Placeholder

Εθνικός Διάλογος

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Η πρόταση για τις αλλαγές στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ

Τι προβλέπει για τα Μεταπτυχιακά και τα ΤΕΙ
Δημοσίευση: 26/05/2016
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Το esos δημοσιεύει κατ αποκλειστικότητα την πρόταση της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την παιδεία για τι αλλαγές στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ,  , που θα παρουσιαστεί στην τελική συνάντηση των Επιτροπών του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου, που θα πραγματοποιηθεί αύριο Παρασκευή, στο υπουργείο Παιδείας, παρουσία της πολιτικής ηγεσίας.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ 129 ΣΕΛΙΔΩΝ ΤΗΣ  ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

Ειδικότερα:

Ι. Ο Ενιαίος Χώρος Εκπαίδευσης και Έρευνας ως πεδίο εφαρμογής μεταρρυθμιστικής πολιτικής

Η δημιουργία ενιαίου χώρου εκπαίδευσης και έρευνας καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά χρονίων προβλημάτων στο ακαδημαϊκό-ερευνητικό οικοσύστημα όπως:

-Την γεωγραφική απομόνωση επιμέρους ερευνητικών μονάδων, σε συνδυασμό με κατακερματισμό ή εκτεταμένες αλληλεπικαλύψεις των ερευνητικών δραστηριοτήτων.

-Την πολυτυπία εργασιακών σχέσεων και διοικητικών/διαχειριστικών πρακτικών στα ΕΚ.

-Τα ελλείμματα προσωπικού και κρισίμων μαζών σε ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ) σε συνδυασμό με τη μαζική μετανάστευση νέων επιστημόνων στο εξωτερικό

-Τη σχετικά περιορισμένη αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων στη λεγόμενη «αλυσίδα της καινοτομίας» (βασική έρευνα-εφαρμοσμένη έρευνα- εμπορική εκμετάλλευση καινοτόμων εφαρμογών).

-Την έλλειψη δυνατοτήτων μιας πιο ευέλικτης εκπαιδευτικής διαδικασίας στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ.

-Την προβληματική κατάσταση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών.

-Την μεγάλη διαφορά που παρατηρείται στο επίπεδο σπουδών αλλά και ερευνητικής δραστηριότητας ανάμεσα σε Τμήματα με ομοειδή γνωστικά
αντικείμενα.

-Την αδυναμία πρόσβασης στα ΑΕΙ και ΕΚ των νέων επιστημόνων.

Οι προτάσεις που ακολουθούν αποβλέπουν στην αναβάθμιση του έργου που παράγεται στα ΑΕΙ και τα ΕΚ, στην εναρμόνιση των εκπαιδευτικών και των ερευνητικών δραστηριοτήτων σε όλη την επικράτεια, στην εξοικονόμηση πόρων και στην υποβοήθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Θα πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι η συγκρότηση του Ενιαίου Χώρου αποτελεί μια ανατροφοδοτούμενη, εθνική στρατηγική στον τομέα της Παιδείας που δεν εξαντλείται σε έναν «κατάλογο» δράσεων και χρειάζεται διαρκή εμπλουτισμό και αναπροσαρμογή.

Με άξονα τα παραπάνω, η στρατηγική για την επίτευξη του Ενιαίου Χώρου Εκπαίδευσης και Έρευνας θα πρέπει να ακολουθήσει μια κατά στάδια διαδικασία που περιλαμβάνει:

α) την ακριβή καταγραφή των ακαδημαϊκών-ερευνητικών ομάδων σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και ΕΚ. Σε περίπτωση που ακαδημαϊκοί και ερευνητές δεν εντάσσονται σε ομάδες, να αναφερθεί η γενική περιοχή ερευνητικής δραστηριότητας τους.

β) τα προβλήματα υποδομών που αντιμετωπίζει κάθε ομάδα συμπεριλαμβανομένων και τα θέματα κρίσιμων μαζών

γ) την αποτύπωση των συναφειών ανάμεσα σε διαφορετικές μονάδες. Αυτό θα μπορούσε να γίνει από τις ίδιες τις ομάδες μετά από συνεννόηση μεταξύ τους.

δ) τις συγκεκριμένες αναπτυξιακές προοπτικές της κάθε ομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των δυνατοτήτων εμπλοκής νέων επιστημόνων.

Ο κυρίαρχος διαχωρισμός της έρευνας σε «βασική» και «εφαρμοσμένη», εγκλωβίζει τον προβληματισμό για τον ενιαίο χώρο ΑΕΙ και ΕΚ σε μία τεχνητή διαίρεση, με αποτέλεσμα διάφοροι τομείς είτε να συνεχίσουν να υποβαθμίζονται, είτε να αγνοούνται εντελώς (όπως για παράδειγμα, η έρευνα στους καλλιτεχνικούς κλάδους, σε ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, όπως η κοινωνική ανθρωπολογία κ.ά.). Επιπλέον η κυρίαρχη αντίληψη για την καινοτομία, τόσο στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πολιτικής, όσο και στο επίπεδο της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά και σε ορισμένους ακαδημαϊκούς κύκλους, περιορίζεται στην καταμέτρηση των κατατεθειμένων ευρεσιτεχνιών, των συνεργασιών με επιχειρήσεις και των εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων. Η συνύπραξη όλων των δυνατών μορφών, πρακτικών και αντιλήψεων για την έρευνα αποτελεί μία μεγάλη κατάκτηση των ΑΕΙ και ΕΚ και η κουλτούρα αυτή θα πρέπει να προφυλαχθεί και να ενισχυθεί. Επιπλέον, θα πρέπει να γίνουν όλες οι δυνατές αναπροσαρμογές ώστε τα Ιδρύματα στην Ελλάδα να επωφεληθούν από χρηματοδοτικούς μηχανισμούς που ενισχύουν την καινοτομία και την συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Όμως, τα δημόσια ιδρύματα θα πρέπει να προσέλθουν σε αυτή τη συνεργασία με τη μορφή ενός θεσμικά θωρακισμένου δικτύου για πολλούς λόγους: Πρώτον, για να διατηρήσουν τον δημόσιο χαρακτήρα τους και να μην είναι ευάλωτα απέναντι σε ιδιοτελή συμφέροντα· δεύτερον, για να οικοδομηθεί «ικανότητα» που ενδεχομένως θα προσελκύσει την υγιή και καινοτόμο επιχειρηματικότητα· και τρίτον, για να μετασχηματισθεί το παραγωγικό μοντέλο προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας. Ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας είναι απαραίτητος διότι στο μεγαλύτερο μέρος του, ο παραγωγικός ιστός της χώρας αποτελείται από επιχειρήσεις μικρού μεγέθους και χαμηλής έντασης γνώσης, με αποτέλεσμα την υποτονική ζήτηση, αλλά και τις χαμηλές επενδύσεις στην έρευνα.

Επαναλαμβάνουμε πως οι απαραίτητες αναπροσαρμογές για μία ουσιαστική εμπλοκή με την «αλυσίδα της καινοτομίας» ΔΕΝ σημαίνει ότι αυτό αποτελεί την βάση για την διαμόρφωση πολιτικής στον τομέα της έρευνας, αλλά, αντιθέτως έρχεται να συμπληρώσει τις επιτυχημένες και με μακρά ιστορία διεργασίες μιας πολύμορφης ερευνητικής κουλτούρας.

Δυστυχώς η ευρωπαϊκή πολιτική για την έρευνα παραμένει μεροληπτικά προσανατολισμένη σε δομές μεγάλης και πολύ μεγάλης κλίμακας, ευνοώντας έτσι ορισμένες μόνο κατηγορίες σχημάτων και – με αυτόν τον έμμεσο τρόπο – συμμετεχόντων, τόσο σε επίπεδο κρατών, όσο και σε επίπεδο ιδρυμάτων και μονάδων, αλλά και κλάδων. Επομένως, αν το σκεπτικό αυτό εξακολουθήσει να υιοθετείται σε εθνικό επίπεδο, η συγκρότηση του ενιαίου χώρου ΑΕΙ και ΕΚ θα εγκλωβιστεί στην σχεδόν αποκλειστική επιδίωξη για επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα και την εξασφάλιση μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων σε ορισμένους μόνο κλάδους, αναπαράγοντας με τον τρόπο αυτό αποκλεισμούς, ανισότητες και ασυμμετρίες. Ένα πραγματικό επίδικο, επομένως, είναι να ξεπεραστεί ο τεχνητός αυτός διαχωρισμός ενόψει της συγκρότησης του ενιαίου χώρου, με γνώμονα την συμβολή στην παραγωγική ανασυγκρότηση, μέρος της οποίας – αλλά όχι κεντρικό άξονα – αποτελούν η εμπορική εκμετάλλευση των όποιων αποτελεσμάτων, η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα και η εξασφάλιση των μεγάλων χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από την άποψη αυτή, ένα δεύτερο επίδικο είναι η στρατηγική που χρειάζεται να υιοθετηθεί ώστε να επιτευχθεί κάποια τροποποίηση έστω της ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα της έρευνας, με τελικό στόχο να αποκατασταθούν ορισμένες στοιχειώδεις ισορροπίες, κυρίως όμως για να εξυπηρετηθεί ο στόχος της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Συνοπτικά, πέρα από τα αναγκαία μέτρα για προσαρμογή της χώρας σε αυτήν την πολιτική, ώστε να μπορεί να διεκδικεί με επιτυχία τα μεγάλα προγράμματα και τις αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις τους, χρειάζεται να ανοίξει η συζήτηση για την αναθεώρησή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο και την υπέρβαση του τεχνητού διαχωρισμού που καταλήγει στην αναπαραγωγή μιας σειράς ανισοτήτων τόσο μεταξύ των χωρών, όσο και στο εσωτερικό τους, αλλά και μεταξύ διαφορετικών κλάδων.

ΙΙ. Η στοχευμένη χρηματοδότηση ως όργανο εθνικής στρατηγικής στην εκπαίδευση και την έρευνα

Βασικό σκεπτικό:

Η εθνική πολιτική για την Έρευνα και την Καινοτομία δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στα προγράμματα ΕΣΠΑ. Με δεδομένη τη διαχειριστική δυσκαμψία και την αποκλίνουσα στόχευση που αυτά τα προγράμματα, απαραίτητη προϋπόθεση για να αρθρωθεί μια εθνική στρατηγική είναι η δημιουργία ενός Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας –που, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα.

Το Ίδρυμα θα είναι επιφορτισμένο με: (α) την οικονομική ενίσχυση της έρευνας στα ερευνητικά και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, αλλά και στους κλάδους όπου η έρευνα δεν υφίσταται ακόμη σε επίπεδο ερευνητικών κέντρων· (β) την υποστήριξη της δικτύωσης των ερευνητικών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, αλλά και των ερευνητών, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο· (γ) την υποστήριξη της διασύνδεσης ανάμεσα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα και τα ερευνητικά κέντρα· (δ) την επεξεργασία εργαλείων από εθνικά κεφάλαια, ευρωπαϊκούς πόρους και δάνεια, για τη χρηματοδότηση της έρευνας σε όλους τους κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής και της καλλιτεχνικής έρευνας, καθώς και της έρευνας στις ανθρωπιστικές επιστήμες· (ε) την διασύνδεση με την υγιή, καινοτόμο επιχειρηματικότητα όπου αυτό είναι δυνατό, διευκολύνοντας την αξιοποίηση εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων· (στ) την συμβολή στην αξιοποίηση μη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων, που μπορούν όμως να έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε διάφορους τομείς και να συμβάλουν με έμμεσο τρόπο στην παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη της χώρας.

Βασικές προτεραιότητές του θα πρέπει είναι η κάλυψη των ερευνητικών αναγκών (μισθοί, αναλώσιμα), η δικτύωση των ερευνητικών και ακαδημαϊκών μονάδων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, η συμβολή στην αξιοποίηση μη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποτελεσμάτων, αλλά και η διασύνδεση των εμπορικά εκμεταλλεύσιμων με την υγιή, καινοτόμο επιχειρηματικότητα. Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, το Ίδρυμα θα πρέπει να λειτουργεί με απλούς κανόνες, που από τη μία πλευρά διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και από την άλλη ανταποκρίνονται στη ραγδαία πρόοδο που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη επιστήμη. Η διοίκησή του θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία και να εγγυάται αξιόπιστες, αδιάβλητες και διαφανείς διαδικασίες αξιολόγησης των ερευνητικών προτάσεων. Με αυτόν τον τρόπο, τόσο το χρηματοδοτικό σχήμα όσο και ο προγραμματισμός των δράσεών του θα είναι πολύ πιο ευέλικτα, ιδιαίτερα μάλιστα αν το Ίδρυμα λειτουργεί με καθεστώς ΝΠΙΔ.

Ένα Εθνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας το οποίο θα μπορεί, επιπλέον, να επεξεργάζεται πολιτική για την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, θα μπορεί να απαλλάξει τόσο τους ερευνητές, όσο και το ακαδημαϊκό προσωπικό από αρμοδιότητες που δεν τους ανήκουν και δεν θα έπρεπε να τους ανήκουν. Με αφορμή, λοιπόν, τη συζήτηση για τον Ενιαίο Χώρο Εκπαίδευσης και Έρευνας χρειάζεται μια συνολική αναθεώρηση της οπτικής από την οποία γίνονται τόσο η συζήτηση για την έρευνα, όσο και η διατύπωση των προτάσεων για την ανάπτυξη της πολιτικής σε αυτόν τον τομέα, έτσι ώστε να ξεπεραστούν οι τεχνητές διαιρέσεις και η μονόπλευρη έμφαση σε ορισμένη μόνο κατεύθυνση, διότι μέχρι σήμερα έχουν αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη πολλών κλάδων, αγνοώντας την ευρύτερη σημασία τους και περιορίζοντας τις δυνατότητές τους να συμβάλουν στην ανασυγκρότηση με στόχο την ανάπτυξη.

Υποδείγματα καλής πρακτικής: Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οργανισμοί ερευνητικής χρηματοδότησης διακρίνονται σε κρατικούς και μη. Για πολλούς λόγους, το πιο πρόσφορο σύστημα για την Ελλάδα, που μαστίζεται από πελατειακές σχέσεις ανάμεσα στις διοικήσεις των ΑΕΙ/ΕΚ και τη δημόσια αρχή, είναι το δεύτερο. Το πιο καλό παράδειγμα οργανισμού με μορφή ΝΠΙΔ είναι ο Γερμανικός Οργανισμός Ερευνητικής Χρηματοδότησης (DFG; www.dfg.de/en). Ο DFG υποστηρίζει όλους τους κλάδους των θετικών και των ανθρωπιστικών επιστημών. Στη διοίκησή του συμμετέχουν Πανεπιστήμια, ΕΚ, Επιστημονικές Ενώσεις και Ακαδημίες Επιστημών. Ο DFG αντλεί το μεγαλύτερο ποσοστό των πόρων του από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και τα Κρατίδια της Γερμανίας, τα οποία εκπροσωπούνται σε όλες τις επιτροπές. Ταυτόχρονα, το σύστημα ψηφοφορίας και οι διαδικαστικοί κανόνες εγγυώνται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικά και με γνώμονα την αριστεία.

Υλοποίηση: Είναι γνωστό ότι ο Τομέας Έρευνας και Καινοτομίας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κινείται ήδη προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου φορέα ερευνητικής χρηματοδότησης μέσα στο 2016. Για να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο, κρίνεται απαραίτητη η ψήφιση ειδικού νόμου που θα προβλέπει τη δημιουργία του Ιδρύματος και θα περιγράφει το νομικό και διοικητικό καθεστώς του.

ΙΙΙ. Η οριζόντια κινητικότητα μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίων, ΤΕΙ και ΕΚ ως μέθοδος δημιουργίας κρισίμων μαζών

Βασικό σκεπτικό: Υπό συνθήκες κρίσης εμφανίζονται τεράστια ελλείμματα διδακτικού προσωπικού στα ΑΕΙ. Από την άλλη πλευρά, σε αρκετά ΕΚ οι ερευνητικές ομάδες που ενεργοποιούνται σε ορισμένες θεματικές δεν συνιστούν κρίσιμη μάζα. Αυτή τη στιγμή, μόνο ένα μικρό ποσοστό ερευνητών έχουν ταυτόχρονα διδακτικές ευθύνες στα Πανεπιστήμια (κυρίως στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών). Για να καλυφθούν όμως οι ανάγκες στο επίπεδο των προπτυχιακών σπουδών και στο επίπεδο της κάλυψης κρισίμων μαζών στα ΕΚ, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί είτε η ελεύθερη μετακίνηση ερευνητών των ΕΚ προς ΑΕΙ και αντίστροφα είτε η διπλή ιδιότητα (καθεστώς οργανικής και μακροπρόθεσμης συνεργασίας, με πολυετή δέσμευση και δυνατότητα ανανέωσης) προκειμένου περί «ζευγών» που περιλαμβάνουν ένα πανεπιστημιακό Τμήμα και ένα συγκεκριμένο Ερευνητικό Ινστιτούτο). Εννοείται ότι η μακροχρόνια συνεργασία με δύο διαφορετικά ιδρύματα που περιγράφεται παρακάτω αφορά ένα καθεστώς παράλληλης άσκησης κυρίων καθηκόντων και δεν νοείται ως υποκατάστατο της «κλασσικής» εκπαιδευτικής αδείας.

Πέρα από τη στρατηγική της σημασία για την ενίσχυση και τη βιωσιμότητα του ερευνητικού ιστού, η ώσμωση ανάμεσα σε ΑΕΙ και ΕΚ αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ισοτιμίας πανεπιστημιακών και ερευνητών και ικανοποιεί το πάγιο αίτημα «ίση αμοιβή για ίση εργασία» -χωρίς να εξομοιώνει μέλη προσωπικού που εμπλέκονται με διαφορετικό τρόπο στο εκπαιδευτικό-ερευνητικό οικοσύστημα.
Το θεσμικό πλαίσιο της οριζόντιας κινητικότητας ή της διπλής ιδιότητας θα πρέπει να προβλέπει κανόνες που διαμορφώνουν ένα ελκυστικό περιβάλλον καθώς και συγκεκριμένα κίνητρα, διότι το καθεστώς της διπλής απασχόλησης είναι εξ ορισμού πιο εντατικό και πιο απαιτητικό από το ισχύον. Μέτρα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι διευκολύνσεις στους κανόνες χρηματοδότησης των συνεργατικών ερευνητικών προγραμμάτων, η ακαδημαϊκή αναβάθμιση και -αν οι συνθήκες το επιτρέπουν- η χορήγηση πρόσθετων. Μερικές συγκεκριμένες ιδέες σε αυτόν τον άξονα είναι οι εξής:

α) Η πριμοδότηση της συνεργατικής έρευνας ανάμεσα στα μέλη των ΑΕΙ και των ΕΚ μέσω του Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας-όπως συμβαίνει στην περίπτωση του DFG.

β) Η ελαστικοποίηση των κανόνων διαχείρισης των συνεργατικών ερευνητικών προγραμμάτων (παραδείγματος χάρη, η ευχερέστερη μεταφορά κονδυλίων από τον κωδικό των αμοιβών στον κωδικό των αναλωσίμων ή αντίστροφα).

γ) Η θέσπιση πρότυπων, μικτών μεταπτυχιακών προγραμμάτων, που ενισχύονται από την Πολιτεία.

Η μετάβαση από το ισχύον καθεστώς στο καθεστώς της ελεύθερης μετακίνησης ή της διπλής ιδιότητας θα πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη προσοχή, για να μην καταστεί ο Ενιαίος Χώρος ερμητικά «κλειστός» σε νέους επιστήμονες. Επίσης, θα πρέπει να υπάρξουν ρυθμίσεις ως προς τον αριθμό των μετακινουμένων, ώστε να ελέγχονται οι ροές προς μονάδες στις οποίες παρατηρείται μεγάλη δυσαρμονία ανάμεσα στη ζήτηση και την προσφορά. Ένας κανόνας για να ελεγχθούν τέτοιες τάσεις θα ήταν οι συνολικές μετακινήσεις προσωπικού προς έναν φορέα να μην ξεπερνούν ένα ορισμένο ποσοστό που θα συμπληρώνεται -όταν και όπου αυτό καθίσταται δυνατόν- με προσλήψεις νέου προσωπικού. Σε αυτό το στιγμιότυπο, δεν κρίνεται σκόπιμο να υιοθετηθεί η εσωτερική κινητικότητα εντός των ΑΕΙ και των ΕΚ (π.χ., μείωση των μόνιμων θέσεων εις όφελος των μη μόνιμων ή μετακίνηση προσωπικού από τα ιδρύματα της περιφέρειας προς το κέντρο).

Υποδείγματα καλής πρακτικής: Στα Πανεπιστήμια και τα ΕΚ του εξωτερικού το καθεστώς της διπλής ιδιότητας είναι σύνηθες, αλλά περιλαμβάνει ειδικές πρόνοιες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δύο ή περισσότερες μονάδες (ΑΕΙ-ΕΚ) δημιουργούν μία νέα θέση που περιγράφεται ως θέση με διπλή ιδιότητα, διαφημίζουν τη θέση σε διεθνή περιοδικά, και από κοινού επιλέγουν τον κατάλληλο υποψήφιο. Άλλη διαδικασία είναι δύο ή περισσότερες μονάδες να δημιουργήσουν μία θέση για έναν συγκεκριμένο υποψήφιο (στοχευμένη πρόσληψη), ή, σε άλλη περίπτωση, να εκδηλώσει ενδιαφέρον με δική του πρωτοβουλία ένα μέλος του προσωπικού για τη δημιουργία μίας τέτοιας θέσης. Σε οποιαδήποτε από αυτά τα σενάρια, το γενικό σχέδιο για τον διορισμό συνομολογείται από τα Όργανα του Πανεπιστημίου και του ΕΚ. Το Τμήμα ή το Ινστιτούτο στα οποία θα αναφέρεται η/ο επιστήμονας που προσλαμβάνεται σε θέση με διπλή ιδιότητα είναι σαφώς καθορισμένα. Εάν η θέση διπλής ιδιότητας περιλαμβάνει διαφορετικές κλίμακες μισθών, οι μισθοί σε κάθε μονάδα αναφέρονται σαφώς. Η πρόσβαση του μέλους σε πόρους και υποδομές της κάθε μονάδας (π.χ. χώροι γραφείων, διοικητική υποστήριξη, χρηματοδότηση εκκίνησης ερευνητή, καθοδήγηση και υποστήριξη μεταπτυχιακών φοιτητών) καθορίζεται επίσης εξαρχής στο σχετικό συμφωνητικό και μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση.

Υλοποίηση: Η υλοποίηση της οριζόντιας κινητικότητας και της διπλής ιδιότητας είναι άμεσα εφαρμόσιμα μέτρα, που έχουν όμως κάποια μικρή δημοσιοοικονομική επιβάρυνση. Όσον αφορά την οριζόντια κινητικότητα, υπάρχει επίσης μία νομικής φύσης δυσκολία, καθώς τα θεσμικά καθεστώτα των ΑΕΙ και των ΕΚ είναι διαφορετικά. Επομένως, για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης από το ένα είδος ιδρυμάτων στο άλλο θα πρέπει να υπάρξει συνταγματική πρόνοια. Με αυτά τα δεδομένα, θα ήταν σκόπιμο σε πρώτη φάση να υιοθετηθεί το καθεστώς της διπλής ιδιότητας και σε δεύτερο χρόνο η ελεύθερη μετακίνηση προσωπικού μεταξύ διαφορετικών μονάδων.

Οι συμπράξεις ανάμεσα σε διάφορους φορείς –που διατηρούν στο ακέραιο τη διοικητική αυτονομία τους, αλλά είναι λειτουργικά διασυνδεδεμένοι- πρέπει να είναι θεσμικά κατοχυρωμένες και να προβλέπουν κίνητρα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Αυτό συνεπάγεται:

α) Αποτύπωση των νέων ρυθμίσεων στους οδηγούς εφαρμογής (ΕΣΠΑ και Εθνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας).

β) Μέριμνα για το ύψος και τις προϋποθέσεις οικονομικών απολαβών, ώστε να μην καταστρατηγείται το Σύνταγμα και να μην αδικούνται εκείνοι που προσφέρουν ανάλογο έργο.

γ) Σχεδιασμό για την ίδρυση πρότυπων, μικτών μεταπτυχιακών προγραμμάτων, μόνο υπό συγκεκριμένες γεωγραφικές, θεματικές και ποιοτικές προϋποθέσεις, ώστε να μην παρατηρηθούν επικαλύψεις και κατασπατάληση πόρων.

Η ίδρυση νέων πρότυπων μεταπτυχιακών προγραμμάτων με τη συμμετοχή ΑΕΙ και ΕΚ θα πρέπει να γίνει κατά στάδια. Καταρχήν, τα νέα μεταπτυχιακά προγράμματα θα πρέπει να είναι λίγα στον αριθμό, για να διασφαλισθεί η ποιότητά τους και να υπάρξει η δυνατότητα οικονομικής ενίσχυσής τους από την Πολιτεία.

IV. Η συγκρότηση Εικονικών Ινστιτούτων (virtual institutes) ως μέθοδος δικτύωσης ακαδημαϊκών και ερευνητικών μονάδων

Βασικό σκεπτικό: Η ίδρυση Εικονικών Ινστιτούτων (virtual institutes), που περιλαμβάνουν θεματικά συγγενείς ομάδες σε ΑΕΙ και ΕΚ ανεξάρτητα από γεωγραφική περιοχή, είναι ένας πολλαπλά χρήσιμος θεσμός: Πρώτον, δεν προϋποθέτει νέες υποδομές και μετακινήσεις (αφού προϋποθέτει μόνο δια-δικτυακή επικοινωνία) εξοικονομεί πόρους· δεύτερον, η στενή συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικές ερευνητικές ομάδες που έχουν κοινά ενδιαφέροντα ενδυναμώνει την έρευνα που διεξάγεται σε διάφορους ερευνητικούς «κόμβους», την αναβαθμίζει και εξουδετερώνει τη γεωγραφική απομόνωση· τρίτον, η συνεργασία αυτού του τύπου δημιουργεί κρίσιμες μάζες που μπορούν σε δεύτερο χρόνο να διεκδικήσουν με αξιώσεις ανταγωνιστική χρηματοδότηση.

Η ίδρυση εικονικών ινστιτούτων, ιδιαίτερα σε διάφορους κλάδους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά και στους καλλιτεχνικούς κλάδους, όπου δεν υπάρχουν ερευνητικά κέντρα, εκτός βέβαια από το ΕΚΚΕ, μπορεί να παίξει έναν προωθητικό ρόλο. Υπάρχουν, όμως, εργαστήρια που πραγματοποιούν έρευνες και επομένως μπορεί η επιδιωκόμενη διασύνδεση και ο συντονισμός, να επιτευχθούν – σε πρώτη φάση – με την ίδρυση εικονικών ινστιτούτων μεταξύ πανεπιστημιακών τμημάτων ή εργαστηρίων, με την υποστήριξη του Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας και τη συμμετοχή του ΕΚΚΕ, ώστε να εξασφαλιστούν διακλαδικές και διεπιστημονικές συνεργασίες. Στους καλλιτεχνικούς κλάδους, μπορεί να υποστηριχθεί η σύνδεση με ερευνητικά τμήματα ή διευθύνσεις μουσείων που πραγματοποιούν έρευνες και μπορεί να εξασφαλιστεί η διασύνδεση ακόμη και με μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, οι οποίοι αναγνωρίζονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και έχουν συμβολή στην έρευνα (π.χ. στον τομέα της μουσικής, υπάρχει το Ινστιτούτο Έρευνας Μουσικής & Ακουστικής). Με ανάλογο τρόπο χρειάζεται να προσεγγιστεί και η πρόταση για την ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών ανοικτής πρόσβασης.

Ο ρόλος των Εικονικών Ινστιτούτων θα μπορούσε να είναι καταλυτικός στην προώθηση της συνεργατικής έρευνας, εξασφαλίζοντας διεπιστημονικές συνεργασίες σε όλο το φάσμα της επιστήμης και (προς)καλώντας σε συνεχή αλληλεπίδραση την ερευνητική κοινότητα. Επίσης, η συμβολή τους θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντική σε διάφορους κλάδους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά και στους καλλιτεχνικούς κλάδους, όπου δεν υπάρχουν δομές ανάλογες των ΕΚ. Ένας άλλος σημαντικός ρόλος τους θα μπορούσε να είναι η ενημέρωση-εκπαίδευση του ευρύτερου κοινού μέσω ειδικών προγραμμάτων και συμμετοχής σε δημόσιες εκδηλώσεις (δράσεις του τύπου Science and Society). Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει αυτός ο θεσμός είναι η πρόνοια για μια στοιχειώδη διοικητική δομή που θα ρυθμίζει τις δραστηριότητες του κάθε Ινστιτούτου (π.χ., μια ολιγομελής επιστημονική επιτροπή).

Υποδείγματα καλής πρακτικής: Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης εφαρμογής των εικονικών ινστιτούτων σε μεγάλη κλίμακα είναι το Solar System Exploration Research Virtual Institute (sservi.nasa.gov). Η NASA δημιούργησε το SSERVI για να διερευνήσει ερωτήματα βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, να υποστηρίξει ερευνητές από ένα ευρύ φάσμα ιδρυμάτων και να διευκολύνει συνεργασίες με διεθνείς εταίρους μέσω της εικονικής τεχνολογίας. Σε μικρότερη κλίμακα, εικονικά ινστιτούτα υπάρχουν σε πολλά δίκτυα ερευνητικής συνεργασίας χρηματοδοτούμενα από ευρωπαϊκά προγράμματα (π.χ., Epigenome Network of Excellence (NoE) http://www.epigenome.eu/en/4,11,0 και το European Virtual Institute for Research in Forensic Genetics, www.euroforgen.eu), αλλά και δίκτυα που εστιάζονται στην εκπαιδευτική πολιτική.
Υλοποίηση: Τα μέτρα είναι άμεσα εφαρμόσιμα και δεν συνεπάγονται ιδιαίτερο δημοσιοοικονομικό κόστος. Όπως τονίστηκε όμως παραπάνω, ο σχεδιασμός για την ίδρυση εικονικών ινστιτούτων θα πρέπει να λάβει υπόψη συγκεκριμένες θεματικές και ποιοτικές προϋποθέσεις. Πρέπει επίσης να διερευνηθεί ποια Αρχή θα αξιολογεί προτάσεις για την ίδρυση τέτοιων φορέων.

V. Η ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών και η ανοιχτή πρόσβαση ως πολλαπλασιαστές της ερευνητικής απόδοσης

Βασικό σκεπτικό: Οι ερευνητικές υποδομές είναι διεθνώς ο «τόπος συνάντησης» ερευνητών από ΕΚ και Πανεπιστήμια, καθώς και μεταπτυχιακών φοιτητών με μεταδιδακτορικούς συνεργάτες. Στην Ελλάδα, τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ διαθέτουν μικρής και μεσαίας κλίμακας υποδομές που συμπληρώνουν τις αντίστοιχες υποδομές των ΕΚ. Εν τούτοις, σε ορισμένα επιστημονικά πεδία έχουν καταγραφεί ελλείψεις – ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά δραστηριότητες που προϋποθέτουν μεγαλύτερης κλίμακας υποδομές, οι οποίες χρειάζονται σημαντικές επενδυτικές δαπάνες. Έχει επίσης παρατηρηθεί ερευνητικές υποδομές να βρίσκονται κάτω από ένα ιδιότυπο καθεστώς «προσωπικής ιδιοκτησίας», ή να επικαλύπτουν η μία την άλλη, απουσία στρατηγικού σχεδιασμού και κανονιστικού πλαισίου. Για αυτούς τους λόγους, είναι πολύ σημαντικό να διασφαλιστεί η βέλτιστη αξιοποίηση των υφιστάμενων ερευνητικών υποδομών μέσω της ανοιχτής πρόσβασης στην ερευνητική κοινότητα και ο ορθολογικός σχεδιασμός ανάπτυξης νέων υποδομών, στην κατεύθυνση της συμπληρωματικότητας και της εξοικονόμησης πόρων.

Ταυτόχρονα, υπάρχει έδαφος γόνιμης συνεργασίας για την διασφάλιση πρόσβασης ερευνητών, ακαδημαϊκών φορέων, ΕΚ και στελεχών της βιομηχανίας τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό και σε διεθνές επίπεδο. Κάτι τέτοιο θα δημιουργήσει προστιθέμενη αξία σε όρους αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού και ολοκλήρωσης φιλόδοξων ερευνητικών σχεδίων.

Οι ερευνητικές υποδομές αποτελούν επίσης ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα του συστήματος έρευνας και καινοτομίας. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την παραγωγική αξιοποίησή τους είναι η προτεραιοποίηση με γνώμονα τα κριτήρια που οριοθετούνται στο πλαίσιο ενός μακρόπνοου, Εθνικού Οδικού Χάρτη (με συντονισμένη, ανοιχτή και διαφανή διαδικασία, με αξιολόγηση βασισμένη στα ευρωπαϊκά πρότυπα και στρατηγική προτεραιοποίηση η οποία αναδεικνύει τη διασύνδεσή τους με τις στρατηγικές προτεραιότητες της χώρας). Οι επενδύσεις σε Ερευνητικές Υποδομές θα πρέπει να βασίζονται σε μακρόπνοο σχεδιασμό και σταθερά θεμέλια επιστημονικών και στρατηγικών προτεραιοτήτων προκειμένου να διασφαλιστεί η ενίσχυση υφιστάμενων ερευνητικών υποδομών εθνικής σημασίας καθώς και η ανάπτυξη νέων υποδομών, όπου απαιτούνται δημιουργώντας ελκυστικό περιβάλλον για την έρευνα και την ανάπτυξη υπό το πρίσμα της διεθνούς συνεργασίας και προώθησης της αριστείας. Ο Οδικός Χάρτης Ερευνητικών Υποδομών αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία των ερευνητικών υποδομών και θέτει τις προϋποθέσεις για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σημαντικής δημόσιας χρηματοδότησης και μόχλευση αυξημένων ιδιωτικών πόρων.

Υποδείγματα καλής πρακτικής: Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Ευρωπαϊκός Οδικός Χάρτης Ερευνητικών Υποδομών (ESFRI, ec.europa.eu/research/infrastructures) διαμορφώνεται και αναθεωρείται τώρα με στόχο τη δημιουργία ενός ελκυστικού περιβάλλοντος στην Ευρώπη για την έρευνα και την ανάπτυξη, υπό το πρίσμα της διεθνούς συνεργασίας. Ελληνικές ερευνητικές ομάδες και φορείς (κυρίως ΕΚ αλλά και ΑΕΙ) συμμετέχουν ήδη στα περισσότερα έργα προπαρασκευαστικής φάσης, αλλά και στην κατασκευαστική φάση των Ερευνητικών Υποδομών ESFRI.

Υλοποίηση: Ορισμένα από τα μέτρα που προτείνονται (ανοιχτή πρόσβαση) είναι άμεσα υλοποιήσιμα και δεν έχουν οικονομική επιβάρυνση. Ωστόσο, η ανάπτυξη νέων υποδομών χρειάζεται νέα κονδύλια από ευρωπαϊκούς ή ιδιωτικούς φορείς. Σε ό,τι αφορά στο επενδυτικό σκέλος, η Πολιτεία, σε συνεργασία με το αντίστοιχο ερευνητικό οικοσύστημα, διαμορφώνει το κύριο πλαίσιο χρηματοδότησης των Ερευνητικών Υποδομών, κατ’ αντιστοιχία με τις πρακτικές που εφαρμόζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο υλοποίησης του εθνικού Οδικού Χάρτη βάσει του Ηorizon 2020. Ειδικότερα, εξετάζεται τώρα η πολιτική πρόσβασης στην κάθε Υποδομή, με βάση την αντίστοιχη «διακυβέρνηση» από τους φορείς υλοποίησης και λειτουργίας, με τρόπο τέτοιο ώστε να υπάρχουν στοιχεία βιωσιμότητας, αλλά και τα αναμενόμενα κοινωνικο- οικονομικά οφέλη.

Η ανάπτυξη και η ανοιχτή πρόσβαση σε εθνικές υποδομές θα πρέπει να αποτυπωθεί άμεσα στους Εσωτερικούς Κανονισμούς των ΕΚ και των ΑΕΙ. Ένα πλήρες Μητρώο Ερευνητικών Υποδομών και Υποδομών Καινοτομίας όπου θα αποτυπώνονται όλα τα δομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά τους, η επενδυτική ροή καθώς και ο τρόπος πρόσβασης και χρήσης, αποτελεί σημαντική παράμετρο επιτυχίας του όλου εγχειρήματος. Επίσης, κρίνεται σημαντική η παράλληλη και συμπληρωματική ως προς τις ερευνητικές υποδομές σύσταση Εργαστηρίων-Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών ή άλλων υποδομών καινοτομίας.

VI. Αναβάθμιση ΤΕΙ και σχέσεις με Πανεπιστήμια και ΕΚ.

Βασικό σκεπτικό: Στην αρχιτεκτονική του εκπαιδευτικού-ερευνητικού
οικοσυστήματος έχουν καταγραφεί αρκετά δομικά προβλήματα:

-Υπάρχουν ΤΕΙ που είναι συνώνυμα με πανεπιστημιακά ή πολυτεχνικά Τμήματα και Σχολές.

-Ορισμένα Τμήματα δεν αναφέρονται σε κάποια συγκεκριμένη γνωσιακή περιοχή, αλλά σε μεθοδολογίες που προσιδιάζουν στην απόκτηση δεξιοτήτων και την κατάρτιση.

-Μεγάλος αριθμός Τμημάτων βρίσκονται διασκορπισμένα στην επικράτεια, χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για τη διοικητική και λειτουργική συνοχή τους.

-Έχει προταθεί η ίδρυση νέων πανεπιστημιακών Σχολών και ερευνητικών Ινστιτούτων –ιδίως σε παραμεθόριες περιοχές- χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς η σκοπιμότητά τους και ο ρόλος τους στο όλο οικοσύστημα.

-Ιδιαίτερα στη σφαίρα των βιοϊατρικών επιστημών, εμφανίζεται διπλασιασμός και τριπλασιασμός της ίδιας θεματικής περιοχής μέσα σε μια γεωγραφική επιφάνεια λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Οι στρεβλώσεις που απαριθμούνται παραπάνω έχουν την ιστορική τους εξήγηση. Η πολιτική διεύρυνσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης που ακολουθήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από το 1994 μέχρι και το 2009 στα πλαίσια των επιχειρησιακών ευρωπαϊκών προγραμμάτων ΕΠΕΑΕΚ είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία 168 νέων τμημάτων ΑΕΙ στην Ελλάδα (90 στα Πανεπιστήμια και 78 στα ΤΕΙ). Τα νέα Τμήματα ιδρύθηκαν με την επίκληση ενός αμφίβολης στόχευσης «εθνικού σχεδίου» και για αυτόν τον λόγο σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε στην όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε περιφερειακά και κεντρικά ΑΕΙ, σε Τμήματα υψηλής και χαμηλής ζήτησης και σε τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ του ίδιου γνωστικού αντικειμένου. Κομματικές προτεραιότητες και πιέσεις παραγόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης οδήγησαν στη διασπορά πολλών νέων τμημάτων σε διάφορες πόλεις και κωμοπόλεις της Ελλάδας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αρωγοί σε αυτή τη διαδικασία ήταν και οι Διοικήσεις των ιδρυμάτων, καθώς και μέλη ΔΕΠ/ΕΠ που ανέλαβαν την υλοποίηση της διεύρυνσης.

Η διεύρυνση, πέρα από την χωρίς σοβαρό σχεδιασμό χωροταξική διασπορά των τμημάτων που ιδρύθηκαν, είχε και τις παρακάτω βασικές παρενέργειες: (α) ιδρύθηκαν τμήματα με εξαιρετικά ειδικευμένο αντικείμενο, για να μπορέσουν να διαφοροποιηθούν σε σχέση με τα άλλα τμήματα του ίδιου Ιδρύματος, (β) πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός Τμημάτων των οποίων το αντικείμενο ήταν «δημοφιλές» στην αγορά εργασίας (π.χ. Πληροφορική), (γ) προέκυψαν ιδρύματα με απαράδεκτα μικρό αριθμό Τμημάτων (π.χ. Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδας με δύο μόλις Τμήματα – συνεχίζει με άλλη μορφή μετά το σχέδιο «ΑΘΗΝΑ»), (δ) προέκυψαν παραρτήματα Ιδρυμάτων με ένα ή δύο απομονωμένα τμήματα. Το γεγονός αυτό έβλαψε περισσότερο τον πιο «αδύναμο κρίκο» της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δηλαδή τα ΤΕΙ.

Πέρα από τα προβλήματα στην ποιότητα και την κατανομή των εκπαιδευτικών- ερευνητικών μονάδων, συν τω χρόνω, δημιουργήθηκαν επίσης μεγάλες διαφορές στα διοικητικά σχήματα ΑΕΙ-ΕΚ και ΕΚ-ΕΚ. Ένα εκσεσημασμένο παράδειγμα ασυμμετρίας στο σχήμα διοίκησης είναι τα Ινστιτούτα της Ακαδημίας Αθηνών, που διέπονται από εντελώς διαφορετικό καθεστώς από ό,τι οι ερευνητικοί φορείς που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ.

Οι διαφορές στο σχήμα διοίκησης ανάμεσα στα ΑΕΙ και τα ΕΚ δικαιολογούνται συνήθως με το επιχείρημα ότι τα δεύτερα είναι «στρατευμένα» ή «εξειδικευμένα» σε μια εθνική στρατηγική έρευνας (mission-led research), ενώ τα πρώτα είναι συγκροτημένα στη βάση της «ελεύθερης έρευνας». Το επιχείρημα αυτό ίσως να είχε μια βάση τη δεκαετία του 1960 έως το 1980, αλλά είναι ελάχιστα πειστικό υπό τις σημερινές συνθήκες: Τα περισσότερα ΕΚ είναι πλέον πολυθεματικά, ενώ οι ερευνητικές μονάδες στα Πανεπιστήμια διαμορφώνονται κυρίως με βάση τη χρηματοδότηση από ευρωπαϊκές πηγές και ως εκ τούτου δεν διεξάγουν κατ’ ανάγκη «blue sky research».

Είναι πρόδηλο ότι τα θέματα που ετέθησαν παραπάνω συναρτώνται με πολλά άλλα, όπως το ζήτημα της επαγγελματικής εκπαίδευσης στο σύνολό της, το ζητούμενο της περιφερειακής ανάπτυξης, το πρόβλημα της ανεργίας των νέων και το κόστος για τη de novo δημιουργία υποδομών. Όλα αυτά τα ζητήματα χρειάζονται προσεκτική μελέτη. Σε βραχυ-μεσοπρόθεσμη βάση, εκσεσημασμένα προβλήματα (όπως π.χ., η λειτουργία ΤΕΙ που προσελκύουν ελάχιστους φοιτητές ή ταυτίζονται θεματικά με αντίστοιχα πανεπιστημιακά Τμήματα) πρέπει να αντιμετωπισθούν με ένα πρόγραμμα λελογισμένων συγχωνεύσεων. Ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η συγχώνευση ομώνυμων/ομολόγων μονάδων. Για τα Πανεπιστήμια, το ελάχιστο που θα έπρεπε να προωθηθεί άμεσα είναι η ενοποίηση ομοειδών Τμημάτων που βρίσκονται σε ιδρύματα της ίδιας γεωγραφικής ζώνης, αλλά ανήκουν σε διαφορετικά ιδρύματα.

Σε ό,τι αφορά τα ΕΚ, ένα πολύ σημαντικό βήμα θα αποτελούσε η θεσμοθέτηση ενός ενιαίου διοικητικού καθεστώτος που θα συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό του πλαισίου της εσωτερικής λειτουργίας τους και ταυτόχρονα στη δημιουργία ενός ενιαίου περιβάλλοντος στον χώρο της έρευνας. Τα ΕΚ, κατά αντιστοιχία προς το διοικητικό καθεστώς των ΑΕΙ, θα μπορούσαν σταδιακά να προσαρμοσθούν σε ένα μοντέλο διαχείρισης όπου το επιστημονικό προσωπικό, οι εργαζόμενοι και οι απασχολούμενοι μεταπτυχιακοί και μεταδιδακτορικοί υπότροφοι θα έχουν σημαντικότερο ρόλο.

Υποδείγματα καλής πρακτικής: Τα παραπάνω μέτρα ισχύουν περίπου σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Υλοποίηση: Τα μέτρα που προτείνονται έχουν σημαντικά δημοσιονομικά οφέλη και ορισμένα εξ αυτών είναι άμεσα εφαρμόσιμα. Παρόλα ταύτα, η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που περιγράφτηκαν πρέπει να γίνει με απόλυτα θεσμικό και συναινετικό τρόπο, υιοθετώντας δύο βασικούς κανόνες:

α) οι όποιες αναδιαρθρώσεις θα πρέπει να εγγυώνται τα εργασιακά δικαιώματα του προσωπικού,

β) η ομογενοποίηση και ο εξορθολογισμός των κανόνων θα πρέπει να γίνει με την προοπτική της περαιτέρω ανάπτυξης των υπαρχουσών θεματικών και την εξασφάλιση της ποιότητας.

Προκειμένου περί αναδιατάξεων που αφορούν τα ΤΕΙ, προτείνεται να διαμορφωθούν κριτήρια αξιολόγησης για την πιστοποίηση του κάθε Τμήματος ως προς την ποιότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, την ερευνητική δραστηριότητα του προσωπικού, τον αριθμό του προσωπικού, τις υποδομές και τις αναλογίες μελών ΕΠ προς φοιτητές.

Μία ολιγομελής επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τα παραπάνω στοιχεία και εντός προθεσμίας που θα θέσει στα Τμήματα να διαβουλευθεί μαζί τους για το ενδεχόμενο ένταξής τους σε μία από τις εξής τρεις κατηγορίες:

α) Αυτά πού είναι (ακαδημαϊκώς) ισοδύναμα με υφιστάμενα Πανεπιστημιακά Τμήματα, ή καλύπτουν επιστημονικά πεδία που δεν θεραπεύονται σε Πανεπιστημιακά Ιδρύματα. Τα Τμήματα που θα ενταχθούν στην κατηγορία αυτή θα έχουν άμεσα το δικαίωμα να οργανώσουν σπουδές 3ου κύκλου.

β) Αυτά που δεν πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά θα μπορούσαν να τις καλύψουν στη διάρκεια μιας τριετίας (όχι απαραίτητα στο τέλος της).

γ) Αυτά που λόγω του επιστημονικού αντικειμένου που υπηρετούν, του μεγέθους τους, ή άλλων αδυναμιών δεν είναι ισοδύναμα με αυτοδύναμα πανεπιστημιακά Τμήματα. Τα Τμήματα αυτά που εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία, εφόσον το επιλέξουν, θα μπορούσαν:

α) Να ενταχθούν σε ένα «αντίστοιχο» Πανεπιστημιακό Τμήμα.

β) Να ενταχθούν αυτοτελώς σε ένα Πανεπιστημιακό Τμήμα.

γ) Να παραμείνουν στο ΤΕΙ που βρίσκονται.

Ρυθμίσεις ανάλογες με αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω θα μπορούσαν να ισχύσουν προκειμένου περί Πανεπιστημιακών Τμημάτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα ανάλογα με εκείνα που καταγράφονται στα ΤΕΙ.

VII. Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών

Μία από τις πιο κρίσιμες διαδικασίες για την καθιέρωση μιας ουσιαστικής ερευνητικής κουλτούρας είναι τα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ).
Διαπιστώσεις

1. Στα ελληνικά Πανεπιστήμια και ΤΕΙ προσφέρονται σήμερα 737 ΠΜΣ, εκ των οποίων 628 σε Τμήματα των Πανεπιστημίων (85% του συνόλου) και 109 σε Τμήματα των ΤΕΙ (15% του συνόλου).

2. Τα ΠΜΣ αποτελούν ένα κρίσιμο συστατικό της Ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς συνδυάζουν την υψηλή εξειδίκευση σε επιμέρους γνωστικά πεδία με την έρευνα που διεξάγεται σε αυτά από το επιστημονικό δυναμικό των ιδρυμάτων και ταυτόχρονα μπορούν να αποτελέσουν μια πύλη εξωστρέφειας του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

3. Αν και η χώρα διαθέτει μια εμπειρία λειτουργίας ΠΜΣ τριών περίπου δεκαετιών, η ανάπτυξη των περισσοτέρων Προγραμμάτων έγινε κατά τα τελευταία χρόνια.

4. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ΠΜΣ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολύ υψηλού επιπέδου, γεγονός που συμβάλει στην διαμόρφωση εξειδικευμένου προσωπικού και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ανάπτυξης βασισμένης στη γνώση.

5. Σε ένα σημαντικό, όμως, αριθμό ΠΜΣ έχουν παρατηρηθεί εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα, τα οποία σχετίζονται με τον μεγάλο αριθμό ΠΜΣ που
λειτουργούν σε ένα Τμήμα, με το ότι συχνά οι διαφοροποιήσεις ως προς το γνωστικό αντικέιμενο διαφορετικών ΠΜΣ ενός Τμήματος είναι δυσδιάκριτες, τα ΠΜΣ όπου αρκετά από τα μαθήματα που διδάσκονται είναι σε επίπεδο των αντίστοιχων προπτυχιακών μαθημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ενασχόληση μελών ΔΕΠ σε διαφορετικά ΠΜΣ δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη δυνατότητα τους να ασκούν ταυτόχρονα με την απαιτούμενη αφοσίωση και αποτελεσματικότητα τις εκπαιδευτικές τους υποχρεώσεις στα προπτυχιακά μαθήματα όπως και στα ερευνητικά τους καθήκοντα.

6. Από το σύνολο των ΠΜΣ, δωρεάν είναι τα 214 (29%) και με δίδακτρα τα 523 (71%). Στα ΤΕΙ το σύνολο των ΠΜΣ είναι με δίδακτρα.

7. Το ύψος των διδάκτρων κυμαίνεται από λίγες εκατοντάδες ευρώ μέχρι και αρκετά πάνω από 10.000 ευρώ.

8. Το συνολικό ποσό που εισπράττουν όλα τα ΠΜΣ που έχουν δίδακτρα ανέρχεται σε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Από αυτά, σύμφωνα με το άρ.8 του Ν.3685/2008, το 25% δίνεται για κάλυψη λειτουργικών εξόδων των Ιδρυμάτων στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούν τα ΠΜΣ. Το 10% είναι παρακράτηση των ΕΛΚΕ. Το υπόλοιπο 65% καλύπτει λειτουργικά έξοδα του ίδιου του ΠΜΣ, στα οποία περιλαμβάνονται και αμοιβές προσωπικού.

9. Οι αμοιβές προσωπικού ως ποσοστό των λειτουργικών εξόδων παρουσιάζουν εύρος από 15% έως 100 % του προϋπολογισμού του ΠΜΣ. Ειδικότερα, οι αμοιβές διδασκόντων, σε όσες περιπτώσεις διαχωρίζονται από τις υπόλοιπες αμοιβές, παρουσιάζουν εύρος από 0% (ΠΜΣ με δίδακτρα αλλά χωρίς αμοιβές διδασκόντων) έως πάνω από 90%, του προϋπολογισμού του ΠΜΣ.

Επειδή η τεράστια ανομοιογένεια που παρατηρείται στη δομή αλλά και τη
χρήση των πόρων αρκετών ΠΜΣ, ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει τη συνολικότερη λειτουργία του θεσμού των ΠΜΣ, να υποβαθμίσει την διδασκαλία των προπτυχιακών μαθημάτων και αυτό να έχει εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα πολλών υψηλού επιπέδου ΠΜΣ, θα πρέπει να επανακαθοριστούν με σαφήνεια τα ακαδημαϊκά και λειτουργικά κριτήρια των ΠΜΣ, όπως:

1. Οι διαδικασίες με τις οποίες επιλέγεται ένα συγκεκριμένο (και συχνά εξειδικευμένο) επιστημονικό πεδίο για την ίδρυση ενός ΠΜΣ.

2. Συγκεκριμένες προτάσεις συνεργασίας ανάμεσα σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και ΕΚ για την συγκρότηση και λειτουργία ΠΜΣ.

3. Συγκεκριμένοι τρόποι για την αξιοποίηση μεταδιδακτόρων για τη διδασκαλία των ΠΜΣ.

4. Αν υπάρχει, και ποιος πρέπει να είναι ο ελάχιστος αριθμός μελών ΔΕΠ ενός Τμήματος για να ιδρυθεί ένα αυτοδύναμο ΠΜΣ.

5. Οι ώρες για κάθε εβδομάδα που θα μπορεί να διδάξει ένας μέλος ΔΕΠ σε ΠΜΣ, επιπλέον των τυπικών υποχρεώσεων του χωρίς να παρακωλύονται οι διδακτικές και ερευνητικές του δραστηριότητες.

6. Με ποια κριτήρια θα πρέπει να ορίζεται ο ανώτατος αριθμός ΠΜΣ ανά Τμήμα.

7. Ποια πρέπει να είναι τα κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας των ΠΜΣ, από ποια όργανα, πόσο συχνά και με ποιες διαδικασίες υλοποιείται η αξιολόγηση.

8. Με ποια κριτήρια ένα Τμήμα οργανώνει δωρεάν ΠΜΣ.

9. Με ποια κριτήρια ένα Τμήμα οργανώνει ΠΜΣ με δίδακτρα.

10. Με ποια μέθοδο πρέπει υπολογίζεται το κόστος ενός ΠΜΣ και τι περιλαμβάνει.

11. Με ποια κριτήρια πρέπει να ορίζεται ανώτατο όριο διδάκτρων στα ΠΜΣ.

12. Υποτροφίες με οικονομικά κριτήρια (π.χ. ένας αριθμός δωρεάν θέσεων σε κάθε
ΠΜΣ) να αποτελέσουν μέθοδο στοιχειώδους διασφάλισης του δικαιώματος σε
μεταπτυχιακές σπουδές για φοιτητές με οικονομική αδυναμία.

13. Το ποσοστό των διδάκτρων πρέπει να διοχετεύεται στη φοιτητική μέριμνα και
για υποτροφίες.

14. Το ανώτατο όριο ωριαίας αποζημίωσης των μελών ΔΕΠ για διδασκαλία σε
ΠΜΣ πέρα των βασικών υποχρεώσεων του.

15. Ο υπολογισμός της αμοιβής μελών ΔΕΠ για τα μαθήματα που διδάσκουν
επιπλέον των νόμιμων υποχρεώσεών τους, ο υπολογισμός των λειτουργικών
εξόδων των ΠΜΣ και οι συγκεκριμένες κατηγορίες που περιλαμβάνουν.

16. Οι ενέργειες, διαδικασίες ή ρυθμίσεις των συλλογικών οργάνων των ΑΕΙ που απαιτούνται προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που αναφέρονται και να διασφαλιστεί η ποιότητα και το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο
των ΠΜΣ.

17. Το θέμα των ξενόγλωσσων ΠΜΣ.

Το Επιστημονικό Συμβούλιο σε κάθε Ινστιτούτο (ΕΣΙ) που θεσμοθετήθηκε πρόσφατα θα πρέπει να διατηρηθεί και να αναβαθμισθεί. Θα πρέπει επίσης να θεσμοθετηθούν η αξιολόγηση των Διευθυντών των ΕΚ και Ινστιτούτων, αλλά και των Πρυτάνεων, στη μέση και στη λήξη της θητείας τους. Τέλος, ένα μέτρο που πρέπει να ληφθεί άμεσα είναι η ένταξη και η λειτουργία των Ινστιτούτων της Ακαδημίας στους φορείς που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ.

Επίμετρο

Στην απόπειρα συγκρότησης του ενιαίου χώρου, ορισμένα σημεία έχουν ιδιαίτερη μεθοδολογική σημασία. Κατά τη γνώμη μας, τα πιο βασικά είναι τα εξής:

-Να υιοθετηθεί από την αρχή η λογική του πιλοτικού προγράμματος, δηλαδή ενός συνόλου μέτρων που θα δοκιμασθούν για μια χρονική περίοδο, για να αξιολογηθούν κατόπιν και να κριθεί η αποτελεσματικότητά τους στην πράξη.

-Να μην εξαντληθεί η μεταρρυθμιστική προσπάθεια σε «άτυπες» δράσεις, «συνεννοήσεις», ή ρυθμίσεις με ασαφή νομοθετική διατύπωση.

-Να εξασφαλισθεί η μέγιστη δυνατή συναίνεση της ακαδημαϊκής και της ερευνητικής κοινότητας, αλλά να μη καταλήξει η διαβούλευση για τον ενιαίο χώρο ένας «συνδικαλιστικού τύπου» ανταγωνισμός.

-Να στηριχθούν τα προς υλοποίηση μέτρα σε ακριβή ποσοτικά και ποιοτικά 69
στοιχεία και να προηγηθεί η μελέτη της σκοπιμότητάς τους.

Μια παράμετρος καθοριστική στην προσέγγισή μας είναι η εξής: Αναπόδραστα, μέσα στο πλαίσιο του δεδομένου οικονομικο-πολιτικού συστήματος, ο Ενιαίος Χώρος Εκπαίδευσης-Έρευνας θα κληθεί να συμπράξει με τον επιχειρηματικό χώρο στο πεδίο της καινοτομίας.

Από τον διάλογο που έχει διεξαχθεί μέχρι τώρα, διατυπώνονται δύο αντιδιαμετρικές προσεγγίσεις για τη συγκρότηση του Ενιαίου Χώρου. Η πρώτη προσέγγιση προβλέπει τη διατήρηση της διοικητικής αυτοτέλειας και του ιδιαίτερου χαρακτήρα στα ιδρύματα και τους φορείς που εμπλέκονται, ενώ η δεύτερη κατατείνει στη μερική ή πλήρη ενοποίησή τους. Υπό τις παρούσες συνθήκες, θεωρούμε ότι η πλήρης ενοποίηση των ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων (όπως επί παραδείγματι η πλήρης και σε όλη την έκταση ενσωμάτωση ΕΚ και ΤΕΙ στα Πανεπιστήμια), πέρα από τις τεχνικές δυσκολίες στην εφαρμογή της, δεν εξυπηρετεί μια βιώσιμη και ακαδημαϊκά σκόπιμη προοπτική. Είναι όμως συζητήσιμο το εάν επιμέρους μονάδες θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ευρύτερα εκπαιδευτικά-ερευνητικά σύνολα με ταυτόχρονο επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα τους.

 

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

e-epimorfosi.aegean