Placeholder

ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ

Οι θέσεις των εισηγητών και αγορητών επί του Σχεδίου Νόμου για την Έρευνα και επί των τροπολογιών

Δημοσίευση: 27/11/2014
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Συνεχίζεται σήμερα στις 9:30 το πρωί  στην Ολομέλεια τςη Βουλής η συζήτηση επί του Σχεδίου Νόμου για την Ερευνα και των δεκάδων τροπολογιών
 Χθες οι εισηγητές και οι αγορητές των κομμάτων έκαναν τις ακόλουθες τοποθετήσεις, με τη σειρά όπως μίλησαν :

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΝΣΟΛΑΣ (ΝΔ):  Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητήσαμε χθες στην Εθνική Αντιπροσωπεία την πολύ σημαντική αυτή νομοθετική ρύθμιση, την οποία προτείνει το Υπουργείο Παιδείας προς ψήφιση. Πράγματι, έγινε εξαιρετική συζήτηση και διαπιστώσαμε ότι για δεκαετίες απουσιάζει ο ενιαίος χώρος εκπαίδευσης, έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας. Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο στον εθνικό χώρο. Ταυτόχρονα, όμως, αυτό το ζητούμενο ήταν και η προϋπόθεση δημιουργίας ενός εθνικού σχεδίου για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία.
Αν υπάρχει ένα ισχυρό μήνυμα από την ψήφιση αυτού του νομοσχεδίου, αυτό είναι ότι επιτέλους η χώρα αποκτά έναν εθνικό χώρο έρευνας. Χθες αναδείξαμε κυρίως αυτά τα ζητήματα. Σήμερα θα αναφερθούμε εκτενώς στο πλαίσιο που ανοίγει νέες προοπτικές για την ερευνητική δραστηριότητα στη χώρα, αφού η έρευνα συνδέεται με ένα νέο και εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο για τη χώρα και τη μετατρέπει σε πρωταγωνιστή.
Αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Γι’ αυτό προσδίδει ανεξαρτησία και αυτοτέλεια στα ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα, προκειμένου να αξιοποιηθεί ο ανθρώπινος πλούτος, το επιστημονικό δυναμικό που δραστηριοποιείται στον τομέα της έρευνας, ανοίγοντας νέους ορίζοντες, ανοίγοντας παράλληλα δράσεις επιστημονικής δημιουργίας και επαγγελματικής καταξίωσης.
Όλη αυτή η εικόνα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όλοι αυτοί οι στόχοι αποτυπώνονται στα άρθρα του νομοσχεδίου.
Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι υπάρχει σαφής προσδιορισμός του πεδίου εφαρμογής αυτού του νόμου, έτσι όπως καταγράφεται στο άρθρο 3, ενώ προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια οι φορείς που δραστηριοποιούνται στους τομείς της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας.
Η διαμόρφωση της εθνικής στρατηγικής, που είναι το ζητούμενο σήμερα, αναφέρεται και προδιαγράφεται στο άρθρο 4. Εκεί διαπιστώνουμε ότι ήταν πλέον καιρός να φύγουμε από την εικόνα της πολυδιάσπασης, της έλλειψης σχεδιασμού των ερευνητικών δραστηριοτήτων, απαραίτητη συνθήκη για τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου έρευνας. Πλέον υπάρχουν σχέδια, υπάρχουν εργαλεία, υπάρχουν κατευθύνσεις.
Στο άρθρο 4 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3, καθορίζεται η εθνική στρατηγική που θα καταρτιστεί μέσα σε έξι μήνες από την ψήφιση αυτού του νόμου και θα αναρτάται στο διαδίκτυο, πολύ σημαντική παράμετρος για τους ερευνητές αλλά και για τα ερευνητικά ινστιτούτα, για την ίδια την κοινωνία. Στην εθνική στρατηγική εμπεριέχεται αυτό το σχέδιο δράσης που θα δημοσιοποιείται, το οποίο θα εγκρίνεται από τη Βουλή και θα επικαιροποιείται κάθε επτά χρόνια. Διότι όπως ξέρουν πολύ καλά όσοι ασχολούνται με την έρευνα, αλλά και αυτοί που αξιοποιούν τα πορίσματά της, είναι πολύ σημαντικό να κεφαλαιοποιούμε τις ανάγκες της κοινωνίας συνεχώς.
Άρα, είναι πολύ σημαντική αυτή η διάταξη αφού κάθε επτά χρόνια θα επικαιροποιείται.
Παράλληλα, υπάρχει και η διάταξη του άρθρου 5, η οποία αφορά το πλαίσιο διαμόρφωσης και τους άξονες του σχεδίου δράσης.
Στο άρθρο 6 αναφέρονται οι φορείς και τα όργανα που αναλαμβάνουν την εθνική εφαρμογή της πολιτικής για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία. Η διάχυση ευθυνών και η επικάλυψη αρμοδιοτήτων ανήκουν στο παρελθόν. Αυτό ξεκαθαρίζεται με αυτό το πλαίσιο. Αναφέρονται οι φορείς, αλλά και τα νέα όργανα, που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή της πολιτικής για την έρευνα και την καινοτομία.
Ποια είναι αυτά και ποιοι είναι αυτοί που συμμετέχουν; Είναι η Κεντρική Διοίκηση με τον αρμόδιο Υπουργό, η Γενική Γραμματεία Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας, η Συντονιστική Επιτροπή, οι Περιφέρειες, το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας, οι δημόσιοι ερευνητικοί οργανισμοί και οι τεχνολογικοί φορείς. Η λειτουργία όλων σχετίζεται με συγκεκριμένες και οριοθετημένες αρμοδιότητες και ευθύνες, οι οποίες καταγράφονται στα άρθρα 7 έως 19. Η ΓΓΕΚ είναι ο φορέας που θα έχει κεντρικό συντονιστικό ρόλο και διευρυμένες αρμοδιότητες για τη διαμόρφωση και την υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία.
Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι θα υπάρχει ανεξέλεγκτη διάσταση στη λειτουργία του. Αντιθέτως, θα υπάρχει αξιολόγηση στο έργο, θα συγκροτείται το συντονιστικό όργανο σε κάθε υπουργικό φορέα ή υπηρεσία με αποκλειστική αρμοδιότητα τα ζητήματα της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας. Μάλιστα, σε παράλληλη σχέση με το άρθρο 9, ο στόχος είναι η άμεση, η ταχεία προώθηση ζητημάτων που σήμερα προσκρούουν στη γραφειοκρατία και στην έλλειψη συντονισμού, τεράστιο επίτευγμα μέσα από αυτή τη ρύθμιση, αφού είναι χαρακτηριστικό ότι με τη συγκεκριμένη διάταξη θα τοποθετηθεί συντονιστικός σύνδεσμος στις διευθύνσεις της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γιατί στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση και η ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας στο σχολείο και από το σχολείο.Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι αυτή η συνεχής ροή πορισμάτων, αποτελεσμάτων και επιτευγμάτων της ίδιας της έρευνας ανατροφοδοτεί την έρευνα και οδηγεί σε νέους δρόμους ερευνητικούς και καινοτόμους.Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας της ερευνητικής δραστηριότητας, στο πλαίσιο αυτής της εξακτίνωσης των ερευνητικών δραστηριοτήτων δίνουμε και μια περιφερειακή διάσταση στην επικράτεια και μάλιστα, διασύνδεση με την αυτοδιοίκηση και με τον ιδιωτικό τομέα.
Χθες, εξαντλήθηκε η συζήτηση για το αν ο δημόσιος φορέας ή ο ιδιωτικός είναι αυτός που πρέπει να παρέχει τα κίνητρα για ερευνητική δραστηριότητα. Φαντάζομαι καθένας από εμάς κατανόησε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί όποιος ιδιωτικός φορέας -ένας σημαντικός πυλώνας για την έρευνα και την τεχνολογία στη χώρα- συνδέεται πλέον με τα πορίσματα των ερευνητικών κέντρων και ανατροφοδοτεί αυτήν την ερευνητική λειτουργία μέσα και από το νομοσχέδιο, όπως αποτυπώνονται τα κίνητρα για νέα ερευνητική δράση.
Η ίδρυση και η λειτουργία του Περιφερειακού Επιστημονικού Συμβουλίου για την έρευνα στηρίζει πλέον τις περιφέρειες, αλλά και το έργο της ίδιας της ΓΓΕΤ ως συμβουλευτικό και καθοδηγητικό όργανο για την υλοποίηση πολιτικών και δράσεων στους τομείς της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10.
Πρέπει να σταθούμε, επίσης, στο άρθρο αυτό που αφορά το Εθνικό Συμβούλιο, γιατί αποτυπώνει πλέον την εθνική στρατηγική. Το Εθνικό Συμβούλιο στελεχώνεται από καθηγητές, επιστήμονες, εγνωσμένου κύρους, από εξαίρετους επιστήμονες στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας.
Πρέπει, επίσης, να πούμε ότι η στελέχωση αυτή σχετίζεται και με τα άρθρα 11 και 12.  
Ακόμη, στο άρθρο 13, τα ερευνητικά κέντρα και τα ινστιτούτα που αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου αποκτούν πλέον την ανεξαρτησία που χρειάζονται, κάτι που ανακοινώθηκε και στην Επιτροπή από τους ίδιους τους ερευνητές.
Η έρευνα χαρακτηρίζεται πλέον με το νομοσχέδιο αυτό από εξωστρέφεια. Η έρευνα αυτή μπορεί να είναι κρατικοδίαιτη, όπως έχει αποτυπωθεί στο παρελθόν από τα νομοσχέδια που προηγήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά πλέον δίνει μια άλλη διάσταση. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει ένα νέο πλαίσιο, ένα νέο διοικητικό μοντέλο στα ερευνητικά κέντρα.
Άρα, η έρευνα μέσα από τη δραστηριότητα των περιφερειακών οργάνων, αλλά και της ίδιας της ΓΓΕΤ, δίνει τη δυνατότητα σε κάθε ερευνητικό κέντρο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 17, να έχει την αυτονομία του. Μάλιστα, με τις διατάξεις του άρθρου 18 το προσωπικό των ερευνητικών κέντρων, αλλά και όλα τα στελέχη του Ερευνητικού Κέντρου, αναβαθμίζονται με το ρόλο και τη δυνατότητα πλέον του ερευνητή, όπως αποτυπώνεται στη Χάρτα του Ερευνητή που ενσωματώνει το νομοσχέδιο αυτό.
Είναι πολύ σημαντικό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να υπάρχει πέραν της ηθικής και υλική επιβράβευση. Έχουμε ξεκαθαρίσει ότι πρέπει να αποσυνδεθεί η λειτουργία του ερευνητή από την κρατικοδίαιτη επιδοτούμενη αντίληψη και να έχει τη δυνατότητα πλέον ο ερευνητής να κινηθεί αυτόνομα σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο. Διότι πολύ σωστά χθες οι Εισηγητές επεσήμαναν ότι τα ερευνητικά κέντρα φέρνουν μέσα από τη δραστηριότητα τους εικοσιπενταπλάσιους πόρους από αυτά που ενισχύονται από την κρατική επιδότηση. Άρα, από τη στιγμή που δεν επιβαρύνονται με κρατικό προϋπολογισμό, είναι πολύ σημαντικό να αναδείξουμε και το θέμα αυτό στο νομοσχέδιο.
Την ίδια στιγμή, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ενισχύεται η σύνδεση των ερευνητικών κέντρων και τον πανεπιστημίων της χώρας. Γνωρίζετε πολύ καλά πως αυτό το δυναμικό πρέπει επιτέλους ωσμωτικά να λειτουργήσει και να υπάρχει παραγωγή ερευνητικής δράσης. Ξέρετε πολύ καλά ότι είναι ανάγκη πλέον να δώσουμε υποτροφίες, αλλά και τη δυνατότητα τα ερευνητικά κέντρα να συνεργάζονται με νέους επιστήμονες για διδακτορικά, για την παραγωγή έρευνας και τεκμηρίων, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα την έρευνα με ταχείς ρυθμούς.
Τα άρθρα 22, 23, 24 καθορίζουν το νέο πλαίσιο αυτής της χρηματοδότησης.
Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο απαλλακτικός κανονισμός για τις επιλέξιμες δαπάνες δίνει την ευελιξία που χρειάζονται τα ερευνητικά κέντρα.
Κύριε Πρόεδρε, ευχαριστώ για την ανοχή σας. Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω, αξιοποιώντας μέρος της δευτερολογίας, λέγοντας ότι είναι κυρίαρχη διάταξη αυτή που προβλέπει ότι η χρηματοδότηση συνδέεται με την αξιολόγηση που θα πραγματοποιηθεί από Μητρώο Πιστοποιημένων Αξιολογητών, όπως προβλέπει το άρθρο 27 του νομοσχεδίου.Είναι πολύ σημαντικό να πούμε στην ελληνική κοινωνία ότι οι άριστοι πρυτανεύουν, δραστηριοποιούνται, ερευνούν και τα πορίσματα αυτά προάγουν την έρευνα, την καινοτομία και την τεχνολογία, χωρίς να υπάρχουν δεύτερες σκέψεις, αφού προχωράμε σε ένα μοντέλο μίας ευέλικτης ιδιωτικοοικονομικής διαχείρισης, που ήταν και το μεγάλο ζητούμενο για τους ερευνητές, αλλά και τα ερευνητικά κέντρα και τα ινστιτούτα. Αποκτούν, λοιπόν, τη δυνατότητα τα ερευνητικά κέντρα να δώσουν τίτλους σπουδών στο αντικείμενο των ερευνητικών κέντρων, κάτι που προβλέπεται στο άρθρο 28.Θέλω, επίσης, να πω, ολοκληρώνοντας, κύριε Πρόεδρε, ότι στον εθνικό κατάλογο κριτών, όπως προβλέπει το άρθρο 30, αλλά και το άρθρο 32, καθορίζονται οι δείκτες αξιολόγησης για τα δημόσια ερευνητικά κέντρα, οι οποίοι ισχύουν διεθνώς. Και αυτό πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε. Πλέον η δουλειά αποτυπώνεται και αξιολογείται. Αξιολογείται το ανθρώπινο δυναμικό, αξιολογείται το διεθνές επιστημονικό έργο, γίνονται δημοσιεύσεις στο σύνολο των επιχορηγήσεων ανά ερευνητή, οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα και το ποσοστό συμμετοχής σε αυτή με ιδιωτικά κεφάλαια. Άρα, οι δείκτες για την αξιολόγηση της ιδιωτικής ερευνητικής δραστηριότητας σε σχέση με τις δαπάνες για την έρευνα και την καινοτομία, οι συνεργασίες με καινοτόμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι στοιχεία που συνδέονται στην αξιολόγηση για την παραγωγή αυτού του έργου.
Στο άρθρο 33 έχουμε μία ακόμα θεσμική εγγύηση για τη δημιουργία του εθνικού χώρου έρευνας, αφού προβλέπεται το εθνικό μητρώο για ερευνητές.
Και με το άρθρο 35 δημιουργείται το θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας ανάμεσα σε ΑΕΙ και σε ιδιωτικά κέντρα σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο. Δηλαδή, πρακτικά μπορεί ένας επισκέπτης καθηγητής από τα ΑΕΙ να μεταβεί στα ερευνητικά κέντρα και αντίθετα από τα ερευνητικά κέντρα στα πανεπιστήμια.
 Υπάρχει, παρενθετικά, και το κεφάλαιο Ε’ του νομοσχεδίου, όπου εντάσσεται η εναρμόνιση του θεσμικού κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Είναι τεράστιας σημασίας κεφάλαιο, όπως αποτυπώνεται στο νομοσχέδιο.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το νομοσχέδιο αυτό δεν αποτελεί μόνο μία απόλυτη εξειδικευμένη εφαρμογή των άρθρων 5Α και 16 του Συντάγματος για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 179, παράγραφος 1 της Συνθήκης της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί μία μεταρρυθμιστική προσπάθεια για το αύριο. Αποτελεί μία νέα στρατηγική ανάπτυξης για τη χώρα σε μια συγκυρία που η χώρα έχει ανάγκη το ανθρώπινο δυναμικό, αλλά κυρίως τα πορίσματα της έρευνας για να προχωρήσει σε διαφορετικούς δρόμους.
 
ΘΕΑΝΩ ΦΩΤΙΟΥ (ΣΥΡΙΖΑ):  
Κύριε Πρόεδρε, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, έχουμε ένα μεγάλο νόμο πενήντα άρθρων, τα οποία εδώ και δύο μήνες τροποποιούνται χωρίς τέλος και αρχή. Οι βελτιώσεις που γίνονται τη μία μέρα, αφαιρούνται με νέες τροπολογίες την επόμενη. Το Υπουργείο μοιάζει ακέφαλο ή μάλλον με πολλά κεφάλια, τα οποία ανταγωνίζονται μεταξύ τους υπογείως.
Η κατ’ άρθρον τοποθέτησή μας, λοιπόν, γίνεται πάνω σε κινούμενη άμμο. Σε τρεις ώρες μπορείτε να τα αλλάξετε όλα. Μέχρι στιγμής αρνείστε να κατοχυρώσετε την έρευνα ως δημόσιο αγαθό, τα ερευνητικά κέντρα ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και τους ερευνητές ως δημόσιους λειτουργούς. Γι’ αυτό καταθέτουμε τροπολογία. Να την ψηφίσετε.
Αναλυτικότερα: Το άρθρο 2 είναι ένα πολυσέλιδο άρθρο ορισμών, όπου εκεί με σκόπιμες ασάφειες χώνετε μέσα αγνώστων στοιχείων ενδιάμεσους φορείς καινοτομίας και οργανισμούς μεταφοράς τεχνολογίας ενώ ξεχνάτε τα ΤΕΙ.
 Από την άλλη, μεταλλάσσονται τα ερευνητικά κέντρα νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου από ερευνητικούς φορείς δημοσίου συμφέροντος σε φορείς που δεν άπτονται της δημόσιας άσκησης εξουσίας.
Επομένως, με αυτό το άρθρο εισάγεται διασταλτική ερμηνεία του ασαφούς όρους «λοιποί φορείς», δηλαδή συμπεριλαμβάνετε εδώ τον οποιοδήποτε στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή.
Στο άρθρο 3 χρηματοδοτείτε ακόμη και τις ΜΚΟ μέσω προγραμμάτων της ΓΓΕΤ ως ερευνητικά ινστιτούτα.
Τα άρθρα 4 και 5 αφορούν τον στρατηγικό προγραμματισμό και τον σχεδιασμό της χώρας για την έρευνα, την τεχνολογία και την ανάπτυξη. Εδώ απουσιάζουν η ιδιαίτερη κατάσταση που βρίσκεται η χώρα και οι εθνικές προτεραιότητες που προκύπτουν απ’ αυτήν. Χωρίς να προσδιορίζετε αυτές τις εθνικές προτεραιότητες, αντιγράφετε τις ευρωπαϊκές πολιτικές έρευνας των προηγμένων βιομηχανικά κρατών του βορρά και η χάραξη αυτής της πολιτικής γίνεται αποκλειστικά από το ΓΓΕΤ, δηλαδή από τον Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας, ενώ όφειλε να είναι υπόθεση ενός διευρυμένου ΕΣΕΤ και επιστημονικών φορέων της έρευνας. Δεν τα λέμε εμείς αυτά. Τα λέει η μη κερδοσκοπική «Ράντο 11», που διεξήγαγε ενδιαφέρουσα μελέτη και έρευνα για τα ερευνητικά κέντρα, όπου αποδείκνυε ότι δεν υπάρχει εθνικός σχεδιασμός. Αυτά που λέτε δεν είναι εθνικός σχεδιασμός και όλα βασίζονται σε προγράμματα ερευνητικά αποσπασματικά.
Τα άρθρα 11 και 12 αφορούν το ΕΣΕΚ, δηλαδή το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας. Εδώ πάλι είναι ένα όργανο που το «κουρέψατε» ξανά χθες. Τη μία διόριζε όλα τα μέλη του ο Υπουργός μέχρι τις 3 εχθές το μεσημέρι, από τον πρόεδρο μέχρι και τα άλλα μέλη. Το βράδυ μίλησε χειμαρρωδώς ο κ. Γιοβανόπουλος. Το πήρε πίσω ο Υπουργός. Δεν γνωρίζουμε αν όντως το πήρε πίσω, έτσι δεσμεύθηκε. Ο τρόπος επιλογής των μελών, λοιπόν, κατάντησε τραγέλαφος με αυτά που κάνετε εδώ μέσα.
Πιστεύουμε ότι για εμάς το άρθρο 13, το οποίο τροπολογήσατε ελλιπώς, είναι ένα σημαντικό άρθρο. Υποκρύπτονται σχεδιασμοί για πιθανές αλλαγές του ερευνητικού ιστού -διασπάσεις, συγχωνεύσεις, καταργήσεις- και αλλαγή του θεσμικού πλαισίου των ερευνητικών κέντρων μέσω νέων προεδρικών διαταγμάτων που θα εκδοθούν. Εάν δεν ισχύουν αυτά που σας κατηγορούμε, δηλαδή ότι εδώ με κουτοπόνηρο τρόπο βάζετε τη διάλυση των υφιστάμενων ερευνητικών κέντρων, γιατί δεν λέτε ρητά -σας προκαλούμε- ότι με την ψήφιση του παρόντος παραμένουν σε ισχύ τα προεδρικά διατάγματα των υφιστάμενων φορέων και  οι εσωτερικοί κανονισμοί τους μέχρι την ψήφιση νέων, όπως λέει η δεύτερη τροπολογία μας που καταθέτουμε;
Ειδικότερα, στο άρθρο 13 διαφωνούμε να χάσουν τα ερευνητικά κέντρα την ιδιότητά τους -τα ΝΠΙΔ, όπως είπα- ως φορείς δημοσίου συμφέροντος. Διαφωνούμε να καταργούνται, να διασπώνται και να αλλάζει η νομική τους υπόσταση με απλά ένα προεδρικό διάταγμα και επιθυμούμε αυτό να γίνεται με νόμο. Στο θεσμικό πλαίσιο σύστασης ερευνητικών κέντρων απουσιάζουν σκόπιμα οι οργανικές θέσεις. Διαφωνούμε με τη θεσμοθέτηση ερευνητικού κέντρου με ημερομηνία λήξης. Διαφωνούμε να μπορούν να ιδρύουν μεταπτυχιακές σπουδές τα ερευνητικά κέντρα χωρίς συνεργασία με τα αντίστοιχα ΑΕΙ.
Στο άρθρο 13 βρίσκεται άλλος τραγέλαφος. Είναι εδώ οι μυστικές συνεδριάσεις των διοικητικών συμβουλίων των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων. Μετά από τον κακό χαμό είπατε: «Το παίρνω πίσω αυτό» -λείπει ο Υπουργός εδώ που τα λέει όλα αυτά- και εχτές το τροπολογείτε. Τι κάνετε; Δεσμεύετε τα μέλη του ΔΣ να μη δημοσιοποιούν τις αποφάσεις τους. Δηλαδή, «άλλαξε ο Μανολιός και έβαλε το ρούχο τους αλλιώς»; Δεν ντρέπεστε να ταλαιπωρείτε τη Βουλή με τέτοιας ποιότητας τεχνάσματα; Το έχουμε δει ξανά αυτό;
Όσον αφορά το άρθρο 16, το εξάμηνο που τροπολογήσατε πρέπει να ισχύει και για τους διευθυντές ινστιτούτων. Πρέπει να προβλεφθεί για την παράταση της θητείας ανώτατο όριο. Θεωρούμε ότι οι διευθυντές των ερευνητικών ινστιτούτων και κέντρων πρέπει να είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, να αξιολογείται περιοδικά ή συνολικά το έργο τους, στο οποίο να συμπεριλαμβάνεται και η αξιολόγηση των ερευνητών και των ινστιτούτων. Διαφωνούμε οι κριτές από το οικείο ερευνητικό κέντρο να είναι το ένα τρίτο επί του συνόλου, όταν ήταν δύο τρίτα μέχρι σήμερα και με συντονιστή από το εξωτερικό.
    Δεν συμφωνούμε με την κατάργηση του γνωμοδοτικού οργάνου του ν. 1514/1985 και την αντικατάστασή του με ένα επιστημονικό συμβούλιο διαφορετικού ρόλου.
Στο άρθρο 18 εμφανίζεται η απαίτηση πατέντας –ακούστε αυτές τις νέες ελληνικές πρωτοτυπίες!- για την εκλογή ερευνητή στην πρώτη βαθμίδα. Και ερωτώ: Είναι δυνατόν ο αρχαιολόγος, ο ιστορικός, ο γλωσσολόγος και ούτω καθεξής να έχει πατέντα;
Δεν διευκρινίζεται πουθενά τι έργο κάνει, ποιος είναι ο ΕΛΕ και πώς εξελίσσεται. Δηλαδή, εδώ έχουμε μια κατηγορία ΕΛΕ ερευνητών, οι οποίοι είναι δεύτερης κατηγορίας, αφού δεν εμφανίζονται πουθενά.
Το άρθρο 20 είναι καθοριστικό για μας, διότι δεν δεσμεύεται για τη δημόσια χρηματοδότηση των ερευνητικών φορέων, ενώ αντίθετα προωθεί με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοποίηση της περιουσίας τους.
Διαφωνούμε με το άρθρο 21, όπου η ΓΓΕΤ καθίσταται φορέας εκπαίδευσης –νέα πρωτοτυπία!- που παρέχει εκπαιδευτικά προγράμματα στη νομοθεσία ευρεσιτεχνίας και πιστοποιεί τίτλους, που είναι αντικείμενο του ΟΒΙ. Θα πάρετε και τις δουλειές του ΟΒΙ;
Στο άρθρο 20 προβλέπεται απευθείας ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημοσίων έργων μέχρι 100.000 ευρώ. Αυτό είναι απαράδεκτο, όπως λέει ο ΕΣΕΤ. Ακόμη προβλέπονται fast track διαδικασίες για ερευνητικές επενδύσεις πάνω από ένα εκατομμύριο.
Στο άρθρο 23 δεν δεσμεύεστε για πλήρη κάλυψη μισθοδοσίας ούτε για τον προϋπολογισμό των ερευνητικών κέντρων και τα συνδέετε με προγραμματικές διμερείς συμφωνίες. Επίσης, ενισχύονται αποκλειστικά μόνο από τη δημόσια χρηματοδότηση  οι υδατοκαλλιέργειες και η αλιεία. Γιατί επιλέγονται αυτοί οι τομείς, κύριε Υπουργέ –αν και δεν είστε εδώ; Είναι προνομιακή εθνική επιλογή;
Επίσης, ενισχύετε με χρηματοδότηση επιχειρηματικού κινδύνου τις μη τεχνολογικές καινοτομίες μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Αντιπαρέρχομαι τα άρθρα 30 και 32 με τα οποία δεν συμφωνούμε. Στο άρθρο 36, ξαφνικά φέρνετε καταξιωμένους ερευνητές από το εξωτερικό, χωρίς να λέτε τι σημαίνει «καταξιωμένοι», ποια είναι τα κριτήρια του καταξιωμένου και ποιος τον επιλέγει, ενώ προβλέπεται να αμείβεται κατά το δοκούν με αποφάσεις των Υπουργείων Οικονομικών και Παιδείας.
Στο άρθρο 43 για την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, επιμένουμε στα περί σκοπού της υπηρεσίας ως ρυθμιστικής αρχής στο στενό πυρήνα του κράτους. Δεν συμφωνούμε να μετατραπεί σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν γίνεται να εκδίδει κανονιστικές πράξεις και εγκυκλίους και να καταρτίζει σχέδια έκτακτης ανάγκης και παράλληλα να είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Επειδή μας κατηγορείτε συνεχώς ότι λέμε πολλές κουβέντες, αλλά δεν έχουμε θέσεις, να σας πω τις θέσεις μας: Πρώτον, πάγια θέση μας είναι η θέσπιση ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας. Επίσης, η ενίσχυση του ενιαίου δημόσιου και ακαδημαϊκού χαρακτήρα της έρευνας που υλοποιείται τόσο στα ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης, Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, όσο και στα Ερευνητικά Κέντρα.
Θέλουμε δημόσια ΑΕΙ και δημόσια Ερευνητικά Κέντρα. Η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα καταθέσει νόμο-πλαίσιο για την έρευνα και για δημόσια Ερευνητικά Κέντρα ως συνέχεια και επικαιροποίηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου. Δεν θα το πετάξουμε εμείς το ισχύον πλαίσιο, αλλά θα το επικαιροποιήσουμε, αξιοποιώντας την τριαντάχρονη εμπειρία μας με πνεύμα συνέχειας, για να δώσουμε ένα νέο, σαφές, σταθερό και μακροχρόνιο πλαίσιο λειτουργίας.
Δεύτερη θέση μας είναι η υποστήριξη της βασικής έρευνας και του ερευνητή και οι σταθερές θέσεις εργασίας. Εμείς θα σταματήσουμε το brain drain όσο μπορούμε. Δεν θα συμβάλλουμε ώστε το επάγγελμα του ερευνητή να είναι ειδεχθές και επαχθές. Υπερασπιζόμαστε την αντίληψη ότι ο ερευνητής είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και αμείβεται για να είναι ανεξάρτητος από ιδιωτικά συμφέροντα και να υλοποιεί υψηλής ποιότητας έρευνα.
Τρίτον, θα προβούμε σε άμεσες ρυθμίσεις προκειμένου να αποκατασταθεί το πνεύμα ισοτιμίας των υφιστάμενων ερευνητικών κέντρων και των ΑΕΙ. Θα θεσπιστούν μέτρα για ένα δημοκρατικό, μη συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης και κίνητρα συνεργειών για την όσο το δυνατό καλύτερη αξιοποίηση ανθρωπίνου δυναμικού και δημόσιων υποδομών.
Τέταρτον, ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα θα συμβάλλουν και θα κάνουν το στρατηγικό σχεδιασμό μιας μακροπρόθεσμης εθνικής ερευνητικής πολιτικής, η οποία θα συμβάλλει στην ενίσχυση των επιστημών και στην κοινωνική πρόοδο, στην παραγωγική ανασυγκρότηση και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, καθώς και των αναγκαίων κοινών διοικητικών δομών και επιστημονικών σωμάτων.
Δηλαδή, ένα δημοκρατικά σχεδιασμένο από την πολιτεία με τη βοήθεια επιστημονικών σωμάτων εθνικό στρατηγικό σχέδιο για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, το οποίο θα εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο, θα είναι απαλλαγμένο από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, θα αντανακλά τις εθνικές προτεραιότητες κάθε φορά, θα λαμβάνει υπόψη τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και θα έχει σκοπό την ορθή και οικολογική διαχείριση και αξιοποίηση των φυσικών πόρων, την υποστήριξη του ανθρώπινου δυναμικού και των υποδομών και την παραγωγή νέας γνώσης που θα ενσωματώνεται στην κοινωνία. Προϋπόθεση για αυτό είναι η διενέργεια ουσιαστικής διαβούλευσης με τους εμπλεκόμενους φορείς. Δεν θα τους ξεγελάσουμε.
Πέμπτον, χρειάζεται σαφές κανονιστικό και ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διασύνδεση των ερευνητικών κέντρων και των ΑΕΙ με τον καινοτόμο παραγωγικό τομέα.
Προσέξτε: Δεν θα τα πατσαβουριάσουμε όλα! Άλλο είναι η σύνδεση των ΑΕΙ και των ερευνητικών κέντρων με τον καινοτόμο παραγωγικό τομέα και άλλο είναι η μετατροπή των υφιστάμενων ερευνητικών κέντρων σε καινοτόμες επιχειρήσεις. Αυτή είναι η μεγάλη μας διαφορά.
Χρειάζονται, λοιπόν, δύο νόμοι, όχι δύο σε έναν που κάνετε εσείς, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και σκοπό την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την έξοδο από την κρίση.
Έκτον –και τελειώνω, κύριε Πρόεδρε και σας ευχαριστώ για την ανοχή σας- πεποίθησή μας είναι ότι η έρευνα και οι ερευνητικοί φορείς ανήκουν στο Υπουργείο Παιδείας και όχι σε ό,τι Υπουργείο μπορείς να φανταστείς σήμερα. Όλοι οι ερευνητικοί φορείς θα μαζευτούν στο Υπουργείο Παιδείας, του οποίου το οργανόγραμμα θα αναδιαρθρωθεί και θα σταματήσει ο υπουργικοκεντρικός και γραμματειοκεντρικός χαρακτήρας του σημερινού Υπουργείου Παιδείας.
Όπως αντιλαμβάνεστε, η δική μας Κυβέρνηση προτίθεται να ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο για τη διοίκηση και της έρευνας, αυτόν που ταιριάζει στην έρευνα, ένα δρόμο λογικής, διαφάνειας, συλλογικότητας.
 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΗΓΑΣ (ΠΑΣΟΚ):  Στη συζήτηση επί της αρχής η Ολομέλεια είχε τη δυνατότητα να ακούσει τις εισηγήσεις των κομμάτων και όσον αφορά το νομοσχέδιο, αλλά και όσον αφορά τον ευαίσθητο χώρο της λειτουργίας των ερευνητικών ιδρυμάτων και να κάνει τις παρατηρήσεις της γενικώς.
Υπήρξε κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή και κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια ένας γόνιμος διάλογος με παρατηρήσεις, τις οποίες μας υπέβαλαν εκτός από τους συναδέλφους και εκπρόσωποι των ερευνητών και εκπρόσωποι των ερευνητικών κέντρων.
Είναι γεγονός ότι το νομοσχέδιο έχει βελτιωθεί πάρα πολύ. Έχει αλλάξει σημαντικά όσον αφορά τις αρχικές του πρόνοιες. Πιστεύω ότι απαντήθηκαν ερωτηματικά, τα οποία ευλόγως απασχολούσαν όσους εργάζονται και μοχθούν σε αυτόν τον χώρο.
Επειδή, όμως, οι εποχές των γενικόλογων διακηρύξεων έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, τουλάχιστον προσωπικά έχω βαρεθεί να ακούω αυτά τα κλισέ, την ξύλινη γλώσσα για δημοκρατική λειτουργία, για αποκεντρωμένη λειτουργία, για σεβασμό στο ερευνητικό έργο, για ελευθερία της σκέψης. Όλες αυτές οι διακηρύξεις είναι πάρα πολύ καλές, μέχρι του σημείου που φθάνουν να αποτυπωθούν πάνω στο χαρτί. Όταν πάμε, λοιπόν, να τις αποτυπώσουμε πάνω στο χαρτί, έχουμε σοβαρά προβλήματα. Αυτό είναι το πρόβλημα της προσέγγισης που κάνει η Αξιωματική Αντιπολίτευση στο νομοσχέδιο, λόγια ωραία και πολλά, αλλά επί της ουσίας τίποτα.
Ας δούμε, λοιπόν, τι μπορούμε να βελτιώσουμε ακόμα περισσότερο στο νομοσχέδιο αυτό.
Κατ’ αρχήν δεν συμφωνούμε με μία νομοτεχνική βελτίωση-προσθήκη στο σχέδιο νόμου που αφορά τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται ο ΕΣΕΚ.
Θεωρώ ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργού να καθορίζει τα μέλη δεν είναι ό,τι καλύτερο. Για μένα θα πρέπει ο Υπουργός να έχει βέβαια την τελική ευθύνη καθορισμού της σύνθεσης και της σύστασης του ΕΣΕΚ, αλλά αυτό θα πρέπει αυτό να γίνεται με μία διαδικασία, ώστε από δεξαμενή, η οποία θα προκύπτει μετά από διαδικασίες διαφανείς και αξιοκρατικές, να έχει τη δυνατότητα ο Υπουργός να επιλέξει τα μέλη που θα στελεχώσουν τον ΕΣΕΚ.
Επιμένω, λοιπόν, στην αρχική πρόβλεψη, όπως ήταν στο νομοσχέδιο, και όχι στην επαναφορά αυτής της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Υπουργού.
Όσον αφορά το θέμα της διασφάλισης των εργασιακών δικαιωμάτων όλων των εργαζομένων, πράγματι υπήρχαν ερωτήματα και ίσως και ασαφείς διατυπώσεις. Όπως έχει κατατεθεί η τροπολογία, πιστεύω ότι πολλαπλώς και απολύτως διασφαλίζει τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων στις οργανικές τους θέσεις και τους προφυλάσσει από το κενό του μεταβατικού διαστήματος.
 Είναι, λοιπόν, πλήρης. Εάν χρειαστεί κάποια νομοτεχνική ακόμα πιο σαφής βελτίωση να το δούμε, αλλά θεωρώ ότι τέσσερα άρθρα της τροπολογίας καλύπτουν πλήρως κάθε «ανασφάλεια» που μπορεί να προκύψει στο χώρο αυτόν.
Τρίτον, υπάρχει ένα σοβαρό θέμα για το οποίο προτίθεμαι προσωπικά να καταθέσω τροπολογία. Το ζήτημα των ορίων ηλικίας και των διευθυντών δεν μπορεί να το αφήνουμε αρρύθμιστο. Υποτίθεται –και έτσι πρέπει- στο χώρο αυτόν να υπάρχει περιθώριο για νέους επιστήμονες. Δεν υπάρχει, λοιπόν, δυνατότητα και δεν επιτρέπεται να αφήνουμε ασαφές το όριο ηλικίας.
Κατά την άποψή μου, λοιπόν, θα πρέπει να μπει –και θα καταθέσω και σχετική τροπολογία- η δυνατότητα δύο τετραετών θητειών, η δεύτερη όμως να μην αρχίζει μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού τρίτου έτους της ηλικίας, πράγμα που σημαίνει ότι στο εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τελειώνει η θητεία του διευθυντή στα ερευνητικά ιδρύματα και συνταξιοδοτείται. Είναι κάτι το οποίο πιστεύω ότι  χρειάζεται και πρέπει να το ρυθμίσουμε.
Όσον αφορά τα ζητήματα που έχουν τεθεί σχετικά με τη σύγκρουση –θα μου επιτρέψετε να το πω έτσι- ανάμεσα σε πληροφορικάριους και χημικούς –μία ιστορία που τις τελευταίες μέρες εντάθηκε- εγώ πιστεύω ότι θα πρέπει να υπάρξει και εδώ διευκρίνιση για τα εισαγωγικά μαθήματα, για τα πεδία που επιλέγουν όσοι πρόκειται να εισαχθούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εκεί που η Πληροφορική είναι το κύριο αντικείμενο του Τμήματος βεβαίως να εξετάζεται η Πληροφορική. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις θα αποφασίζει ο Υπουργός μετά από δεσμευτική πρόταση ή σύμφωνη γνώμη της Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας και αυτό θα γίνεται εγκαίρως γνωστό.
Όποια άλλη πρόταση έχουμε ακούσει στο παρελθόν, να είμαστε «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» -αυτή είναι η συνήθεια κάποιων εδώ πέρα-, «ναι, βάλτε και την Πληροφορική, βάλτε και τη Χημεία, προσθέστε όλα τα μαθήματα μαζί», δεν πιστεύω ότι έχει περιθώριο. Θα πρέπει να αποφασίσουμε μια και έξω, σύμφωνα με σύγχρονα επιστημονικά κριτήρια και να το λύσουμε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε να μην μεταβληθούμε ως Βουλή από εκεί που κάποτε ήμασταν εκπρόσωποι συντεχνιών να γίνουμε λομπίστες. Κάτι τέτοιο αναπτύσσεται τώρα στην κοινωνία μας και στην ελληνική Βουλή, με τα διάφορα λόμπι που θέλουν να μετατρέψουν τους Βουλευτές σε λομπίστες. Ξεκάθαρα πράγματα!
 Εγώ δεν είμαι ούτε με τους μεν ούτε με τους δε. Είμαι με μία ορθολογική πρόταση, την οποία θα πρέπει να επεξεργαστούμε σωστά και να την καταθέσουμε.
 Υπάρχουν και άλλα ζητήματα, τα οποία θα θέσουν άλλοι συνάδελφοι, όπως κάποιες τροπολογίες που αφορούν τη μειονοτική εκπαίδευση. Θα ακούσουμε τους συναδέλφους και θα τοποθετηθούμε και επ’ αυτού.
Κύριε Υπουργέ, θεωρώ ότι στα υπόλοιπα ζητήματα το νομοσχέδιο, με τις νομοτεχνικές βελτιώσεις που έγιναν, αποκτά μια σχετική πληρότητα. Απαντά σε ερωτήματα όχι πλήρως. Δεν πρέπει να κάνουμε το σφάλμα να έχουμε απόλυτες τοποθετήσεις. Δεν είναι τέλειο νομοσχέδιο. Ενσωματώνει, από το 1985 που ήταν ο παλιότερος νόμος και το 2008 που έγινε ο νεότερος νόμος, ο οποίος δεν εφαρμόστηκε, αρκετές σύγχρονες αντιλήψεις για τη λειτουργία της έρευνας, της καινοτομίας και της τεχνολογίας.
Ενσωματώνει ευρωπαϊκή ή παγκόσμια εμπειρία, ενσωματώνει ευρωπαϊκό κεκτημένο. Προφανώς βελτιώνεται και εκσυγχρονίζεται. Πάντοτε όμως πρέπει να τηρούνται οι λεπτές ισορροπίες. Τα ερευνητικά κέντρα πρέπει από πλευράς χρηματοδότησης να διασφαλίζουν τη λειτουργική τους αυτονομία, δηλαδή αυτά που χρειάζονται τα ερευνητικά κέντρα για να λειτουργήσουν οφείλει το κράτος να τους τα παρέχει. Ο κρατικός μηχανισμός οφείλει να τα καλύπτει.
Δεν είναι δυνατόν, όσον αφορά την κάλυψη της λειτουργικής τους αυτονομίας, να αφήνουμε τα ερευνητικά μας κέντρα εκτεθειμένα στην προτίμηση των επιχειρηματιών ή των επιχειρηματικών συμφερόντων. Από εκεί και πέρα όλες οι άλλες αντιλήψεις που έρχονται από το παρελθόν και εννοούν την έρευνα ως κλουβάκια, κουτιά και μαγαζάκια είναι ξεπερασμένες.
Η έρευνα θα συνδυαστεί με την παραγωγή και θα στηρίξει και την καινοτομία και τη σύγχρονη οικονομία, μέσα σε μια λογική συνεργασίας και μια λογική ενίσχυσης όχι της κερδοφορίας κατ’ ανάγκη, αλλά της εθνικής μας οικονομίας.
Οι αντιλήψεις αυτές θέλουν τα ερευνητικά ιδρύματα γραφειοκρατικούς χώρους λειτουργίας, θέλουν τη διαφάνεια να εξικνείται μέχρι του σημείου να μην μπορούν να κάνουν αναθέσεις τα ερευνητικά κέντρα. Το ποσό θα το δούμε. Ακούω όμως με έκπληξη –λες και δεν έχουν λειτουργήσει σε αυτούς τους χώρους ορισμένοι- να λένε «είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια ανάθεση ή να γίνονται προσλήψεις με χαλαρό τρόπο;», όταν ξέρουμε ότι ερευνητικά προγράμματα κινδυνεύουν να χαθούν στη χώρα μας γιατί αυτή η γραφειοκρατία, που επιπίπτει επί δικαίων και αδίκων, δεν επιτρέπει την παραμικρή ευελιξία σε αυτά τα ερευνητικά ιδρύματα.
Δεν είναι δυνατόν λοιπόν άνθρωποι που έχουν θητεύσει σε αυτό το χώρο να μην κατανοούν γιατί χρειάζεται μια μεγαλύτερη ευελιξία σε αυτούς τους χώρους προκειμένου να υπάρχει αξιοποίηση με διαφάνεια. Υπάρχουν όμως χιλιάδες τρόποι να το κατακτήσουμε αυτό παρά να μένουμε προσκολλημένοι στο μέχρι ευρώ έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε ένα χώρο που πρέπει να υπάρχει ταχύτητα και ευελιξία.
Να υπάρχει, λοιπόν, διαφάνεια, αξιοκρατία, αξιολόγηση με κριτήρια που υπάρχουν παγκοσμίως αλλά και στην Ευρώπη. Δεν θα ανακαλύψουμε την πυρίτιδα. Όμως, εγώ δεν καταλαβαίνω να υπάρχουν ανεξέλεγκτοι χώροι όπου, με τη δικαιολογία της αυτονομίας και της ελευθερίας της σκέψης δεν επεμβαίνει κανείς και δεν βάζει τάξη.
Ανακεφαλαιώνω και κλείνω. Έχουμε ένα νομοσχέδιο που είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Έγιναν σημαντικές βελτιώσεις. Μπορώ να πω ότι άλλαξε η μορφή του σε αρκετά σημεία. Διασφαλίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την ελευθερία της λειτουργίας της σκέψης και της δράσης των ερευνητών. Κατοχυρώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό –θα έλεγα πλήρως- τα εργασιακά τους δικαιώματα. Εξασφαλίζει –και σ’ αυτό θα πρέπει να επιμείνουμε- τη λειτουργική αυτονομία των ερευνητικών ιδρυμάτων και βάζει κριτήρια αξιολόγησης και σύνδεσης με την παραγωγή και την οικονομία, όπως και κριτήρια λειτουργίας σε ένα πλαίσιο πιο αποκεντρωμένο.
Όσον αφορά το Εθνικό Σχέδιο Τεχνολογίας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης Και Καινοτομίας, αν δεν κάνω λάθος, η Βουλή έχει να παίξει σημαντικό ρόλο. Άκουσα ότι θα αποφασίζει η Βουλή. Βεβαίως αυτό θα γίνεται. Από εκεί και πέρα θα υπάρχουν και όλες οι άλλες δομές που θα εξασφαλίζουν όχι μόνο τον έλεγχο, αλλά το συντονισμό και τη λειτουργία στον τομέα της έρευνας.
Είναι γεγονός ότι ως χώρα έχουμε σημαντική υστέρηση, όχι μόνο στο νομοθετικό επίπεδο, αλλά και στους πόρους που επενδύουμε στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογίας.
Ας είναι αφορμή αυτό το νομοσχέδιο τουλάχιστον να καλύψουμε το νομοθετικό κενό. Κι ας δεσμευτούμε όλοι ότι η χώρα μας θα κατακτήσει στα επόμενα τρία χρόνια το μέσο κοινοτικό όρο, όσον αφορά τους πόρους που διαθέτει -κι όχι σπαταλά ή σκορπά- στην έρευνα, την τεχνολογία και την καινοτομία.
Με αυτή, λοιπόν, την παρατήρηση, θεωρώ ότι το νομοσχέδιο αυτό πρέπει να στηριχθεί. Εμείς τουλάχιστον θα το στηρίξουμε. Θα κάνουμε και τις παρατηρήσεις της τελευταίας στιγμής. Θα καταθέσουμε και την τροπολογία που ανέφερα προηγουμένως και θα δεχτούμε από τους συναδέλφους που θα τοποθετηθούν στη συνέχεια κι άλλες παρατηρήσεις, που δεν αναφέρονται στον κορμό του νομοσχεδίου, αλλά αφορούν άλλες τροπολογίες.

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΞΟΥΛΙΔΟΥ (ΑΝΕΛ): Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ολοκληρώνεται σήμερα η διαδικασία συζήτησης του κατατεθέντος νομοσχεδίου που αφορά την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία, το οποίο έχει ως στόχο, συγκεκριμένα, να εκσυγχρονίσει και να αναμορφώσει το υπάρχον νομοθετικό υπόβαθρό, σύμφωνα με τις σύγχρονες και συνεχώς αναπτυσσόμενες εθνικές και παγκόσμιες προκλήσεις.
Χωρίς καμμία έκπληξη η Συγκυβέρνηση υποστηρίζει σθεναρά ότι το παρόν νομοσχέδιο, όπως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση, αποτελεί προσπάθεια αξιοποίησης του αρχικού θεσμικού πλαισίου για την έρευνα, με την ενσωμάτωση των εξελίξεων που έχουν σημειωθεί με την πάροδο των ετών.
Φυσικά, η Συγκυβέρνηση εξ αρχής υπεραμύνθηκε του παρόντος νομοσχεδίου. Υποστήριζε ότι θα τεθούν οι βάσεις για την ανάπτυξη των τριών αυτών τομέων μέσω ενεργειών σύμπραξης μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, ώστε να δημιουργηθεί το απαραίτητο και γόνιμο έδαφος για μία συλλογική και εθνική προσπάθεια, που θα συμβάλλει στο θεμελίωση ενός προηγμένου ενιαίου ευρωπαϊκού και εθνικού ερευνητικού χώρου.
Ένα τέτοιο φερέλπιδο σχέδιο νόμου δημιουργεί, χωρίς καμμία αντίρρηση και αμφιβολία, ασφαλώς μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες για τα μελλοντικά επιτεύγματα της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας στην Ελλάδα.
Στις σελίδες του σχέδιου νόμου διαβάζουμε μια ογκώδη και πολλά υποσχόμενη επιχειρηματολογία για τους σκοπούς, τους στόχους και τη χρησιμότητα εφαρμογής του. Ενδεικτικά, αναφέρω κάποιους εξ αυτών, όπως η ενίσχυση του ερευνητικού δυναμικού, η δημιουργία νέων επιχειρήσεων, η χάραξη εθνικής στρατηγικής για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία, οι καρποφόρες διαδικασίες χρηματοδότησης, η απλούστευση των δραστηριοτήτων στα ερευνητικά κέντρα και τους τεχνολογικούς φορείς. Μεγαλειώδεις εξαγγελίες!
Υπόσχονται ένα μεγαλόπνοο σχέδιο δράσης για τη θεμελίωση ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων που θα μπορέσει να αποκτήσει η Ελλάδα, αξιοποιώντας τους εν λόγω ζωτικής σημασίας τομείς.
Επίσης, μέσω της ενίσχυσης του ερευνητικού δυναμικού, το φαινόμενο της brain drain, δηλαδή της διαρροής εγκεφάλων θα αποφευχθεί και δεν θα χρειαστεί η άτακτη φυγή των επιστημόνων σε χώρες του εξωτερικού. Η προώθηση καινοτόμων ιδεών και η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ της ερευνητικής και της ακαδημαϊκής κοινότητας, καθώς και η ευέλικτη εθνική στρατηγική είναι μερικές ακόμα από τις υποσχέσεις του νομοσχεδίου. Ωστόσο, πρόκειται για ρηχές και στείρες υποσχέσεις, που δείχνουν άγνοια για την πραγματικότητα. Όλες οι φρούδες και πομπώδεις υποσχέσεις δεν μπορούν να τονώσουν την έρευνα. Η έρευνα, όπως η τεχνολογία και η καινοτομία, αποτελούν επένδυση και όχι δαπάνη. Αυτή τη βασική χαρακτηριστική λεπτομέρεια φαίνεται να αμελούν οι συντάξαντες το νόμο.
Τα τελευταία χρόνια οι τομείς αυτοί φυτοζωούν και βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού. Οι κρατικές δαπάνες κυμαίνονται σε εξαιρετικά οριακά ποσοστά και παρόλες τις αντιξοότητες, ο ερευνητικός ιστός επιτυγχάνει συνεχώς αξιέπαινες διεθνείς διακρίσεις.
Ουσιαστικά, αξιολογώντας αντικειμενικά το νομοσχέδιο, παρατηρούμε μία παράδοξη, ελλιπή, άστοχη και ασαφή στοιχειοθέτηση. Ο δημόσιος ερευνητικός χώρος αποψιλώνεται, αποδυναμώνεται, ιδιωτικοποιείται και υπάγεται πλέον στους νόμους της αγοράς. Έτσι, λοιπόν, ανταμείβει η πολιτεία τους αρίστους, με την περιφρόνηση; Με τις περικοπές και δημιουργώντας ανασχετικούς παράγοντες που θα αλλοιώσουν την ερευνητική και επιστημονική ποιότητα;
Ο τροχός προχωρά πίσω αντί να ατενίζει το μέλλον. Δεν προασπίζονται θεμελιώδεις αρχές της έρευνας. Αντί αυτού, έχουμε την πρόσκληση ανατροπών στο δημόσιο ερευνητικό σύστημα. Ένας νόμος που, κατά τα λεγόμενά σας, έρχεται να συμπληρώσει και να αναβαθμίσει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, οφείλει να ενσωματώνει τις επιτακτικές ανάγκες και τις εξελίξεις που έχουν διαδραματιστεί με την πάροδο του χρόνου. Η τεχνολογία κινείται με αλματώδεις ρυθμούς και η νομοθετική αλλαγή είναι αναγκαία προκειμένου να έχουμε το βέλτιστο αποτέλεσμα.
Οφείλουμε, όμως, να χτίζουμε πάνω σε γερά θεμέλια, έχοντας ως εφαλτήριο ήδη επιτυχημένα μοντέλα που θα μας ωθήσουν σταδιακά και σταθερά στην κορυφή. Μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου θα ακολουθήσουμε το μονοπάτι της αοριστολογίας και θα υιοθετήσουμε τις ρυθμίσεις ενός νομοσχεδίου που δεν έχει καμμία αναφορά στις διεθνείς εξελίξεις της παγκόσμιας αγοράς, που δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και που λειτουργεί σαν ανασταλτικός παράγοντας ανάπτυξης.
Αναφορικά με τα επιμέρους άρθρα και αρχίζοντας μάλιστα από το άρθρο 2, θα πω τα εξής. Ορισμοί: Δεν αποσαφηνίζονται οι βασικές έννοιες των κυρίως όρων, ως όφειλε. Ο όρος του «ερευνητή» δεν είναι ξεκάθαρος και διευρυμένος και η ασάφεια αυτή είναι ικανή να προκαλέσει μία σειρά παρερμηνειών.
Άρθρο 4: Διακρίνουμε την αμέλειά σας σχετικά με την εναρμόνιση της εθνικής στρατηγικής για την έρευνα, την τεχνολογία και την ανάπτυξη στο σύγχρονο και απαιτητικό τεχνολογικό περιβάλλον. Οι εθνικές προτεραιότητες δεν συγκλίνουν με τις απαιτήσεις της κοινωνίας και της οικονομίας και δεν ενισχύονται οι δεσμοί έρευνας με την ανώτατη εκπαίδευση.
Άρθρο 5: Η έλλειψη σταθερής χρηματοδότησης, που είναι ένα ζήτημα μείζονος σημασίας, καταστρέφει το κέλυφος της έρευνας και η τακτική σας να μη μεριμνήσετε για την οικοδόμηση μιας ουσιαστικής εθνικής πολιτικής είναι ολοφάνερη.
Άρθρο 8: Θα υπερτονίσω τη δημιουργία μια παντοδύναμης Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας. Η ΓΓΕΤ βαφτίζεται σε ελεγκτή των πάντων, χωρίς όμως να υπάρχει αυστηρό πλαίσιο επιτήρησης για την ίδια. Όπως είπα και στη σχετική ομιλία μου στην Επιτροπή, είναι το λιγότερο παράδοξο ο ίδιος φορέας που ελέγχει να χρηματοδοτεί.
Η τάση για ανάληψη πολλαπλών εξουσιών από τη ΓΓΕΤ διαφαίνεται και στην παράγραφο 2 του άρθρου 49, βάσει της οποίας η ΓΓΕΤ είναι αρμόδια για τη σύσταση, τους σκοπούς και την εποπτεία των ερευνητικών κέντρων. Για να υπάρχουν διαφανείς διαδικασίες, προτείνουμε τη δημιουργία ενός εθνικού συμβουλευτικού οργάνου το οποίο θα είναι αρμόδιο για την προώθηση, την εποπτεία και τη διαχείριση καινοτόμων ιδεών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το άρθρο 11, για το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΑΚ), στο οποίο δίνετε τη δυνατότητα να έχει απόλυτη ελευθερία κινήσεων.
Άρθρο 18: Προσωπικό ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων. Έχει σαν σκοπό την αναγνώριση και την ανάγκη προσαρμογής, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Υπάρχει, όμως, απόκλιση μεταξύ αιτιολογικής έκθεσης και άρθρου. Αν και έχουν γίνει ποικίλες αναπροσαρμογές, εν τούτοις το περιεχόμενο του άρθρου δεν εμπίπτει με το σύνολο του νομοσχεδίου. Επιστεγάζει ανατροπές στο εργασιακό καθεστώς, διαπραγματεύεται τη μονιμότητα των ερευνητών Α΄ και Β΄ βαθμίδας, τους οποίους μάλιστα υποβαθμίζει έναντι των πανεπιστημιακών. Αυτή είναι η εξομοίωση που επαγγέλλεστε;
Επιπροσθέτως, άκρως σημαντικό είναι και το άρθρο 23, το οποίο αφορά στη δημόσια χρηματοδότηση. Από το συγκεκριμένο άρθρο, λοιπόν, προκύπτει ότι η επιχορήγηση των ερευνητικών κέντρων δεν θα είναι επαρκής ούτε για την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Τα λειτουργικά έξοδα δεν διασφαλίζονται. Έχουμε το παράλογο ότι οι υψηλές επιστημονικές επιδόσεις συνοδεύονται από πενιχρές χρηματοδοτήσεις.
Στο εξής, στον κυκεώνα του ισοπεδωτικού χαρακτήρα και της εκ νέου υποβάθμισης θα προστεθεί και η ανάληψη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ουσιαστικά, τα ερευνητικά κέντρα θα επαφίενται στην ανάληψη χρηματοδοτούμενων έργων, προκειμένου να εξασφαλίσουν την προαπαιτούμενη για τη λειτουργία τους χρηματοδότηση.
Κύριε Πρόεδρε, δεν θα μακρηγορήσω άλλο επί των άρθρων. Όμως, θα ήθελα να τοποθετηθώ αναφορικά με κάποιες τροπολογίες. Συγκεκριμένα, με την τροπολογία με γενικό αριθμό 2028 και ειδικό αριθμό 284 «Υποχρέωση συμπληρωματικής καταχώρισης στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, ρυθμίσεις ασφάλισης μεταπτυχιακών υποτρόφου α΄ κύκλου του ΙΚΥ, παράθεση ή απόσπαση υπαλλήλων ΕΟΠΥΥ, ρυθμίσεις μισθών υπηρεσίας, σύσταση λευκού μητρώου, κλπ», είμαστε σύμφωνοι. Θα ψηφίσουμε υπέρ αυτής της τροπολογίας που είναι προς το κοινό καλό όλων αυτών των ανθρώπων.
Όσον αφορά την τροπολογία με γενικό αριθμό 2029 και ειδικό αριθμό 285 σχετικά με τους Αξιωματικούς του Λιμενικού Σώματος-ΕΛ.ΑΚΤ. και με τις έκτακτες μεταθέσεις του προσωπικού, φυσικά συμφωνούμε και είμαστε θετικοί.
Θα αναφερθώ στην τροπολογία με γενικό αριθμό 2030 και ειδικό αριθμό 286 για τη ρύθμιση θεμάτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και θεμάτων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει τελικώς το μάθημα της λογοτεχνίας από τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα. Επιπλέον ορίζεται ότι οι κάτοχοι απολυτηρίου ΕΠΑΛ έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις Πανελλαδικές Εξετάσεις με μεταγενέστερο έτος απ’ αυτό της αποφοίτησής τους, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις των αποφοίτων των ΓΕΛ. Αυτή η ρύθμιση αποκλείει ουσιαστικά τους αποφοίτους των ΕΠΑΛ από την τριτοβάθμια εκπαίδευση και, φυσικά, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε.
Όσον αφορά την τροπολογία με γενικό αριθμό 2031 και ειδικό αριθμό 287 για τα θέματα της διοικητικής οργάνωσης της μειονοτικής εκπαίδευσης, του εκπαιδευτικού προσωπικού μειονοτικών σχολείων, της λειτουργίας επιστημονικής-παιδαγωγικής υποστήριξης μειονοτικών σχολείων και της ίδρυσης διδασκαλείου εκπαιδευτικών μειονοτικού προγράμματος, θα ήθελα να πω ότι η συγκεκριμένη τροπολογία επιχειρεί την οργάνωση της μειονοτικής εκπαίδευσης και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου που τη διέπει. Η ρύθμιση έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό της μειονοτικής εκπαίδευσης και, φυσικά, την επικροτούμε. Επιπλέον, καθορίζεται η διαδικασία εξομοίωσης των αποφοίτων της ΕΠΑΘ με τους πτυχιούχους παιδαγωγικών τμημάτων Δημοτικής Εκπαίδευσης ΑΕΙ, που θα έχει σαν αποτέλεσμα την αναβάθμιση της μειονοτικής εκπαίδευσης.
Η τροπολογία με γενικό αριθμό 2032 και ειδικό αριθμό 238 μιλά ουσιαστικά για τροποποίηση διατάξεων του Οργανισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και για τη ρύθμιση θεμάτων του εν λόγω Υπουργείου. Ορίζονται αυστηρές ποινές στις περιπτώσεις που ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος εκπαιδευτικού ή υπαλλήλου που υπηρετεί σε σχολείο, για έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής. Φυσικά, είμαστε θετικοί.
Θα ήθελα να σταθώ στην τροπολογία με γενικό αριθμό 2033 και ειδικό αριθμό 289. Είναι μία τροπολογία που ουσιαστικά προσπαθεί να βάλει τάξη –ουσιαστικά φέρνει αταξία- στα Επαγγελματικά Λύκεια. Από την ψήφιση του ν. 4186 διατυπώναμε τις εντονότατες αντιρρήσεις μας γι’ αυτό το θέμα. Όμως, το Υπουργείο Παιδείας κώφευε, θέλοντας να υπηρετήσει συμφέροντα. Ο ν. 4186 έχει δομικό λάθος –σας παρακαλώ παρά πολύ να το προσέξετε, είναι το κεφάλαιο Δ΄ άρθρο 17 και εξής- όταν αναφέρεται στη μη τυπική εκπαίδευση. Τέτοιος όρος δεν υπάρχει. Η μαθητεία είναι τρόπος μη τυπικής μάθησης –όχι εκπαίδευσης- και δεν μπορεί να απευθύνεται στους πτυχιούχους αποφοίτους των ΕΠΑΛ. Το τέταρτο έτος έχει νόημα μόνο σαν πρακτική άσκηση των πτυχιούχων των ΕΠΑΛ και, φυσικά, ανήκει ξεκάθαρα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Κύριε Υπουργέ, τι σημαίνει ο όρος «μεταλυκειακός τίτλος σπουδών»; Πρέπει να αλλάξει ο νόμος και όχι να συζητάμε για ανούσιες τροπολογίες. Προϋπόθεση για την ανάπτυξη της μαθητείας είναι να υπάρχουν πολλές και μεγάλες επιχειρήσεις που να προσφέρουν αντίστοιχες θέσεις. Το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας δεν υποστηρίζει τέτοιας έκτασης επιχειρήματα. Πώς θα εφαρμοστεί, λοιπόν, η μαθητεία σε μαζική κλίμακα; Το μοντέλο που προωθείται από τη Γερμανία είναι ασύμβατο με το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας. Βασίζεται σε μικρομεσαίες οικογενειακές ή και ατομικές επιχειρήσεις.
Θυμίζουμε ότι εννέα μήνες πριν από την ψήφιση του ν. 4186/2013, στις 10/11/2012 στο Βερολίνο, οι Υπουργοί Παιδείας Ελλάδας, Ισπανίας, Πορτογαλίας, Ιταλίας, Λετονίας και Σλοβακίας συνυπέγραψαν με την Υπουργό Παιδείας της Γερμανίας το «Memorandum on Cooperation in Vocational Education and Training in Europe», στο οποίο προβλέπεται ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις θα προσφέρουν «θέσεις μαθητείας» -εντός εισαγωγικών- στους νέους αυτών των χωρών.
Πέρυσι μιλούσαμε για παιδομάζωμα και δεν εισακουστήκαμε. Σήμερα, δυστυχώς, επιβεβαιωνόμαστε. Πουθενά στον κόσμο δεν καταλύθηκε το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα για να υπάρξει μόνο μη τυπική μάθηση και αυτό για να εξυπηρετήσει συμφέροντα άλλων, έναντι των εθνικών συμφερόντων. Είναι εθνικά εγκληματικό, εκτός από γιατρούς και μηχανικούς, να εξάγουμε στη Γερμανία και τα ίδια μας τα παιδιά στερώντας από τη χώρα μας την ελπίδα για το μέλλον.  
Τέλος, όσον αφορά την τροπολογία 2034/290 «Ρύθμιση θεμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης», κύριε Υπουργέ, επιχειρείτε ξανά –ξανά επαναλαμβάνω- για τρίτη φορά με πλάγιο τρόπο την αναγνώριση των κολεγίων χωρίς σαφή και ξεκάθαρη διατύπωση των όρων και των προϋποθέσεων. Επίσης, προσπαθείτε ξανά την αναγνώριση των τίτλων σπουδών ανωτάτης εκπαίδευσης, διεθνών οργανισμών, στους οποίους μετέχει η Ελληνική Δημοκρατία. Για το θέμα αυτό είχαμε κάνει ξανά παρέμβαση, με αποτέλεσμα την απόσυρση της συγκεκριμένης τροπολογίας. Είχαμε καταγγείλει -χωρίς να πάρουμε ποτέ απάντηση- ότι σε αυτούς τους δυο διεθνείς Οργανισμούς συμπεριλαμβάνενται και ο Διεθνής Οργανισμός με τίτλο «Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίου Δικαίου» που αποτελεί μετεξέλιξη πρώην ΜΚΟ με αμαρτωλό παρελθόν και ο οποίος διαφήμιζε ταχύρυθμα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών έναντι 2000 ευρώ, στις εξαιρετικές, ιδιόκτητες εγκαταστάσεις στο Σούνιο, οι οποίες, όμως, έγιναν με χρήματα του ελληνικού λαού.

ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΟΥΣΗ:Επί της αρχής είπαμε ότι κατά την άποψή μας το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας δεν αποτελεί θεσμική βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης, αλλά αποσυναρμολογεί τον καταστατικό χάρτη και την ακαδημαϊκότητα του σύγχρονου ερευνητικού συστήματος της χώρας.
 Για αυτόν το λόγο εμείς καταψηφίζουμε επί της αρχής το σχέδιο νόμου.
Κατά την άποψή μας η χώρα έχει ανάγκη από στοχευμένες παρεμβάσεις οι οποίες επιλύουν συγκεκριμένα προβλήματα και δημιουργούν ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη της αριστείας, την ενίσχυση της αλληλεπίδρασης των ερευνητικών κέντρων με τα πανεπιστήμια και την ενίσχυση της καινοτομικής επιχειρηματικότητας. Το σχέδιο νόμου εάν και εισάγει ορισμένες θετικές ρυθμίσεις, για παράδειγμα το εικοσάωρο λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της ερευνητικής εργασίας, δεν κινείται συνολικά προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά κατατίθεται με τη φιλοδοξία μιας συνολικής επαναθεμελίωσης του ερευνητικού συστήματος χωρίς να έχει τα δομικά στοιχεία μιας μεταρρύθμισης η οποία βλέπει προς το μέλλον. Τουναντίον διαθέτει πάρα πολλά χαρακτηριστικά αρνητικά μιας αντιμεταρρύθμισης.
Είπαμε και χθες στην ομιλία μας ότι δεν επιλύει κοιτάζοντας προς το μέλλον τα ζητήματα της αναδιοργάνωσης του ερευνητικού ιστού με ενιαία εποπτεία της ενοποίησης του χώρου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας κ.λπ.
Η προηγούμενη προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να επιχειρήσει μιας αντίστοιχη συνολική θεσμική αναδιοργάνωση του ερευνητικού συστήματος, όπως αυτή που κωδικοποιείται με το ν.3653/2008 έμεινε στα χαρτιά ως ο νόμος ο οποίος ουδέποτε εφαρμόστηκε. Και αυτό γιατί η δυναμική του σημερινού ελληνικού ερευνητικού συστήματος ως τμήμα του υπό διαμόρφωση ενιαίου ευρωπαϊκού ερευνητικού χώρου μπορεί να ενισχυθεί μόνο με προωθητικές βελτιώσεις του νόμου 1514 του 1984 και όχι μέσα από τη κατεδάφισή του.
Όπως καταδεικνύεται και με την επιστολή της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών, η Νέα Δημοκρατία δεν φαίνεται να αποδέχεται ότι η έρευνα είναι κοινωνικό αγαθό για το οποίο την κύρια ευθύνη ανάπτυξης και προαγωγής της έχει η πολιτεία.
Περνάμε σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις στα άρθρα. Κάποια από αυτά προλάβαμε και τα είπαμε στην αντίστοιχη Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. Σας είπαμε, κύριε Γενικέ, ότι στο άρθρο 2 παράγραφος 25 είναι προβληματικός ο ορισμός του δημόσιου ερευνητικού συστήματος, διότι αφαιρεί κάθε έννοια εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος.
Όπως γνωρίζουμε, το ερευνητικό σύστημα της χώρας αναπτύσσεται με την διφυή μορφή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Θα πρέπει, όμως και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου να ορίζεται σαφώς η έννοια της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.
Επίσης, ο νομοθέτης δεν φαίνεται να αποδέχεται την άποψη ότι ο πρωταρχικός ρόλος των δημόσιων ερευνητικών κέντρων είναι η προαγωγή της έρευνας και της παραγωγής νέας γνώσης και όχι οι εμπορικές δραστηριότητες, όπως αυτές περιγράφονται στο κείμενο με το άρθρο 1 παράγραφος 1ζ.
Ξαναλέμε ότι είναι άλλο πράγμα η παροχή υπηρεσιών σε τεχνολογικά ζητήματα προωθημένης τεχνογνωσίας τα οποία δεν διαθέτει ο ιδιωτικός τομέας και είναι άλλο πράγμα η μετατροπή των δημόσιων ερευνητικών κέντρων σε φορείς εμπορικών δραστηριοτήτων, συναγωνιστικών ή ανταγωνιστικών του ιδιωτικού τομέα. Είπαμε και χθες ότι εμείς πιστεύουμε στις συμπράξεις αμοιβαίου συμφέροντος, στο συμπληρωματικό ρόλο του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και όχι στην αναπλήρωση του δημόσιου από τον ιδιωτικό και τούμπαλιν.
Αλλάξατε –και σωστά- τα ζητήματα που αφορούν τη σύσταση, τροποποίηση, κατάργηση ερευνητικών οργανισμών. Τα περάσατε στην ευθύνη του Υπουργού. Έχετε διορθώσει και το συγκεκριμένο άρθρο. Έχουν γίνει πολλές διορθώσεις και προσπαθούμε να τις παρακολουθήσουμε.
Επειδή θέλουμε να λέμε και τα θετικά, θεωρούμε ότι οι επιστημονικοί σύνδεσμοι των Υπουργείων και τα περιφερειακά επιστημονικά συμβούλια είναι θετικές ρυθμίσεις του σχεδίου.
Με το άρθρο 11 παράγραφος 1 υποβαθμίζεται ο ρόλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Έρευνας από συμβουλευτικό όργανο της πολιτείας που ήταν, σε συμβουλευτικό όργανο της Γενικής Γραμματείας Έρευνας, της Γ.Γ.Ε.Τ.
Λοιπόν, ορθά το σχέδιο νόμου -άρθρο 15 παράγραφος 1- προβλέπει τη συμμετοχή των συνεργαζόμενων καθηγητών ΑΕΙ στην εσωτερική δημοκρατική ζωή των ερευνητικών κέντρων. Πρέπει να υπάρξει συμμετρία και να καθιερωθεί αντίστοιχη συμμετοχή των επισκεπτών ερευνητών στην εσωτερική ζωή των ΑΕΙ.
Εμείς, ως Δημοκρατική Αριστερά, είμαστε σταθερά υπέρ της ενοποίησης των δύο χώρων -τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας- και δεν θέλουμε τη διαιώνιση των ασυμμετριών που υπάρχουν ανάμεσα στον ένα χώρο και στον άλλο. Θα πρέπει οι δύο αυτοί χώροι να επικοινωνούν με αντίστοιχα δικαιώματα. Αυτή είναι η μία ασυμμετρία που παρουσιάζεται στο νόμο. Η άλλη, αφορά το θέμα της επιλογής του διευθυντή του Ινστιτούτου.
Δεν είναι δυνατόν, κύριε Γενικέ και κύριοι Υπουργοί, οι ερευνητές οι οποίοι στην πραγματικότητα υφίστανται τις συνέπειες της επιλογής του διευθυντή του Ινστιτούτου να μην έχουν λόγο για την επιλογή αυτή. Σας παρακαλούμε πάρα πολύ να το δείτε αυτό.
Επίσης, η θητεία των διευθυντών των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων πρέπει είναι καθορισμένη χρονικά και να μην παρατείνεται επ’ αόριστον. Βάλατε το διάστημα των έξι μηνών και αυτό είναι θετικό. Μπορείτε να το κάνετε όμως και τρεις μήνες ώστε να μην έχουμε αυτές τις παρατάσεις οι οποίες είναι και χωρίς αιτιολόγηση.
Αλλάξατε το ζήτημα των ερευνητών και του εργασιακού καθεστώτος, των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων στα ερευνητικά κέντρα και αυτό είναι θετικό. Σας είπαμε ότι συμφωνούμε με τη ρύθμιση των είκοσι ωρών την εβδομάδα γιατί στην ουσία λαμβάνει υπόψη το χαρακτήρα της ερευνητικής δραστηριότητας.
Προβληματική είναι η παράγραφος 3 του άρθρου 18 η οποία ορίζει τα προσόντα των ειδικών λειτουργικών επιστημόνων. Η φιλοσοφία του ν. 1514/1985 αφορούσε την πρόσληψη υψηλής ειδίκευσης τεχνικών και μηχανικών για την υποστήριξη των εργαστηρίων. Το σχέδιο ορίζει αυτούς τους ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες με αντιστοιχία –κατ’ ουσίαν- προσόντα με αυτά των ερευνητών, δημιουργώντας συγχύσεις. Ίσως μια καλή λύση θα ήταν η διατήρηση των χαρακτηριστικών έτσι όπως αυτά έχουν οριστεί στο ν. 1514/1985.
Το είπαμε και χθες, όπως το είπαμε και στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, ότι κατά την άποψή μας, κατά την άποψη δηλαδή της Δημοκρατικής Αριστεράς, είναι προβληματικό το άρθρο 20 παράγραφος 1 που αφορά το ρόλο του δημόσιου ερευνητικού οργανισμού. Η απευθείας εμπορική αξιοποίηση των έργων διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1α, δεν μπορεί να αποτελεί σκοπό των ερευνητικών κέντρων.  Ο ρόλος τους είναι η διάχυση της γνώσης διαμέσου της ενίσχυσης νέων ερευνητών ώστε να αναπτύξουν καινοτόμες επιχειρήσεις και να αξιοποιήσουν τα ερευνητικά αποτελέσματα. Οι δημόσιοι, πάλι, από μόνοι τους λειτουργοί, οι ερευνητές που υπηρετούν το δημόσιο ερευνητικό σύστημα, δεν μπορούν να είναι και να αντιμετωπίζονται ως επιχειρηματίες.
Θα ήθελα στο ένα λεπτό που μου μένει να αναφερθώ στις τροπολογίες. Θα αναφερθώ σε πέντε από αυτές γιατί είναι πάρα πολλές. Ελπίζουμε στη δευτερολογία μας να έχουμε τον απαραίτητο χρόνο.
Λέτε «Χημεία ή Πληροφορική». Κύριοι Υπουργοί, πέρυσι η Βουλή αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου που αφορούσε το νέο Λύκειο στο να συζητήσει το πρόβλημα αυτό. Κι έρχεστε τώρα εσείς μετά από ένα χρόνο, όταν δεν έχει καν λειτουργήσει το σύστημα και χωρίς επαρκή αιτιολογία, κι αλλάζετε πάλι τα εξεταζόμενα μαθήματα -κατά την άποψή μας- υποκύπτοντας σε πιέσεις των διαφόρων lobby γύρω από την εκπαίδευση, χωρίς να έχετε εξηγήσει γιατί κάνετε αυτήν την επαναφορά.
Κατά την άποψή μας, η Χημεία είναι βασική επιστήμη που διδάσκεται και πρέπει να συνεχίσει να διδάσκεται στο Λύκειο και πρέπει να αποτελεί εξεταζόμενο πανελλαδικά μάθημα για την εισαγωγή στη τριτοβάθμια εκπαίδευση.           
Η πληροφορική είναι, επίσης, επιστήμη. Ωστόσο, όλες οι έρευνες δείχνουν ότι η αξιοποίηση της πληροφορικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έρχεται μέσα από τις οριζόντιες χρήσεις, όπως λέγονται, και όχι μέσα από την κάθετη χρήση, δηλαδή τη μάθηση στην επιστήμη της πληροφορικής. Αυτό είναι αντικείμενο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Η πληροφορική, λοιπόν, πρέπει να είναι εξεταζόμενο μάθημα μόνο για τα Τμήματα Πληροφορικής αν θέλετε. Αφήστε όλα τα άλλα ότι θα έρθει η ΑΔΙΠ να σας προτείνει κάθε χρόνο χωρίς να ξέρουν οι μαθητές και οι οικογένειές τους ποιο τελικά θα είναι εξεταζόμενο μάθημα ή όχι. Αφήστε την παλιά ρύθμιση, αν θέλετε τη διορθώνετε βάζοντας την πληροφορική στα Τμήματα αποκλειστικά της Πληροφορικής και να δείτε πώς αυτό θα λειτουργήσει.
Σ’ ό,τι αφορά την εκπαίδευση της μειονότητας, η ρύθμιση που φέρνετε είναι θετική. Tο είπαμε και στην Επιτροπή των Μορφωτικών Υποθέσεων. Θα πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει αυτό το διπλό σύστημα και να ενταχθεί αυτό που λέμε εκπαίδευση της μειονότητας στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Προσέξτε, όμως, τι κάνετε. Το κάνετε με έναν τρόπο που διαιωνίζετε τις διακρίσεις. Δηλαδή, για τους αποφοίτους των παιδαγωγικών τμημάτων που είναι μουσουλμανικής θρησκείας και γνωρίζουν την τουρκική γλώσσα παράλληλα με την ελληνική, για αυτούς οι οποίοι προορίζονται για το μειονοτικό τουρκόφωνο πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων επιμηκύνετε τη διάρκεια των σπουδών τους και δεν ορίζετε και το χρόνο. Για ποιο λόγο;
Δεν μπορούμε να έχουμε δύο μέτρα και σταθμά. Υπάρχουν απόφοιτοι των παιδαγωγικών τμημάτων τετραετούς φοίτησης που προορίζονται για τα σχολεία της χώρας. Ωραία. Σε αυτούς μέσα να εισαχθούν και οι μουσουλμάνοι φοιτητές. Γιατί αυτοί πρέπει να κάνουν άλλα δύο χρόνια ή άλλον ένα χρόνο για να αποκτήσουν το δικαίωμα διορισμού τους στο τουρκόφωνο μειονοτικό πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων;
Η πρόταση μας είναι η εξής. Ακούστε την. Καταρχήν, οι φοιτητές των παιδαγωγικών τμημάτων θα πρέπει και αυτοί να έχουν δικαίωμα διορισμού στα μειονοτικά σχολεία στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα.
Γιατί να μπορούν να διορίζονται σε ένα ελληνικό δημοτικό σχολείο και να μην μπορούν να διδάσκουν τα παιδιά που αποφοιτούν από τα παιδαγωγικά τμήματα στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων;
Φτιάξτε ενιαίες ρυθμίσεις για τους αποφοίτους των παιδαγωγικών τμημάτων και αν θέλετε να περιφρουρήσετε το τουρκόφωνο μειονοτικό πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων στους πολίτες που έχουν μουσουλμανική θρησκεία, βάλτε τον όρο της γνώσης της τουρκικής γλώσσας. Δεν μπορεί, όμως, οι άνθρωποι αυτοί να εκπαιδεύονται για άλλα δύο χρόνια. Για ποιο λόγο; Τι να μάθουν που δεν το έμαθαν…
Λοιπόν, η πιστοποίηση της γλωσσομάθειας που επιχειρείται είναι, επίσης, προβληματική. Δεν μπορείτε να έχετε σε ομηρία όλους τους ιδιωτικούς οργανισμούς που δίνουν πιστοποίηση γλωσσομάθειας και να εισάγετε νέα κριτήρια. Φτιάξτε τα κριτήρια. Αυτή είναι πιστοποιημένη και από διεθνείς οργανισμούς. Γιατί κάθε φορά τους βάζετε σε αυτήν την ταλαιπωρία;
ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΜΑΝΩΛΑΚΟΥ(ΚΚΕ): Μέσα και από τα άρθρα υλοποιείται η προσαρμογή και εναρμόνιση του ερευνητικού ιστού της χώρας και της ερευνητικής πολιτικής στο ευρωενωσιακό πρόγραμμα «μαμούθ» Horizon 2020 ενισχύοντας την εμπορευματοποίηση, προσαρμόζοντας και τις εργασιακές σχέσεις των ερευνητών παρά τις τροπολογίες, δηλαδή, τσάκισμα των εργαζομένων και σε αυτόν τον τομέα και βέβαια δεν ξεχνάτε και την ενίσχυση των ερευνητικών προγραμμάτων του ΝΑΤΟ.
Ήδη θα έλεγα ότι οι τροπολογίες που φέρατε είναι χάρη στον αγώνα των ερευνητών με τις μαζικές κινητοποιήσεις τους. Έφεραν κάποιο αποτέλεσμα να προστατέψουν τουλάχιστον τη δουλειά τους όπως είναι σήμερα, να μην βρεθούν στο δρόμο.
 Γι’ αυτό κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος. Όμως, να επαγρυπνούν, γιατί η εμπορευματοποίηση της έρευνας διαπερνά όλο το νομοσχέδιο και ήδη μεγάλος αριθμός ερευνητών είναι με μπλοκάκι και αβέβαιες εργασιακές σχέσεις.
Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο και το πρώτο άρθρο -για να μπω στην κατ’ άρθρο συζήτηση- αναφέρεστε στην προσαρμογή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βεβαίως, τα μονοπώλια εξυπηρετούνται. Δηλαδή, η έρευνα και η ανάπτυξη, που σχετίζονται βέβαια μεταξύ τους, δεν είναι ταξικά ουδέτερες. Είναι δέσμιες των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Γι’ αυτό διαμορφώνετε και το ρόλο του επενδυτή και τον οδηγείτε να έχει σαν επίκεντρο όχι το επιστημονικό έργο αλλά την επιχειρηματική λειτουργία. Με αυτό συνδέετε την εργασιακή ύπαρξη.
Στα άρθρα 4 και 5 αποτυπώνονται βασικές αρχές της εθνικής στρατηγικής ΕΤΑΚ και του σχεδίου δράσης αντίστοιχα. Δηλαδή, συναρτάτε την έρευνα με την ευρωενωσιακή πολιτική και την αναπτυξιακή στρατηγική του κεφαλαίου.
Στο δεύτερο κεφάλαιο με τα άρθρα 6-21 αναδιοργανώνονται οι σχετικές δομές και υπηρεσίες του κράτους και καθορίζονται αρμοδιότητές τους με σκοπό τη συμβολή τους στην ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της έρευνας, την εξυπηρέτησή τους με πιο στενή σύνδεση με την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Η ΓΓΕΤ αναλαμβάνει επιτελικό ρόλο και για την προώθηση αυτής της στρατηγικής.
Στο άρθρο 13 περιγράφετε το νέο πλαίσιο λειτουργίας των ερευνητικών κέντρων περιλαμβάνοντας μια σειρά επικίνδυνων διατάξεων. Μπορεί να αλλάξατε την παράγραφο 2, όμως διατηρείτε την παράγραφο 4, όπου συγχωνεύονται, καταργούνται ερευνητικά κέντρα, τροποποιείται ο σκοπός και η νομική φύση τους με προεδρικά διατάγματα. Ναι. Αρκεί ένα απλό προεδρικό διάταγμα για την αλλαγή καθεστώτος των ερευνητικών κέντρων. Είμαστε βέβαιοι ότι θα τα προωθήσετε άμεσα και γρήγορα. Γι’ αυτό λέμε ότι είναι αβέβαιο το μέλλον και των ερευνητών και πρέπει να έχουν επαγρύπνηση. Είναι σαφές ότι ανοίγει ο δρόμος και για ανατροπές σε εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων στα ερευνητικά κέντρα, όπως και για απολύσεις με ή χωρίς το μανδύα της κινητικότητας. Ας υποστηρίζετε ότι το πήρατε πίσω. Το πήρατε πίσω προσωρινά και χάρις στις πιέσεις.
Στα άρθρα 14-17 υπάρχουν οι αλλαγές στο σύστημα διοίκησης των ερευνητικών κέντρων ενισχύοντας τους όρους ως επιχειρηματικής μονάδας με την προβλεπόμενη μυστικότητα των συνεδριάσεων των ΔΣ που δήθεν αλλάξατε αλλά διατηρείτε. Επιδιώκετε βεβαίως με αυτόν τον τρόπο να ανατραπούν αγωνιστικές παρεμβάσεις των συλλογικών φορέων ενσωματώνοντας ερευνητές και άλλους εργαζόμενους στη διαπάλη των επιχειρηματικών ομίλων που θα χειραγωγούν την έρευνα και τα αποτελέσματά της.
Το άρθρο 18 περιγράφει την προώθηση ελαστικών σχέσεων για την πλειοψηφία των εργαζομένων που ήδη έχουν. Επιδιώκεται να ενισχυθεί ο θεσμός των post doc, δηλαδή συμβασιούχων νέων ερευνητών που είναι δέσμιοι της εργασιακής ανασφάλειας και της απορροφητικότητας των πόρων των ερευνητικών προγραμμάτων.
Καταργείται η βαθμίδα του ερευνητή Δ’ κατ’ αντιστοιχία με την κατάργηση της βαθμίδας του λέκτορα στα ΑΕΙ.
Οι ερευνητές Γ’ συνάπτουν σχέση ορισμένου χρόνου και η μετατροπή της σε αορίστου συναρτάται με την αξιολόγησή τους.
Προβλεπόταν μονιμότητα για την οποία κάνατε τροποποιήσεις για τους υπάρχοντες χάρις στην πίεση που ασκήθηκε. Όμως η δουλειά τους, η έρευνα, προσαρμόζεται συνολικά στις ανάγκες της αγοράς. Στα ελάχιστα προσόντα που προβλέπονται για την πρόσληψη ερευνητικού προσωπικού σε περίοπτη θέση βρίσκεται η ικανότητα να αναζητεί και να προσελκύει οικονομικούς πόρους από εξωτερικές πηγές.
Στο Γ’ κεφάλαιο και στα άρθρα 21 μέχρι 27 θεσπίζει τη δυνατότητα για παντός είδους κίνητρα και διευκολύνσεις στα επιχειρηματικά συμφέροντα. Δεν διασφαλίζει, όμως, την πλήρη κάλυψη των αναγκών των ερευνητικών κέντρων ούτε τη μισθοδοσία των εργαζομένων ούτε τα λειτουργικά τους έξοδα.
Επίσης, είναι απαράδεκτη η παράγραφος 7δ στο άρθρο 21 που δήθεν διορθώσατε. Όμως, παραμένει η ουσία του. Κάποιος που δεν έχει αποκτήσει άδεια δικηγορίας, μπορεί να γίνει ο δικηγόρος της πατέντας κατά παρέκκλιση και καταπάτηση του θεσμικού πλαισίου. Έχουν ξεσηκωθεί οι δικηγορικοί σύλλογοι και με το δίκιο τους. Εμείς σας λέμε να το αποσύρετε εξ ολοκλήρου, καθώς και τη διορθωτική που κάνατε, η οποία έχει την ίδια φιλοσοφία. Καταπατά στοιχειώδεις κανόνες.
Στο Δ’ κεφάλαιο, στα άρθρα 28 με 38, γίνεται λόγος για κρατικές υποτροφίες, για μεταπτυχιακές σπουδές. Ο υποψήφιος διδάκτορας πρέπει να αμείβεται για τα χρόνια που εργάζεται και μάλιστα ικανοποιητικά, να είναι πλήρους απασχόλησης και να ασφαλίζεται. Η πρόβλεψη δεν είναι αρκετή. Απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα οι υποτροφίες στο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ που τα προηγούμενα χρόνια είχε ένα σχετικά εκτεταμένο πρόγραμμα υποτροφιών, έχουν παγώσει, ενώ και το ΙΚΥ έχει να προκηρύξει μαζικές υποτροφίες εδώ και χρόνια. Ωστόσο, προβλέπεται χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό ερευνητικών φορέων, ακόμα και επιχειρήσεων με τη μορφή βραβείων.
Επίσης, γίνεται προσπάθεια συγκέντρωσης της κρίσιμης μάζας που μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην υλοποίηση της προωθούμενης στρατηγικής μέσω ανάπτυξης, συνεργασιών και συμπράξεων ερευνητικών κέντρων, πανεπιστημίων και επιχειρήσεων.
Στο άρθρο 37 δημιουργούνται γραφεία ενοικίασης ερευνητών για τρία συν τρία χρόνια σε άλλους φορείς ή επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν και την κάλυψη της μισθοδοσίας τους.
 Κεφάλαιο Ε’, «Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας»: κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να αποτελούσε ξεχωριστό νομοσχέδιο. Οι μεταβατικές διατάξεις όχι μόνο δεν λύνουν κανένα πρόβλημα, αλλά δημιουργούν ακόμα μεγαλύτερα.
Ας έρθω στις τροπολογίες: Θα ήθελα να πω ότι για τα οξυμένα προβλήματα που απορρέουν από αυτήν την πολιτική, έχουμε καταθέσει τέσσερις τροπολογίες για την αντιμετώπιση βασικών προβλημάτων που βιώνουν οι εργαζόμενοι, για να ανακουφιστούν οι νέοι επιστήμονες που εργάζονται με μπλοκάκι. Είναι πάρα πολλοί αυτοί που βρίσκονται κάτω απ’ αυτό το απαράδεκτο καθεστώς, κάτω από το βάρος των ασήκωτων εισφορών που αναγκάζονται να πληρώσουν, ενώ το εισόδημά τους είναι πολύ χαμηλό. Επίσης, είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί η μισθοδοσία των εργαζομένων στους ερευνητικούς φορείς, αλλά και η δυνατότητα μετεγγραφής στον τόπο κατοικίας του γι’ αυτόν που έχει μόνο τον ένα γονιό. Εμείς καλούμε τους συναδέλφους να τις ψηφίσουν.
Θα μιλήσω για μερικές τροπολογίες. Θα ξεκινήσω από την τροπολογία για τη ΝΕΡΙΤ. Είναι η τρίτη τροπολογία που έρχεται για το κλείσιμο της ΕΡΤ. Αλήθεια, εμείς βάζουμε και ένα ερώτημα. Για τις προηγούμενες δεν ήταν γνωστές οι υποχρεώσεις που υπήρχαν; Τώρα έρχονται να τις διορθώσουν; Δεν θα την ψηφίσουμε και το λέμε καθαρά.
Για το πειθαρχικό των εκπαιδευτικών. Είναι ένα συνολικό πρόβλημα το πειθαρχικό των υπαλλήλων και των εκπαιδευτικών και δεν το θίγετε με την τροπολογία. Όμως, ο κύριος Υπουργός είχε υποσχεθεί ότι θα τη διορθώσει. Εμείς θα περιμένουμε μέχρι τελευταία στιγμή. Γιατί; Διότι μέσα από αυτήν ποινικοποιεί ακόμα και τη διαφορετική πολιτική γνώμη. Ακόμα και με μία απλή μήνυση για οποιοδήποτε λόγο τίθεται κανείς σε αργία.
  Το θέμα της παιδεραστίας είναι ένα σοβαρό πρόβλημα και πρέπει να παρθούν μέτρα. Η τροπολογία αυτή, όμως, είναι προβληματική και πρέπει να τη διορθώσετε. Εμείς θέλουμε να τη ψηφίσουμε. Μη μας ωθείτε να πούμε «ΠΑΡΩΝ».
  Πολύ συνοπτικά, για την τροπολογία 2030, για τα εκπαιδευτικά προγράμματα, ψηφίζουμε «ΠΑΡΩΝ» στα άρθρα 1,2,6, ψηφίζουμε «ΝΑΙ» στο άρθρο 3 και «ΚΑΤΑ» στο άρθρο 4.
Καταψηφίζουμε την τροπολογία για το Διεθνές Πανεπιστήμιο και την ιδιωτικοποίηση των κολλεγίων.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.