένο θεσμικό πλαίσιο, αλλά αυτό είναι ανεξάρτητο αυτού του νομοσχεδίου και πρέπει να παραμείνει για ένα μέρος της ως ρυθμιστικής αρχής στο στενό πυρήνα του Κράτους για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος. Εννοώ το regulatory body, προφανώς. Τελειώνοντας, τι συμβαίνει με το νέο νόμο; Τι πριμοδοτεί; Σημαίνει ότι πριμοδοτείτε η διπλή ιδιωτικοποίηση της έρευνας, ιδιωτικοποιούνται τα δημόσια ερευνητικά κέντρα, πριμοδοτείτε νέα αγορά ιδιωτικών ερευνητικών κέντρων και φορέων, όλοι δε θα λειτουργούν με επιχειρηματικά κριτήρια. Σε συνθήκες κρίσης, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι το μόνο υπαρκτό χρήμα -ακούστε με, εδώ υπάρχει χρήμα πράγματι και υπάρχει και αγορά- είναι το χρήμα ΣΕΤ δηλαδή του νέου ΕΣΠΑ 2014-2020, το οποίο θα διανεμηθεί σε 13 περιφέρειες της χώρας με ανταγωνιστικά προγράμματα προς τις ευρωπαϊκές περιφέρειες, προϋπόθεση όλων αυτών για τη χρηματοδότηση είναι η σύνδεση των ερευνητικών κέντρων με αυτές και αντί να σχεδιάσουμε και να αξιοποιήσουμε τον υφιστάμενο ερευνητικό ιστό, τον οποίο υμνείτε όπου σταθείτε και βρεθείτε, αντίθετα θέλει να δημιουργήσει μια νέα ιδιωτική αγορά ιδιωτικών υπηρεσιών, διασπαρμένων στις 13 περιφέρειες, σε συνεργασία με ευρωπαϊκά κέντρα, το οποίο θα χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκά κονδύλια με πενιχρό κρατικό προϋπολογισμό, αυτή την αγορά θέλει να πριμοδοτήσει με χαλαρούς κανόνες, χωρίς να την νοιάζει ότι καταστρέφει τον υφιστάμενο ιστό και δείγματα αυτής της αγοράς έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σε όλες τις περιφέρειες. Με αυτή την εικόνα, το να λέγεται στο τέλος ότι στόχος μας είναι να φτάσουμε την εθνική δαπάνη για ερευνητικά κέντρα για την έρευνα στο 2% του ΑΕΠ, εγώ το θεωρώ εμπαιγμό. Ζητάμε να αποσυρθεί το νομοσχέδιο και πολύ σύντομα θα σας εκθέσουμε το δικό μας. Ευχαριστώ.

 ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΟΥΣΗ (Ειδικής Αγορήτριας της Δημοκρατικής Αριστεράς): Κύριε Πρόεδρε, θα ξεκινήσω με ένα ρητορικό ερώτημα που είμαι σίγουρη ότι όλα τα κόμματα της Βουλής τουλάχιστον αυτά που είναι παρόντα στην Αίθουσα θα απαντούσαν καταφατικά. Χρειαζόμαστε την έρευνα; Και μετά θα συμπληρώσω αυτό το ερώτημα με άλλα δύο ερωτήματα, για ποίο λόγο την χρειαζόμαστε και ποια έρευνα χρειαζόμαστε; Εκεί δεν είμαι σίγουρη ότι όλα τα κόμματα της Βουλής θα απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο.
Κατά την άποψη της Δημοκρατικής Αριστεράς δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος χωρίς έρευνα. Επιστήμη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς έρευνα και εκπαίδευση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς έρευνα. Πάντα ήταν έτσι. Κάθε κοινωνία απλά διέθετε τους δικούς της πόρους και τα δικά της μέσα και η πρόοδός της ήταν συνυφασμένη με την επένδυση που έκανε στην έρευνα. Κάθε κοινωνία διαμόρφωνε τα δικά της ερωτήματα για τη φύση και τον εαυτό της και μόνο μέσα από την έρευνα μπορούσε να τα απαντήσει, προκειμένου να δημιουργήσει νέα γνώση, να κατανοήσει τον κόσμο και να τον βελτιώσει.
Αυτό το «βελτιώσει» έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία για την έρευνα. Οι κοινωνίες που απομακρύνονταν από αυτόν τον στόχο στην ουσία υποθήκευαν το μέλλον τους. Όσο απομακρύνονταν από το «πίστευε και μη ερεύνα» τόσο βελτίωναν την ζωή τους. Με αυτή την έννοια η έρευνα είναι από την φύση της και απελευθερωτική και συνυφασμένη με την ελευθερία του πνεύματος και την διακίνηση ιδεών.
Κάθε αντίληψη άμεσης ανταποδοτικότητας της έρευνα είναι κατά την άποψή μας στενή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η έρευνα δεν πρέπει να έχει επαφή με την κοινωνία και την οικονομία. Η έρευνα και τα δεδομένα της οφείλουν να διαχέονται στην πραγματική ζωή, αλλά αυτό δεν είναι αποτέλεσμα, δεν είναι υπόθεση μόνο του ερευνητικού κέντρου ή του ερευνητή, αλλά είναι πρωτίστως υπόθεση δημόσιων πολιτικών στο πλαίσιο χάραξης στρατηγικών ανάπτυξης. Απαιτούνται σήμερα μεγάλες δημόσιες επενδύσεις και εθνικού και ευρωπαϊκού επιπέδου διότι η έρευνα ποια σήμερα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι κατά την άποψή μας και η έρευνα και η καινοτομία αποτελούν τους βασικούς τομείς στους οποίους η επένδυση αποτελεί στρατηγική επιλογή εξόδου από την σημερινή κρίση και διασφάλιση της θέσης που οφείλει να διεκδικήσει κάθε χώρα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας στο πλαίσιο ανάπτυξης ενός νέου παραγωγικού μοντέλου.
Μία από τις πλέον σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητες η επιστημονική έρευνα, που όπως είπα είναι συνυφασμένη με την ελευθερία του πνεύματος, δεν μπορεί να υπαγορεύεται στην βάση μοντέλων είτε ελεύθερης αγοράς είτε μονοδιάστατου κρατικού προγραμματισμού. Η δημιουργία της κοινωνίας της γνώσης του 21ου αιώνα είναι πρωτίστως η υπόθεση της πολιτείας.
Το πρωταρχικό και θεμελιώδης κίνητρο της επιστημονικής διαδικασίας είναι η ελεύθερη παραγωγή νέας γνώσης. Η μετουσίωση της νέας γνώσης σε κοινωνικά και οικονομικά πολύτιμο αγαθό απαιτεί την ενεργό συμμετοχή των δυνάμεων της παραγωγής που είναι σε θέση να διαχειριστούν καλύτερα και με ποιο αποτελεσματικό τρόπο τα ερευνητικά αποτελέσματα σε ένα περιβάλλον αρκετά πιο σύνθετο από αυτό το ερευνητικό του ερευνητικού εργαστηρίου.
Για το λόγο αυτό βασικό στοιχείο κάθε ορθολογικής πολιτικής για την έρευνα είναι η ενίσχυση της συμπληρωματικότητας ρόλων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα προκειμένου να ενισχύσουμε τις ενέργειες και να πετύχουμε την μέγιστη αποτελεσματικότητα και όχι την υποκατάσταση του ρόλου του δεύτερου από τον πρώτο.
Η Δημοκρατική Αριστερά έχει θέσει στον πυρήνα της ερευνητικής της πολιτικής την επένδυση στο τρίγωνο εκπαίδευση, έρευνα, καινοτομία. Για αυτό το λόγο οι βασικοί άξονες της πολιτικής της πηγάζουν και εκπορεύονται από τη στρατηγική επιλογή της δημιουργίας ενός ενιαίου χώρου της εκπαίδευσης και της έρευνας που έχουμε και στον παρελθόν υποστηρίξει.Αν και το δημόσιο ερευνητικό σύστημα φαίνεται να επιτυγχάνει στη χώρα μας υψηλές επιδόσεις, η συμβολή τους στις οικονομικές επιδόσεις της χώρας είναι μικρή. Το γεγονός αυτό αποτελεί αντανάκλαση της χαμηλής εθνικής εγχώριας δαπάνης για έρευνα, κάτω από το 0,5% του Α.Ε.Π., ενώ στις χώρες της Ε.Ε. ο μέσος όρος κυμαίνεται από 2,1% έως 2,5%. Επίσης, αποτελεί έκφραση μιας δομικής αδυναμίας της ελληνικής κοινωνίας, η οποία σχετίζεται με το χαμηλό βαθμό αλληλεπίδρασης του εκπαιδευτικού και ερευνητικού συστήματος, με τον παραγωγικό τομέα.
Με απλά λόγια, ενώ ενοχοποιούνται τα ερευνητικά κέντρα και η έρευνα στη χώρα μας για τη μη σύνδεσή τους με την παραγωγή, στην πραγματικότητα έχουμε έναν παραγωγικό τομέα, που δεν επενδύει στην έρευνα. Πιστεύουμε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα ενδογενών αδυναμιών της ελληνικής κοινωνίας, που εκφράζεται με χαμηλά επίπεδα επενδύσεων των ελληνικών επιχειρήσεων σε έρευνα και ανάπτυξη καινοτομικών προϊόντων. Εμείς, θέλουμε αυτή την επένδυση και πιστεύουμε ότι μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας δημόσιας πολιτικής για την έρευνα.
Εμείς, προτιμούμε την ακόλουθη δέσμη μέτρων και θα έρθω και στο συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, να δω, κατά πόσο ανταποκρίνονται οι ρυθμίσεις σ’ αυτά τα μέτρα.
Θέλουμε τη διαμόρφωση μιας εθνικής ερευνητικής πολιτικής, στο πλαίσιο διαμόρφωσης ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου, που βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στην παραγωγή και αξιοποίηση της νέας γνώσης.
Γίνεται αυτό με το παρόν σχέδιο νόμου; Δεν γίνεται.
Έχουμε ένα διάσπαρτο ερευνητικό ιστό - το έχουμε πει και άλλες φορές, κύριε Γενικέ, αυτό - έχουμε το μικρότερο αριθμό των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων κάτω από την ομπρέλα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας. Έχουμε το εξής οξύμωρο. Ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα, που είναι στο Παιδείας και δεν ανήκουν στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας, έχουμε, δηλαδή - εκτός από το καθεστώς δημόσιο και ιδιωτικό, που έχει αναδειχθεί και θα αναδείχθηκε στην κατ' άρθρο συζήτηση - ένα σχέδιο νόμου που αφορά τα ινστιτούτα της ΓΕ.Γ.Ε.Τ.. Δεν πιάνετε τα ερευνητικά κέντρα και τα ινστιτούτα από υπάρχουν στα άλλα Υπουργεία. Πώς; Μέσα από το συντονιστικό ρόλο της ΓΕ.Γ.Ε.Τ.. Γιατί δεν ενοποιείτε τον ερευνητικό ιστό της χώρας; Θα μου απαντήσετε συγκεκριμένα.
Ένα εθνικό σχέδιο για την έρευνα, κατά την άποψή μας, πρέπει να ενοποιεί τον ερευνητικό ιστό, να συσχετίζει τα ερευνητικά αντικείμενα των διαφόρων ινστιτούτων και ερευνητικών κέντρων, έτσι ώστε να μην έχουμε σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού και απομόνωση των ερευνητικών δεδομένων. Αυτό είναι το πρώτο.
Το δεύτερο, θα πρέπει να ενοποιεί την έρευνα με την εκπαίδευση. Έχουμε πει πάρα πολλές φορές, ότι δεν γίνεται, τουλάχιστον στο επίπεδο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, να έχουμε καλή πανεπιστημιακή διδασκαλία, χωρίς έρευνα και δεν μπορούμε να έχουμε και έρευνα, τουλάχιστον σε ένα βαθμό, χωρίς συνεργασία των επιστημόνων, που διδάσκουν στα πανεπιστήμια και αυτών, που ερευνούν στα ερευνητικά κέντρα.
Επίσης, πρότασή μας είναι η ετήσια σταδιακή αύξηση των δαπανών για την έρευνα. Ξέρουμε τις συνθήκες, τις οποίες διέρχεται η χώρα μας, αλλά δεν μπορούμε να έχουμε ανάπτυξη της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας, χωρίς να έχουμε αύξηση του 0,5% του Α.Ε.Π.. Αυτό είναι απαγορευτικό. Μπορούμε σταδιακά να δούμε την αύξηση των δαπανών για την έρευνα και την καθιέρωση ενός μόνιμου Εθνικού Προγράμματος Έρευνας, με τακτικές προκηρύξεις, κατ' έτος.
Την ανάδειξη της αριστείας και την ενίσχυση της δημοκρατικής οργάνωσης της εσωτερικής ζωής των ερευνητικών κέντρων και των Α.Ε.Ι..
Την ενίσχυση και καθιέρωση μεγάλων ερευνητικών υποδομών, ευρωπαϊκής εμβέλειας, κυρίως σε ερευνητικά κέντρα που διαθέτουν σχετικές υποδομές και παράδοση.
Τη συστηματική εξωτερική αξιολόγηση των Α.Ε.Ι. και των ερευνητικών κέντρων, με όρους και κριτήρια προκαθορισμένα από ενιαία Αρχή, ώστε να μεγιστοποιείται ο εθνικός συντονισμός και η λογοδοσία.
Διασύνδεση της ερευνητικής διαδικασίας με τις λειτουργικές και αναπτυξιακές ανάγκες του δημόσιου τομέα και της κοινωνίας.Εμείς, δεν δεχόμαστε την διάκριση που υφίσταται, όχι για επιστημονικούς λόγους, αλλά για λόγους χρηματοδότησης ανάμεσα στη βασική έρευνα και την εφαρμοσμένη έρευνα. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι και η βασική έρευνα μπορεί να έχει άπειρες εφαρμογές. Η παραγωγή νέας γνώσης και η κατανόηση του κόσμου μπορούν να έχουν άπειρες εφαρμογές στο συλλογικό κοινωνικό επίπεδο, όπως επίσης δεν δεχόμαστε και τη διάκριση ανάμεσα στην χρήσιμη έρευνα στις θετικές επιστήμες και στην λιγότερο χρήσιμη έρευνα στις θεωρητικές επιστήμες. Για παράδειγμα, ένα ερώτημα που καλείται να απαντήσει η κοινωνική έρευνα, όπως η βία στην ελληνική κοινωνία, γιατί υπάρχει βία ή γιατί αναπτύσσονται φαινόμενα βίας μέσα στο σχολικό περιβάλλον, αυτό είναι ένα ερώτημα που η κοινωνική έρευνα καλείται να απαντήσει με πάρα πολλές εφαρμογές στο επίπεδο της κοινωνίας. Άρα, η διάκριση ανάμεσα σε μια έρευνα που είναι tothepoint και είναι χρήσιμη και σε μια έρευνα θεωρητική, μια έρευνα στο επίπεδο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών που δεν είναι χρήσιμη, νομίζω ότι αυτή η διάκριση είναι πλαστή.
Επίσης, προτείνουμε την καθιέρωση ενός σαφούς πλαισίου κρατικών ενισχύσεων για δράσεις υψηλούς ρίσκου, όπως οι καινοτόμες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αλλιώς, το ανεμικό οικοσύστημα της χώρας και η όποια επιχειρηματικότητα γύρω από καινοτόμες πρωτοβουλίες, θα εξαφανιστεί μέσα σε ένα ασφυκτικό γραφειοκρατικό πλαίσιο που δήθεν κατοχυρώνει τη διαφάνεια και προστατεύει τις δημόσιες επενδύσεις. Επίσης, προτείνουμε τη διαμόρφωση ενός οδικού χάρτη βιώσιμων ερευνητικών υποδομών και πόλων καινοτομίας με τις μέγιστες δυνατές συνέργιες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Προτείνουμε επίσης την ενίσχυση του θεσμού των τεχνολογικών πάρκων και ενθάρρυνση της δημιουργίας εταιριών γύρω από αυτά. Στον τομέα αυτό απαιτούνται διορθωτικές κινήσεις ώστε να περιοριστούν τα φαινόμενα κατάχρησης του δημόσιου πλούτου. Η πολιτεία οφείλει να ενισχύσει το καινοτόμο πνεύμα με την παραχώρηση διευκολύνσεων προς ομάδες νέων ερευνητών, με παραχώρηση και κυψελίδων στα τεχνολογικά πάρκα, επιδότηση του κόστους προσωπικού, φορολογικές ελαφρύνσεις, διευκόλυνση πρόσβασης στις υποδομές. Επίσης, στη διεύρυνση της γυναικείας συμμετοχής στο ερευνητικό σύστημα, ώστε να εξασφαλίζεται η θέση των γυναικών ερευνητριών στο ερευνητικό σύστημα της χώρας.
Συγκεκριμένα, για το σχέδιο νόμου που καταθέτει το Υπουργείο Παιδείας, επί της αρχής, πιστεύουμε ότι το σχέδιο νόμου δεν αποτελεί θεσμική βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης, αλλά αποσυναρμολογεί τον καταστατικό χάρτη θεμελίωσης του σύγχρονου ερευνητικού συστήματος της χώρας, όπως αυτό διαμορφώθηκε στην πορεία των 30 χρόνων που παρείλθαν από την ψήφιση του νόμου 1514 του 1984.
Δεύτερον, η χώρα σήμερα έχει ανάγκη από στοχευμένες παρεμβάσεις, οι οποίες επιλύουν συγκεκριμένα προβλήματα και δημιουργούν ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη της αριστείας, την ενίσχυση της αλληλεπίδρασης των ερευνητικών κέντρων με τα πανεπιστήμια και την ενίσχυση της καινοτομικής επιχειρηματικότητας. Το σχέδιο, αν και εισάγει ορισμένες θετικές ρυθμίσεις που εμείς, θα τις υπογραμμίσουμε στη συζήτηση κατά άρθρο, δεν κινείται συνολικά προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά κατατίθεται με τη φιλοδοξία μιας συνολικής επαναθεμελίωσης του ερευνητικού συστήματος χωρίς να έχει τα δομικά στοιχεία μιας μεταρρύθμισης, η οποία βλέπει προς το μέλλον. Τουναντίον, διαθέτει όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά μιας αντιμεταρρύθμισης.
Τρίτον, η προηγούμενη προσπάθεια της Ν.Δ. να επιχειρήσει μια αντίστοιχη συνολική θεσμική αναδιοργάνωση του ερευνητικού συστήματος, όπως αυτή κωδικοποιείται με τον νόμο 3653 του 2008, έμεινε στα χαρτιά ως νόμος, ο οποίος ουδέποτε εφαρμόστηκε και αυτό, διότι, η δυναμική του σημερινού ελληνικού ερευνητικού συστήματος ως τμήμα του υπό διαμόρφωση του ενιαίου ερευνητικού ευρωπαϊκού χώρου μπορεί να ενισχυθεί μόνο με προωθητικές βελτιώσεις του νόμου 1514 του 1984 και όχι με την απορύθμιση του. Τέταρτον, όπως καταδεικνύεται από την σχετική επιστολή της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών, η Ν.Δ. δεν φαίνεται να αποδέχεται ότι η έρευνα είναι κοινωνικό αγαθό, για το οποίο την κύρια ευθύνη ανάπτυξης και προαγωγής κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος, φέρει η πολιτεία.
Εν κατακλείδι, το κείμενο αποτελεί κατά το μεγαλύτερο τμήμα συμπίλημα υφιστάμενων διατάξεων. Ωθεί το δημόσιο ερευνητικό σύστημα στη μετατροπή τους σε ιδιωτικές εταιρείες υπό την εποπτεία του κράτους, εισάγοντας από το παράθυρο έναν ιδιότυπο κρατισμό δεξιάς κοπής. Υποβαθμίζει τον θεσμό του ερευνητή δημοσίου λειτουργού και δεν ανοίγει διόδους αμοιβαία επωφελών συνεργειών μεταξύ του δημόσιου τομέα και του παραγωγικού ιστού της χώρας. Γι' αυτό είμαστε πάρα πολύ επιφυλακτικοί για το σχέδιο νόμου και θέλουμε να ακούσουμε τους φορείς και στην συζήτηση της Τρίτης. Να τοποθετηθούμε στα άρθρα,να ακούσουμε την απάντηση του υπουργού, για να προσδιορίσουμε την στάση μας.
 ΠΥΡΡΟΣ ΔΗΜΑΣ (Ειδικός Αγορητής του ΠΑ.ΣΟ.Κ.): Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε, το επόμενο βήμα ας είναι η δημιουργία ενός ενιαίου Υπουργείου για την εκπαίδευση, την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία. Και μιλώ ήδη για το επόμενο βήμα για την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία (…) ενόψει της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας της χώρας. Κατά το σύνηθες λεγόμενο θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί χθες. Λόγω της οικονομικής κρίσης τα τελευταία πέντε χρόνια διευρύνεται συνεχώς το αναπτυξιακό χάσμα που υπάρχει μεταξύ της χώρας μας και των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Στην Ελλάδα η καινοτόμος επιχειρηματικότητα η ίδρυση νέων επιχειρήσεων και οι επενδύσεις υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Με δεδομένο στους αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ερχόμαστε επίσης αντιμέτωποι με τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας, όπως είναι η κλιματική αλλαγή, η επιτάχυνση της πράσινης ανάπτυξης, η πρόληψη και διαχείριση φυσικών καταστροφών και η προστασία της δημόσιας υγείας. Δε χρειάζεται πολλή σκέψη για να αντιληφθούμε ότι για να αντιμετωπίσουμε το χρέος, για να καταπολεμήσουμε την ανεργία και να βιώσουμε την ανάπτυξη, χρειαζόμαστε περισσότερη έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτομία, χρειαζόμαστε περισσότερο ΕΤΑΚ -σε συντομογραφία. Για το σκοπό αυτό καλούμαστε να αξιοποιήσουμε στο έπακρο το ανθρώπινο κεφάλαιο, το γνωστικό κεφάλαιο και τη δημιουργικότητά μας.
Η οικονομία μας και ανάπτυξη της πρέπει να βασιστεί στη γνώση και η εθνική στρατηγική μας για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία για να μπορέσει να επιφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα πρέπει να αποκτήσει ένα ανανεωμένο μοντέλο λειτουργίας, προσαρμοσμένο στις διεθνείς εξελίξεις που θα το χαρακτηρίζει η σινάφια, η συνοχή και η καθολικότητα. Μετά την κοινωνία της πληροφορίας σειρά έχει η κοινωνία της γνώσης και αυτή για να μας ανοίξει τις πύλες της, χρειάζεται τα απαραίτητα νομοθετικά εργαλεία για τη δημιουργία ενός εθνικού χώρου έρευνας στην Ελλάδα. Υπό αυτές τις συνθήκες η Πολιτεία υποχρεούται να αναλάβει δράση για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου για τηνΕΤΑΚ.
Και το πράττει με το παρόν νομοσχέδιο που επεξεργαζόμαστε σήμερα από κοινού στην Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων και την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Έρευνας και Τεχνολογίας. Αγαπητοί συνάδελφοι υπάρχει νομοθετικό κενό στηνΕΤΑΚ, ο αρχικός νόμος 1514/1985 έχει γίνει δύσχρηστος στην εφαρμογή του μετά τις πολλαπλές και αποσπασματικές τροποποιήσεις που έχει υποστεί στο παρελθόν. Αντίθετα ο νόμος που τον αντικατέστησε, ο νόμος 3653/2008 δεν εφαρμόστηκε, ξεπεράστηκε και έχει τεθεί σε αναστολή μέχρι τις 31/12/2014. Ουσιαστικά το προτεινόμενο νομοσχέδιο αξιοποιώντας το νόμο 3653/2008 και ενσωματώνοντας τις σύγχρονες διεθνοποιημένες εξελίξεις στον τομέα τηςΕΤΑΚ, δίνει ισχύ νόμου σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική και σε ένα σχέδιο δράσης για τηνΕΤΑΚ.
Ας τονιστεί ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο διέπεται από το στόχο της άμεσης εφαρμογής του, για να μην επαναληφθεί το κακό προηγούμενο του νόμου 3653/2008. Στο προτεινόμενο νομοσχέδιο η συστημική αναδιάρθρωση του τομέα τηςΕΤΑΚ, καταρχάς επιτυγχάνεται με την ενίσχυση του ρόλου της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας μέσω αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της. Με παράλληλη αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Καινοτομίας, με την δημιουργία Περιφερειακών Επιστημονικών Συμβουλίων και με τη δημιουργία συνδέσμων μεταξύ του Υπουργείου και της Συντονιστικής Επιτροπής ΕΤΑΚ.
Ο κεντρικός συντονιστικός ρόλος που αναλαμβάνει η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας αποσκοπεί στην πάταξη της γραφειοκρατίας, στην ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, στην αποσυμφόρηση της αγοράς και των ερευνητικών συστημάτων και αρμοδιοτήτων, καθώς και στην αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης και τη χρησιμοποίηση των δημοσίων συμβάσεων.
Ειδικά η αύξηση της δημόσιος χρηματοδοτήσεως εξασφαλίζεται με μια δέσμη μέτρων που βασίζονται στη διαφάνεια, στην αξιοκρατία και στην διαρκή αξιολόγηση των ερευνητικών κέντρων και ερευνητών, αλλά και στην συνολική αξιολόγηση της προόδου της χώρας μας σε ετήσια βάση. Οι δείκτες μέτρησης της αποτελεσματικότητας ακολουθούν διεθνή πρότυπα και πρακτικές, ενώ ενισχύεται η συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα στο μέτρο και στο βαθμό που επιτρέπουν και ενθαρρύνουν οι κανόνες της Ε.Ε.. Το προτεινόμενο εθνικό θεσμικό πλαίσιο που θα διέπει την ΕΤΑΚ, δεν έχει συνοριακούς, εδαφικούς ή άλλους περιορισμός αλλά είναι συγχρόνως σύμφωνο με τους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού και τους κανονιστικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.
Ο βασικός στόχος του νομοσχεδίου για επιστημονική αριστεία και εδραίωση της καινοτομίας στη χώρα μας, κατά κύριο λόγο, στηρίζεται στην καθιέρωση και παροχή κινήτρων πέρα των φορολογικών για την ενίσχυση του ερευνητικού τομέα και τη δημιουργία νέων καινοτόμων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Με το νέο νόμο βελτιώνεται το καθεστώς λειτουργίας των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων. Ομογενοποιείται το μοντέλο διοίκησής του, εξασφαλίζεται η συμμετοχή του προσωπικού του στη διοίκησή τους κι ενισχύεται η ανεξαρτησία τους. Επίσης, επιτυγχάνεται μια ορθή και δίκαια διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ως αποτελέσματος της δημόσιας έρευνας.
Διαλειτουργικότητα, αυθεντικοποίηση και ασφάλεια συναλλαγών, που επίσης, προάγονται με το προτεινόμενο νομοσχέδιο, δίνουν νέα ώθηση στην διαμόρφωση συνεργασιών μεταξύ των ερευνητικών οργανισμών, των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων. Ως κατάλληλα μέσα για το σκοπό αυτό καταγράφονται ενδεικτικά: Η δημιουργία κοινών υποδομών και εργαστηρίων, η συμμετοχή σε δίκτυα και συστάδες  επιχειρήσεων, σε κοινότητες γνώσης και καινοτομίας. Κινητικότητα αποκέντρωση και διεθνοποίηση, είναι η περαιτέρω άξονες της ΕΤΑΚ ως κινητήρας δυνάμεις της οικονομίας και ανάπτυξης.
Με τη βοήθεια δε, των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας, κοινωνία και οικονομία αποκτούν ευκολότερη και καλύτερη πρόσβαση στη γνώση που είναι και το ζητούμενο της εποχής μας.
Αγαπητοί συνάδελφοι, νομοθετώντας είμαστε υποχρεωμένοι να εκπληρώνουμε τις προσδοκίες των συμπολιτών μας, που γνωρίζουμε πόσο έχουν ταλαιπωρηθεί στις μέρες μας. Με το έργο μας οφείλουμε να παρέχουμε τα χρήσιμα εργαλεία που θα βοηθήσουν όλους μας να βγούμε από την κρίση. Αναμφισβήτητα, ένα από αυτά τα χρήσιμα εργαλεία είναι και το παρόν νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία. Ας το μελετήσουμε και ας το εξοπλίσουμε με την πείρα του παρελθόντος και τη γνώση του μέλλοντος με όλα τα απαραίτητα εχέγγυα, ώστε να βρει το δρόμο του την ελληνική κοινωνία και να επιτύχει το σκοπό του.

ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΜΑΝΩΛΑΚΟΥ (Ειδική Αγορήτρια του Κ.Κ.Ε.):    
Όσον αφορά στο νομοσχέδιο, φαίνεται και από τις πρώτες σειρές της Αιτιολογικής Έκθεσης ότι είναι σαφές ό,τι αυτό το σχέδιο νόμου αποτελεί αναγκαιότητα η οποία συνδέεται με τους στρατηγικούς σχεδιασμούς της κυρίαρχης τάξης για να βγει από την κρίση, για την προετοιμασία ενόψει προσδοκιών  για το πέρασμα στην επόμενη φάση του οικονομικού καπιταλιστικού κύκλου που θα έχει χαρακτηριστικά «αναιμικής» ανάκαμψης. Θα έλεγα παράγεται το γνωστό  ιδεολόγημα, που συναντιέται και με τα άλλα κόμματα και της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και τα άλλα αστικά κόμματα, ότι για να μπορέσει η χώρα να ανακάμψει από την κρίση πρέπει να προσαρμοστεί στις συνθήκες του παγκόσμιου ανταγωνισμού και κινητοποιεί σε αυτή την κατεύθυνση, όπως λέγεται και στην αιτιολογική έκθεση, τα κύρια περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή ανθρώπινο κεφάλαιο, γνωστικό κεφάλαιο και δημιουργικότητα. Σε αυτή τη βάση η πολιτική για την έρευνα και την καινοτομία αναδεικνύεται κατ’ εσάς ως σημαντικός μοχλός ανάπτυξης, με την ανάπτυξη να συνδέεται με την αντιμετώπιση του κρατικού χρέους και την καταπολέμηση της ανεργίας.
Εμείς σας λέμε καθαρά θεωρούμε ότι οι στοχεύσεις της ερευνητικής σας πολιτικής καθορίζεται με γνώμονα την εξυπηρέτηση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου και υπονομεύει κάθε δυνατότητα  φιλολαϊκής ανάπτυξης. Εξάλλου η κατάσταση που βιώνουν σήμερα οι εργαζόμενοι ερευνητές χαρακτηρίζεται από εργασιακή ανασφάλεια και δεν είναι τίποτε άλλο από το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής επιλογής. Μπορεί να δείχνετε ότι ανησυχείτε για την φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό την ώρα που οι πολιτικές σας επιλογές αυτό ενισχύουν και να μη μιλήσουμε για το νέο επιστήμονα. Η συνέχεια στο ερευνητικό έργο εξαρτάται απόλυτα  από το αν θα βρει κάποια σύμβαση στα πλαίσια ενός ερευνητικού προγράμματος για να πληρώνεται, όταν το ίδιο  το αντικείμενο της έρευνάς του καθορίζεται στη βάση των σχεδιασμών και των προτεραιοτήτων των φορέων Κράτος, Ευρωπαϊκή Ένωση, Επιχειρήσεις που προκηρύσσουν τα διάφορα ερευνητικά προγράμματα, όταν ακόμη η θητεία στο εξωτερικό θεωρείται απαραίτητο προσόν για όποιον σκέπτεται την ακαδημαϊκή προοπτική και όταν σε τελική ανάλυση η κινητικότητα είναι η αιχμή της ευρωενωσιακής στρατηγικής  για το ερευνητικό δυναμικό και οι συνέπειές της ισχύουν ως ένα βαθμό, ανεξάρτητα αν θέλετε, και από τη φάση της κρίσης που βρίσκεται η κάθε καπιταλιστική οικονομία. Είναι, λοιπόν, πρόκληση να εμφανίζονται διάφοροι  ότι αγωνιούν για το φαινόμενο της φυγής των νέων επιστημόνων, αλλά και των προβλημάτων που υπάρχουν.
Με αυτό το σχέδιο νόμου,  έχουν υπάρξει βέβαια και άλλοι νόμοι και εδώ θα χρειαζόταν ένας απολογισμός γιατί δεν ενεργοποιήθηκαν, τι προβλήματα είχαν και γιατί εξαναγκάζεστε να φέρετε αυτό το σχέδιο, όμως θα αναφερθώ στο τι επιχειρείται. Επιχειρούνται ορισμένες βασικές παρεμβάσεις κυρίως σε ότι αφορά στην προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων στην έρευνα, τεχνολογία και καινοτομία. Η ουσία του νομοσχεδίου είναι η ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της έρευνας ή ακόμη και η πιο στενή σύνδεση έρευνας με τις επιχειρήσεις. Η έμφαση που δίνεται σε αυτή τη διάσταση αφορά βεβαίως την αγωνία και της αστικής τάξης, να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες μεταφοράς των αποτελεσμάτων της παραγόμενης ακαδημαϊκής έρευνας στην αγορά για να έχει κερδοφορία. Αυτό είναι. Είναι σαφής η στόχευση να λειτουργούν ερευνητικοί φορείς με όρους επιχειρηματικής μονάδας.
Η Κυβέρνηση, λοιπόν, έρχεται σήμερα με αυτό το νομοσχέδιο «σπρώχνοντας» τους ερευνητικούς φορείς μέσα από την αποδέσμευση από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών να αναζητούν με ιδία μέσα οικονομικούς πόρους, εξωθώντας τους έτσι στην ανάπτυξη συμπράξεων με επιχειρηματικούς φορείς, ενώ με άλλη ρύθμιση απελευθερώνεται πλήρως η οικονομική δραστηριότητα των ερευνητικών φορέων που είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Με το νομοσχέδιο αναδιοργανώνονται δομές και υπηρεσίες του κράτους με επίκεντρο την λειτουργία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, για να εξυπηρετηθεί η μεγαλύτερη συμμετοχή δραστηριοτήτων ΕΤΑΚ, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων.
Έρχεται, λοιπόν, το  νομοσχέδιο να ενισχύσει τις αρνητικές εξελίξεις που βιώνουν οι εργαζόμενοι όλα αυτά τα τελευταία χρόνια, δηλαδή είναι σε ακόμα χειρότερο προσανατολισμό, γι’ αυτό ανοίγει ο δρόμος για νέο γύρο συγχωνεύσεων, καταργήσεων ερευνητικών κέντρων, εργαστηρίων και ινστιτούτων για την αλλαγή του καθεστώτος των ερευνητικών κέντρων που είναι ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ, αφού για όλα αυτά θα αρκεί πλέον ένα προεδρικό διάταγμα. Με προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις καθορίζετε εδώ σημαντικά πράγματα και ζητάτε από εμάς, ουσιαστικά, να σας εξουσιοδοτήσουμε με λευκή επιταγή, προωθώντας ταυτόχρονα και ελαστικές σχέσεις εργασίας.
Επίσης, δεν διασφαλίζεται η πλήρης κάλυψη των λειτουργικών εξόδων των ερευνητικών κέντρων, ενώ συνολικά η ροή της χρηματοδότησης συνδέεται με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, δηλαδή με την αποτελεσματικότερη προώθηση των κατευθύνσεων ενίσχυσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αυτό θα είναι το κριτήριο. Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω κρίνονται και οι επιμέρους αλλαγές σε σχέση με το σχέδιο νόμου που είχε κατατεθεί τον Δεκέμβριο του 2013 και παρά την προσπάθεια στρογγυλοποίησης κάποιων γωνιών, κάτω βεβαίως από την πίεση και τις αντιδράσεις που εκφράστηκαν από την δημοσιοποίηση του προηγουμένου σχεδίου νόμου, σε καμία περίπτωση δεν αλλάζει ο  προσανατολισμός του. Αντίθετα, το νέο σχέδιο νόμου προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία και προώθηση των στρατηγικών κατευθύνσεων για τον χώρο της έρευνας και καινοτομίας. Είναι, δηλαδή, και αυτή σας η πολιτική ενταγμένη στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που εξυπηρετούν την κερδοφορία του κεφαλαίου και τον στραγγαλισμό των λαϊκών αναγκών..
Γι’ αυτούς τους λόγους, εμείς επί της αρχής όχι μόνον το καταψηφίζουμε, αλλά ζητάμε και την απόσυρσή του.

ΕΛΕΝΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ (Ειδική Αγορήτρια των ΑΝ.ΕΛΛ.): Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση ο στόχος του σημερινού νομοσχεδίου, είναι να θεσπιστεί ένα νέο πλαίσιο για τους τομείς έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας. Και ένα πλαίσιο για την Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας με την επιμέλεια της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα σχέδιο δράσης που θα επκαιροπιείται ανά επταετία, ώστε να αναπτυχθεί μια σύγχρονη εθνική στρατηγική έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας. Έτσι, θα πετύχουμε τις κατάλληλες συνθήκες για την προώθηση καινοτόμων τεχνολογικών ιδεών και ενίσχυση της ανάπτυξης και εθνικό όφελος.
Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε με αυτή την πρόθεση και το νομοσχέδιο αυτό περιλαμβάνει 51 άρθρα γραμμένα με εξειδικευμένη επιστημονική προσέγγιση και εάν προσθέσουμε και την Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, την Έκθεση Εκτίμησης των Επιπτώσεων, καθώς, και την Έκθεση της Δημόσιας Διαβούλευσης, καταλαβαίνουμε ότι απαιτείται προσεκτική μελέτη και χρόνος, ώστε να γίνει όσο το δυνατόν σωστή αξιολόγηση.
Όπως πολύ σωστά αναφέρθηκε πριν, αυτό το νομοσχέδιο είναι αρκετά χρόνια «στο συρτάρι» και από την πρώτη ανάγνωση αντιλαμβανόμαστε, ότι πρώτον, υπάρχουν κάποιες παρεμβάσεις διαχειριστικού χαρακτήρα, όπως π.χ. σε σχέση- όπως είπατε και πριν- εξόφλησης κονδυλίων μέσο ΕΚΛΕ και Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, που όντως δίνουν κάποια ευελιξία, έτσι ώστε να ολοκληρώνονται με επιτυχία τα ερευνητικά προγράμματα και είναι θετικοί και οι φορείς, διακρίνεται, όμως, και μια φιλοσοφία μεταστροφής των πανεπιστημίων από Κέντρα Ακαδημαϊκής Έρευνας και Επιστημονικής Εξέλιξης σε Κέντρα Επιχειρηματικής Έρευνας με αναπόφευκτη την εξάρτηση από τους όρους των χρηματοδοτών τους.    Αυτό περιγράφεται από ακαδημαϊκούς και ερευνητές, οι οποίοι φυσικά ζουν εκ των έσω όλα αυτά τα ζητήματα και τα γνωρίζουν καλά. Οι απόψεις λοιπόν είναι διαφορετικές και θα πρέπει να λάβουμε όλες τις απόψεις υπόψη μας πριν αξιολογήσουμε. Επίσης κατά την επεξεργασία του νομοσχεδίου θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα πιο τεχνικά εξειδικευμένα ζητήματα που δυστυχώς μας καταγγέλλουν με πολύ πρόσφατες επιστολές τους μέλη, πρώτον της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών, της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων Ιδρυμάτων και άλλων που έχουν έρθει σε γνώση σας, εγώ θα σας το καταθέσω ούτως ή άλλως.
    Πρώτον, καταγγέλλουν ασυμβατότητα με κείμενη νομοθεσία και τις ευρωπαϊκές πρόνοιες της κάρτας του ερευνητή. Δεύτερον, καταγγέλλουν ότι με διατάξεις του νομοσχεδίου οι εργαζόμενοι στα ερευνητικά κέντρα, ερευνητές και διοικητικοί δεν αντιμετωπίζονται ισότιμα, αλλά υπάρχουν εργασιακές και επιστημονικές διακρίσεις, όπως επίσης και μια μη διευκρίνιση των προσόντων από ουσιαστικά σε τυπικά, κάτι που είναι πολύ σοβαρό και γενικότερα μια απαξίωση.
    Τέλος καταγγέλλουν ότι αυτό που δόθηκε σε δημόσια διαβούλευση δεν έχει καμία σχέση με αυτό που τελικά ήρθε. Κάποια λοιπόν προβλήματα, τα οποία λύνονται χωρίς χρήματα και κάποια άλλα που λύνονται με χρήματα θα πρέπει επίσης να τα λάβουμε υπόψη. Σας θυμίζω σε μια αντίστοιχη συνεδρίαση της Επιτροπής μας στα Θερινά Τμήματα σας είχα καταθέσει μια επιστολή διαμαρτυρίας των ελλήνων ερευνητών γιατί δεν λειτουργούν οι ψηφιακές βιβλιοθήκες, ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, λόγω μη χρηματοδότησης. Θα σας θυμίσω ότι από το 2008 όλες οι περικοπές που έχουν γίνει μαζί με το 2015 είναι 68%. Έχει κοπεί η χρηματοδότηση. Αυτές λοιπόν οι περικοπές λιτότητας που έχουν επιβάλει στις δαπάνες και στα ΑΕΙ και στα ερευνητικά κέντρα και γενικά στην έρευνα, κάτι που και εσείς ο ίδιος κ. Υπουργέ πριν από λίγο παραδεχθήκατε, πρέπει να δούμε τι θα γίνει.
    Για να συμπληρωθεί λοιπόν αυτή η υποχρηματοδότηση αποφασίσατε ότι πρέπει να στραφείτε στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό βεβαίως και γίνεται ήδη σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες, όμως σύμφωνα με μια διεθνή πρακτική και η δημόσια χρηματοδότηση είναι απαραίτητη, για να μπορεί η έρευνα να αναπτύσσεται ισόρροπα προς όλους τους τομείς και όχι μόνο σε αυτούς που μπορεί να παρέχουν πχ. επιχειρηματικό κέρδος. Ιστορικά στη χώρα μας υπήρχε ένα πρόβλημα σύνδεσης της ακαδημαϊκής έρευνας και καινοτομίας και έχει αναδειχθεί κατά καιρούς, έτσι δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Ο ακαδημαϊκός κόσμος μεγέθυνε την επιστημονικότητα στον σκοπό της έρευνας και ο δε επιχειρηματικός κόσμος επένδυε σε εύκολο κέρδος χαμηλής γνώσης και δραστηριότητας. Αυτές οι νοοτροπίες θα πρέπει να διορθωθούν και θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να υπάρχει μια ισορροπία.
    Δεν θα πάρω περισσότερο χρόνο κ. Πρόεδρε, το μόνο όμως που θα πω είναι ότι εμείς θα περιμένουμε να ακούσουμε πρώτα απ’ όλα τους φορείς, να ακούσουμε τις ενστάσεις των ακαδημαϊκών, αλλά και του ερευνητικού κόσμου, να ακούσουμε και τα αρνητικά και τα θετικά και επιφυλασσόμαστε για το νομοσχέδιο και για τα άρθρα του για την επόμενη συνεδρίαση, εφόσον, όπως είπα πριν, ακούσουμε και τους φορείς.

 

Ετικέτες: 
Ερευνα

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ