Placeholder

ΒΟΥΛΗ

Οι τοποθετήσεις των Βουλευτών επί της πρότασης για τις αλλαγές στα ΑΕΙ

Δημοσίευση: 09/06/2016
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Οι Βουλευτές των κομμάτων κατά τη συζήτηση επί της πρότασης για τον ενιαίο χώρο στην Ανώτατη Εκπαίδευση (Δείτε εδώ την πρόταση) έκαναν τις ακόλουθες τοποθετήσεις στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΥΣΤΑΚΑΣ: Ακούγοντας τους Υπουργούς, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί τους, ότι το σύστημα παιδείας μας θέλει αλλαγές και μεταρρυθμίσεις και ότι οι αποφάσεις που θα παρθούν δεν είναι θέμα του Υπουργού ή της Κυβέρνησης, αλλά το ιδανικό θα ήταν οι αποφάσεις αυτές να είναι διακομματικές και να υπάρχει κοινή συναίνεση, όπως προείπαν. Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε ένα πόρισμα το οποίο στις πρώτες 8 σελίδες του στην ουσία μιλάει για τον ενιαίο χώρο εκπαίδευσης και έρευνας και έχω κάποιες απορίες και παρατηρήσεις πάνω σε αυτό.
Πρώτα απ' όλα, θα θέλαμε κάποιες επιπλέον πληροφορίες για το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας. Μας αναφέρατε ότι έχουν λειτουργήσει σε άλλες χώρες. Ποιες είναι αυτές οι χώρες; Ποια θα είναι η δομή του και ποιο θα είναι το κόστος; Είπατε πολλές φορές ότι είμαστε σε μια κρίσιμη οικονομική κατάσταση και θα θέλαμε να ξέρουμε κάποια στοιχεία παραπάνω. Λέτε ότι για να υλοποιηθούν όλα αυτά, κρίνεται απαραίτητη η ψήφιση ειδικού νόμου, ενώ τον Μάιο υπήρχε νομοσχέδιο και νόμος, ο ν.4386, με τον οποίο ρυθμίζονταν θέματα της έρευνας. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να υπάρχει καλύτερος σχεδιασμός για να μπορούμε να λειτουργούμε καλύτερα.
Έχουμε δει ότι όλη αυτή η εθνική συζήτηση για την παιδεία γίνεται σε ένα πλαίσιο ασάφειας και σύγχυσης, καθώς έχει φέρει δύο πορίσματα ο κ. Γαβρόγλου, το πόρισμα του κ. Λιάκου και τις προαναγγελίες του Υπουργού. Όλα αυτά μας μπερδεύουν και πιστεύουμε ότι, πραγματικά, αυτό έπρεπε να έρθει σε έναν νόμο. Ειδικά οι πρώτες 8 σελίδες του πορίσματος έπρεπε να έχουν συζητηθεί σε εκείνο το νομοσχέδιο, έτσι ώστε να υπάρχει μια συνάφεια. Έρχεστε στη συνέχεια του πορίσματος να μας μιλήσετε για την κινητικότητα μεταξύ της εκπαίδευσης και της έρευνας και άκουσα τον κ. Γαβρόγλου να λέει ότι αυτό πρέπει να γίνει σε ισότιμη βάση. Έχουμε δει πολλές φορές μέχρι σήμερα ότι κάποιος μπαίνει για ένα ή δύο χρόνια, διδάσκει και μετά μονιμοποιείται. Όταν μιλάμε για ισότιμη βάση εννοούμε αυτό; Θα ήθελα και εδώ επιπλέον διευκρινήσεις, γιατί πολλοί ερευνητές δεν έχουν διδακτορικά. Με ποια διαδικασία θα διδάσκουν; Εδώ θα πρέπει να γίνει πιο σαφής η μελέτη.
Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό που αφορά τη σύνδεση έρευνας και εκπαίδευσης, διαβάζοντας τη σελίδα 8 του πορίσματος στην αρχή της παραγράφου αναφέρεται ότι τα ινστιτούτα της Ακαδημίας Αθηνών θα πρέπει να ενταχθούν άμεσα στο υπάρχον δίκτυο των ερευνητικών κέντρων που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας και το πλαίσιο λειτουργίας τους να αναγνωριστεί απόλυτα με όσα προβλέπονται από τον ν.4310/2014, όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα από τον ν.4386/2016. Διαβάζοντας, λοιπόν, τους νόμους αυτούς, βλέπω ότι στο ν.4310/2014, στο άρθρο 13, ότι η Ακαδημία Αθηνών δεν συμπεριλαμβάνεται και έρχεστε τώρα με το ν.4386, στο άρθρο 12, να μας πείτε ότι μέσα στα ερευνητικά κέντρα ανήκουν και ινστιτούτα της Ακαδημίας. Εδώ μπερδευόμαστε. Έχουν ενταχθεί ήδη. Δηλαδή, θα νομοθετήσουμε για κάτι που ήδη υπάρχει; Θα ήθελα μια διευκρίνιση και σε αυτό για να μην υπάρχει σύγχυση και προβλήματα.
Στη συνέχεια, μας κάνετε αναφορά για την αναβάθμιση των πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι.. Έχοντας συζητήσει με κάποιους προέδρους και έχοντας δει τις αποφάσεις και τις ανακοινώσεις της Συνόδου των Προέδρων των Τ.Ε.Ι., μου έχει δημιουργηθεί μεγάλος προβληματισμός, όπως και στους προέδρους, πως ίσως αυτή η πολιτική οδηγήσει στην κατάργηση των Τ.Ε.Ι.. Είναι μεγάλη η ανησυχία των προέδρων και θα πρέπει να υπάρχουν περαιτέρω εξηγήσεις και εδώ. Πολλοί μιλούν για ένα νέο «Αθηνά 2», όπως είπατε και εσείς.
Πολύ θετικά βλέπουμε στη σελίδα 9 τους τίτλους σπουδών joint degree και νομίζω ότι κάπως έτσι τα έχουμε εντάξει και εμείς τις θέσεις της Ένωσης Κεντρώων που σας παραδώσαμε και για το προσωπικό πτυχίο και για επιλογή μαθημάτων από τους φοιτητές. Επομένως, το βλέπουμε πολύ θετικά και θα μπορούσε να έχει και αναδρομική ισχύ για αυτούς που έχουν ήδη σπουδάσει σε αυτά τα τμήματα και θα ήθελαν να επιλέξουν να πάρουν κάποιο συναφές στοιχείο ακόμη.
Στη συνέχεια, στη σελίδα 10, έχετε τον τριετή ορίζοντα με τον οποίο θα δώσετε θα δώσετε την ευκαιρία να ενισχυθούν τα Τ.Ε.Ι. και να δείξουν ότι  μπορούν να λειτουργήσουν και ότι είναι βιώσιμα και ότι θα είναι ωφέλιμα για την εθνική στρατηγική, όπως είπατε. Για να γίνει  αυτό θα πρέπει να τους ενισχύσουμε και να δοθούν ίδιες ευκαιρίες.  Έχω εδώ έναν πίνακα, ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 4/3/2016 στην Εφημερίδα των Συντακτών, όπου λέει, για  παράδειγμα, ότι στο Τ.Ε.Ι. Αθήνας η αναλογία καθηγητών προς τους φοιτητές είναι 1 προς 45, ενώ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι 1 προς 22. Δεν μπορούν να ανταγωνιστούν σε δίκαιη βάση.Τί εννοείτε όταν θέλετε και οι τριετής; Στον τριετή ορίζοντα δίνετε μόνο στα ΤΕΙ και αναφέρεστε μόνο σε αυτά. Δεν θα πρέπει να τους δώσουμε ίσες ευκαιρίες; Αν μιλήσετε με προέδρους των ΤΕΙ θα το καταλάβετε. Υπάρχει φήμη πως οδεύουμε σε ένα «ΑΘΗΝΑ 2», και οι προηγούμενοι καταργούσαν τα λύκεια και τα γυμνάσια, και πολλοί φοβούνται, για αυτό σας λέω. Δεν είμαι επικριτικός, διευκρινήσεις ζητώ. Δεν έχω καταγγελτικό λόγο σχεδόν ποτέ στην Επιτροπή, διότι πραγματικά σέβομαι το ρόλο και το χαρακτήρα της Επιτροπής. Ζητώ διευκρινήσεις, διότι είναι ανησυχίες που εκφράζουν φορείς τους οποίους απασχολεί, δηλαδή, αυτό που είπα, ότι οι προηγούμενοι καταργούσαν λύκεια και γυμνάσια, και φοβούνται μήπως καταργήσουμε ΤΕΙ. Δεν είναι αυτός ο σκοπός μας επομένως, θα πρέπει να υπάρχουν περισσότερες διευκρινήσεις και επίσης, θα ήθελα να εκφράσω την επιθυμία μου, νομίζω ότι θα έπρεπε να υπάρχουν και άλλα θέματα της Τριτοβάθμιας, ακόμη και η ένταξη των μαθητών στην Τριτοβάθμια, σε αυτό το πόρισμα. Εφόσον, έχουμε ήδη συζητήσει το σχεδιασμό για τα λύκεια ίσως θα έπρεπε να έχουμε σήμερα και τις θέσεις και το πόρισμα της Τριτοβάθμιας με αυτά τα θέματα. Θα περιμένω να ακούσω τις απαντήσεις σας. Σας ευχαριστώ πολύ.  

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η πορεία του διαλόγου εξελίσσεται σε ένα «μπρα ντε φερ» πορισμάτων, προτάσεων και ειδήσεων, όμως η παιδεία και η εκπαίδευση δεν είναι σάκος του μποξ. Η Ελλάδα καλείται να ανταποκριθεί στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές προκλήσεις. Να χρησιμοποιήσει τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές και να τις προσαρμόσει στην εγχώρια πραγματικότητα, να απελευθερώσει τις δημιουργικές και καινοτόμες δυνάμεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και μάλιστα, η πολιτική για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός στρατηγικού σχεδιασμού.
Στην εκπαίδευση οι παρεμβάσεις, οι τομές και οι μεταρρυθμίσεις, απαιτούν χρόνο, ενώ συχνά προκαλούν κοινωνικό κόστος, για το λόγο αυτό οι παρεμβάσεις αυτές πρέπει να είναι καλά μελετημένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες. Ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός θα πρέπει να ιεραρχεί πρωτίστως τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και όχι τα συμφέροντα ομάδων και συντεχνιών. Η έρευνα, η καινοτομία, οι μεταπτυχιακές σπουδές σε προτεραιότητα με οργάνωση και προγραμματισμό, άλλωστε και το όραμα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης για την παιδεία παραμένει διαχρονικό. Ελληνική παιδεία με όλα τα ανθρωπιστικά ιδεώδη, τη δημοκρατία, την ελευθερία του λόγου, την ισότητα, την αλληλεγγύη και την ανεκτικότητα. Εμείς μιλάμε, όπως πιστεύω και όλοι, για δημόσια παιδεία για όλους, μια παιδεία ανοιχτών οριζόντων.
Ο ανασχεδιασμός τώρα της Ανώτατης Εκπαίδευσης στο πλαίσιο μιας ουσιαστικής ανάπτυξης της χώρας, τουλάχιστον για την προσεχή δεκαετία, θα πρέπει να λαμβάνει τις καινοτόμες εξελίξεις που συντελούνται διεθνώς  στην προσαρμογή τόσο των πανεπιστημίων όσο και των τεχνολογικών ιδρυμάτων στο νέο περιβάλλον της γνώσης. Η Ανώτατη Εκπαίδευση θα πρέπει να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για ένα αναπτυξιακό μοντέλο υπέρβασης της χώρας από την οικονομική κρίση σε μια πορεία μετά την μεταμνημονιακή Ελλάδα.
Τί θέλουμε, λοιπόν, από τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ της χώρας μας ως συνειδητή επιλογή της κοινωνίας μας; Επιμένουμε στο μαζικό πανεπιστήμιο που δέχεται το 75% περίπου, των αποφοίτων της λυκειακής εκπαίδευσης; Είναι ένα ερώτημα. Ένα άλλο ερώτημα είναι, θα επαναδιατυπώσουμε την ανάγκη της αναδιάταξης του χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης με βάση αναφοράς την αρχή της βιωσιμότητάς τους; Επίσης, ένα ερώτημα είναι, και αν μπορούμε να αποφασίσουμε να αποτελέσουν τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, παιδεία και μηχανισμούς αναδιανομής του πλούτου στην κοινωνία. Εφόσον και μιλάμε για τα ΤΕΙ, πρέπει επιτέλους να μιλήσουμε και για τα επαγγελματικά τους δικαιώματα, διότι όλοι αυτοί οι πτυχιούχοι είναι «όμηροι» συνδικάτων και συλλογισμών, οι οποίοι δεν έχουν οδηγήσει μέχρι σήμερα στην εξέλιξη επίλυσης του προβλήματός τους. Ακόμη και σήμερα μέσα στις συνθήκες οικονομικής κρίσης και της προσπάθειας της δημοσιονομικής προσαρμογής, θα έλεγα, της χώρας μας με σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία και τον προγραμματισμό των ΑΕΙ, διατηρούνται και αναπτύσσονται αξιόλογες εστίες αριστείας, οι οποίες πρέπει να ενθαρρυνθούν και να ενισχυθούν όσο το δυνατόν περισσότερο.
Επί του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, υπάρχει μια εμπειρία από την εφαρμογή του νόμου για την Ανώτατη Εκπαίδευση που μας δίνει τη δυνατότητα για καταγραφή διορθωτικών παρεμβάσεων σε περιπτώσεις δυσλειτουργίας, αλλά και ενίσχυσης και διεύρυνσης των ρυθμίσεων που έδειξαν ότι έχουν θετική επίδραση. Η αποτίμηση της πρώτης προσπάθειας εφαρμογής του νέου θεσμικού αυτού πλαισίου δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπόψη και την αντίδραση που αυτό είχε, τόσο κατά την νομοθέτησή του με τις πολλές τροποποιήσεις του, όσο και στη φάση υλοποίησής του. Ενισχύουμε βέβαια, τη λειτουργική αυτονομία, την οικονομική αυτοτέλεια και την αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, εφαρμόζοντας πλήρως το θεσμικό πλαίσιο για τα ΑΕΙ, όπως αυτό καθορίστηκε με το ν.4009/2011, πριν τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του και το βελτιώνουμε όπου αυτό απαιτείται, όχι επιστρέφοντας στο παρελθόν, αλλά σε μια μεταρρυθμιστική ουσιαστική κατεύθυνση.
Θα καταθέσουμε συγκεκριμένες προτάσεις για τα θέματα που επιγραμματικά θα αναφέρω, όπως είναι τα Συμβούλια Διοίκησης, τη Σύγκλητο, την Πρυτανεία, την ηλεκτρονική ψηφοφορία, τους προϋπολογισμούς, την εκπαίδευση εξ’ αποστάσεως, το ρόλο για την Ανώτατη Εκπαίδευση που αφορά πανεπιστήμια, τεχνολογικά ιδρύματα και το νέο χάρτη, όπως λέμε. Τις μεταγραφές, τη χρηματοδότηση, την αξιολόγηση, τα διδακτορικά για τα ΤΕΙ και επιμένω, δυνατότητα διδακτορικών και στα ΤΕΙ. Ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, κολλέγια και πανεπιστήμια εξωτερικού, Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., Εθνικό Δίκτυο Φορέων Παροχής Πανεπιστημιακών Προγραμμάτων με εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση. Προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, καθιέρωση εθνικού συστήματος επαγγελματικών προσόντων, ξενόγλωσσα τμήματα, ελεύθερη ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων, … και …, κτηριακές εγκαταστάσεις, φοιτητική μέριμνα, σύστημα εισαγωγής, φοιτητική εκπροσώπηση και συμμετοχή, διοίκηση και προσωπικό, επιμόρφωση καθηγητών και αξιολόγηση ιδρυμάτων.
 Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τα πορίσματα των Επιτροπών του Διαλόγου, βρίσκονται στα χέρια μας δυστυχώς, βέβαια, για την αξιοπιστία του και την επιστημονική του θωράκιση, δεν έχουμε τουλάχιστον, τις προτάσεις του ΕΣΥΠ και για την χάραξη του στρατηγικού σχεδιασμού της εκπαιδευτικής πολιτικής του Ι.Ε.Π., για την παιδαγωγική τεκμηρίωση και των αλλαγών που προτείνονται από μέρους τους στην εκπαίδευση. Ο τρόπος που συγκροτήθηκε η Επιτροπή Διαλόγου και η διαδικασία που ακολούθησε είναι σαφές, υπηρέτησε το στόχο του Υπουργού Παιδείας. Επιδιώκει, βέβαια, να εμφανίσει την ασυνέπεια των προεκλογικών και μετεκλογικών εξαγγελιών και δεσμεύσεις της Κυβέρνησης ως πρόταση των σοφών. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν οι υβριδικές μεταστροφές στα θέματά της;
Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω, ότι τα πορίσματα και οι προτάσεις των Επιτροπών του Εθνικού Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία, θα βρεθούν από εδώ και πέρα στο επίκεντρο της συζήτησης. Η μεταρρύθμιση του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συστήματος είναι εθνική επιταγή, είναι επένδυση στο μέλλον, είναι η μόνη ελπίδα για μια ισχυρή Ελλάδα. Το «διαζευκτήριο» που επιβλήθηκε από τους δανειστές με την αριστερή εκπαιδευτική πρόταση των ανέξοδων διορισμών και των κάλπικων παροχών είναι οριστικό. Για αυτό, λοιπόν, όλοι, πλέον, σήμερα γνωρίζουμε, εμείς το ξέραμε βέβαια, αλλά εσείς αργήσατε να το καταλάβετε και το πληρώσαμε ακριβά, ελπίζουμε βέβαια, να πείσετε και τους κομματικούς σας φίλους και δήθεν επαναστάτες να το αποδεχθούν.
Σας ευχαριστώ.      

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Το λόγο έχει ο κ. Υπουργός.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΙΛΗΣ (Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Κύριε Κωνσταντόπουλε, διαβάζοντας την παρέμβασή σας, είπατε για την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα;
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Είπα ότι θα καταθέσουμε την θέση μας.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΙΛΗΣ (Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων): Είσαστε υπέρ της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα;
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Θα καταθέσουμε τις απόψεις μας. Μίλησα για μη κρατικά.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΙΛΗΣ (Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων): Ευχαριστώ πολύ.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Το λόγο έχει ο κ. Μαυρωτάς.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΩΤΑΣ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι γενικά τον τελευταίο καιρό έχουμε κατακλυσθεί από διάφορα πορίσματα, όπως τα πορίσματα της Επιτροπής Λιάκου, το προηγούμενο πόρισμα της δικής μας Επιτροπής για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, έχουμε αυτό το πόρισμα που είναι για τον ενιαίο χώρο ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας και μια απορία δικιά μου είναι πως θα καταφέρει ο Υπουργός να τα συνδυάσει αυτά τα πράγματα και να τα επεξεργαστεί. Μάλλον δεν θα κουραστεί και πολύ να τα συνδυάσει, γιατί είναι ουσιαστικά το κεφάλαιο 6 από το πόρισμα Λιάκου που παρουσιάσθηκε και στον τύπο. Αυτό, δεν είναι κακό βέβαια, αλλά το θέμα είναι γιατί παρουσιάσαμε, ως Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, το ίδιο πόρισμα με αυτό που υπάρχει στην έκθεση Λιάκου και στο κεφάλαιο 6.
Να σας πω καταρχήν ότι είμαστε αρκετά θετικά διακείμενοι προς το συγκεκριμένο και ως προς το σύνολο του και θα επιμείνω στα πράγματα που υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις. Όσον αφορά τη διασύνδεση με την παραγωγή, γενικά το μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας θέλουμε να είναι ένα μοντέλο έντασης - γνώσης και έχουμε το ανθρώπινο δυναμικό για να το πετύχουμε αυτό. Παίζει μεγάλο ρόλο λοιπόν η διασύνδεση πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων με την παραγωγή και η διασύνδεση με την παραγωγή κυρίως μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διότι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν τους πόρους για να έχουν δικά τους τμήματα έρευνας και ανάπτυξης, οπότε οι συνέργειες με τα πανεπιστήμια εκεί πέρα μπορούν να αποβούν επωφελείς και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και για τα πανεπιστήμια ή ερευνητικά κέντρα που θα μπορέσουν να κρατήσουν κάποιο επιστημονικό δυναμικό στη χώρα μας, όχι όμως με ερευνητικά προγράμματα που γίνονται στα χαρτιά και μένουν στα συρτάρια, αλλά χρειαζόμαστε πραγματικά καινοτόμα προϊόντα, πατέντες και να υπάρχει ένα follow up σε όλη αυτή την ερευνητική διαδικασία με κίνητρα για ερευνητές - καθηγητές και περιορισμό γραφειοκρατικών περιορισμών.
Στο κεφάλαιο 2 ακούσαμε τον κ. Φωτάκη να λέει για το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας και ήταν το πρώην ΕΤΕΚ που υπήρχε στο νομοσχέδιο. Πρέπει να αντλήσουμε εμπειρία από το εξωτερικό, από το ERC, από το NSF το αμερικανικό, το οποίο, έχει τέτοιες διαδικασίες και μάλιστα, έχουμε και Έλληνες που συμμετέχουν στο συμβούλιο αυτών των μεγάλων και αναγνωρισμένων οργανισμών με εμπειρία δεκαετιών. Μάλιστα, την περασμένη εβδομάδα στην ακαδημοποίηση του κ. Κεβρεκίδη ήταν ο Λάκης ο Μούτζιαρης, που είναι από το …………….. του UMass και είναι στο board του NSF.
Πάμε στην οριζόντια κινητικότητα των μελών ΔΕΠ. Τη βρίσκουμε θετική και θεωρούμε ότι πρέπει να θεσμοθετηθεί ενισχύοντας συγχρόνως και την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, δηλαδή, να σπάσουμε κάποια γραφειοκρατικά δεσμά που περιορίζουν την κινητικότητα και κυρίως, να ενισχυθούν οι περιφερειακές δομές που αποτελούν θύλακες αριστείας. Δηλαδή, να υπάρχει μια ώσμωση προσωπικού και δομές που δεν μπορούν να προσελκύσουν και επιστημονικό προσωπικό για να κρατήσουν το δικό τους, γιατί, θέλουν να φύγουν από και πέρα και θα πρέπει να προβληματιστούν.
Για τα εικονικά ινστιτούτα δεν έχουμε αντίρρηση. Ήδη γίνεται αυτό το πράγμα, απλώς δεν είναι θεσμοθετημένο. Για παράδειγμα, έχουμε συνεργασίες με το Πολυτεχνείο Κρήτης σε σταθερή βάση και θα ήταν ίσως καλό να θεσμοθετηθεί.
Για το κεφάλαιο 5, σχετικά με τις ερευνητικές υποδομές και την ανοιχτή πρόσβαση, ασφαλώς και συμφωνούμε και είναι μια ενδιαφέρουσα ιδέα αυτή για το μητρώο ερευνητικών υποδομών και υποδομών καινοτομίας, δηλαδή, να υπάρχει μια καταγραφή για να ξέρουμε τι υπάρχει. Επίσης, τα εργαστήρια παροχής υπηρεσιών που υπάρχουν στα διάφορα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα, τα βλέπουμε και σαν ένα πόλο εξωστρέφειας των αντίστοιχων πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων προς την κοινωνία.
Στο κεφάλαιο 6, σχετικά με την ομογενοποίηση του διοικητικού καθεστώτος, είναι διακριτός ο ρόλος ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων. Τα πανεπιστήμια έχουν έναν διπλό ρόλο και ουσιαστικά παραγωγή νέας γνώσης, αλλά και μετάδοση της νέας γνώσης. Τα ερευνητικά κέντρα έχουν την παραγωγή μόνο της νέας γνώσης ως επί το πλείστον, δηλαδή, δεν είναι ανάγκη να ταυτιστούν τα μοντέλα διοίκησης, γιατί, εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Επίσης, για τα πανεπιστήμια υπάρχει το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτοδιοίκητο, που πολλές φορές όμως, με τις διαδικασίες που έχουμε δει να πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει «αδιοίκητο». Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι τον τελευταίο καιρό υπάρχει ένα modus vivendi στα πανεπιστήμια, στα οποία έχει επέλθει μια ηρεμία και τα των ερευνητικών κέντρων, τα διοικητικά καθορίστηκαν στο νομοσχέδιο για την έρευνα που πέρασε. Μιλήσαμε σε αυτό και για την εμπλοκή των εργαζομένων στα όργανα διοίκησης και στα διοικητικά συμβούλια των ερευνητικών κέντρων. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα ινστιτούτα της Ακαδημίας Αθηνών, μάλιστα, λέει «ένα εξεσημασμένο παράδειγμα».
Επίσης, θα βλέπαμε ότι εκτός από τα ινστιτούτα της Ακαδημίας Αθηνών υπάρχουν και άλλα, τα οποία, τα είχαμε αναφέρει στη συζήτηση για την έρευνα, όπως το ΙΤΣΑΚ από τη Θεσσαλονίκη που θέλει να έρθει κάτω από την ομπρέλα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, αλλά δεν το αφήνει ουσιαστικά ο Υπουργός. Επίσης, υπάρχει το ινστιτούτο «Δήμητρα» του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης που καλό και αυτό θα ήταν να μπει κάτω από την ομπρέλα της γενικής γραμματείας, όπως και το ……………… του Πολυτεχνείου.
Στο κεφάλαιο 7, διαδικασίες αναβάθμισης Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι., τυχόν συγχωνεύσεις Τ.Ε.Ι. με Α.Ε.Ι. και τα λοιπά. Εδώ πέρα είναι μια μεγάλη κουβέντα που θα πρέπει να ανοίξουμε σχετικά με το αν θα πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και αν θέλουμε στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας να υπάρχουν εκείνα τα μεσαία στελέχη στην πυραμίδα της παραγωγής ή όχι. Η γνώμη μας είναι ότι πρέπει να υπάρχουν και έχουν ρόλο να παίξουν τα Τεχνολογικά Ιδρύματα. Επίσης, υπάρχουν τμήματα διαφόρων Τ.Ε.Ι. που σε δυσκολότερες συνθήκες από τα Πανεπιστήμια, εμφανίζουν πολύ καλή δουλειά και είναι πραγματικοί θύλακες αριστείας και αυτά θα πρέπει να τα δούμε ξεχωριστά. Αυτό σημαίνει ότι πρώτα πρέπει να γίνει αξιολόγηση και μετά τις όποιες αποφάσεις και όχι αποφάσεις με πελατειακά κριτήρια, όπως έχουμε δει να γίνονται κατά κόρον στο παρελθόν.Τα κριτήρια εξαρχής και εφαρμογής σε όλους διόλου τον ίδιο τρόπο. Ασφαλώς και συμφωνούμε με τις δυνατότητες μετακίνησης φοιτητών με κανόνες, το έχουμε άλλωστε και στις προτάσεις του Ποταμού, δηλαδή, να μπορούν να μετακινούνται φοιτητές από Τμήμα σε Τμήμα και από το Σχολή σε Σχολή, μετά από κάποια χρόνια σπουδών, αυτό βέβαια έχει να κάνει και με τα ISTS, όπως είπαμε, να γίνεται όλο αυτό το πράγμα θεσμοθετημένο και με κανόνες, γιατί κανένα παιδί 18 χρόνων δεν ξέρει τι θα κάνει και μπαίνει σε μια Σχολή και όπως είναι τα πράγματα σήμερα, είναι εγκλωβισμένο εκεί.
Το νέο λοιπόν, πολλές φορές είναι στο συνδυασμό πραγμάτων και αυτό πρέπει να το επιδιώκουμε και όχι στο να σκάβεις συνεχώς το ίδιο γνωστικό αντικείμενο που δεν θεωρούμε ότι δεν κατακερματίζετε με αυτό τον τρόπο. Για τα μεταπτυχιακά, τα 737 εκ των οποίων τα 628 είναι από Πανεπιστήμια και τα 109 είναι από Τ.Ε.Ι., μπορεί να θεωρούνται πολλά, όντως. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος και εδώ να τα τσουβαλιάσουμε όλα. Υπάρχουν αξιολογημένα Μεταπτυχιακά με διεθνή rangings, όπως για παράδειγμα τα διάφορα Μεταπτυχιακά στη Διοίκηση Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου, για να μη λέτε ότι λέω μόνο για το Πολυτεχνείο και εύλογο τα γένια μου. Συμφωνώ ότι πρέπει όλα να αξιολογηθούν, να ξεκινήσει μια συζήτηση για τα κριτήρια αξιολόγησης και την επόμενη χρονιά να αξιολογήσουμε μ όλα τα Μεταπτυχιακά προγράμματα στην Ελλάδα.
Και μετά την αξιολόγηση των Μεταπτυχιακών, θα μπορέσουμε να συζητήσουμε για πιθανές αλλαγές, βάση πραγματικών στοιχείων και όχι βάση οποιονδήποτε έμμονων. Τα δίδακτρα, τα οποία αναφέρθηκαν οι συνθήκες εργασίας και οι αμοιβές των καθηγητών είναι κάτι που ρυθμίζεται από το ισχύον πλαίσιο. Υπάρχει πλαφόν όπως ξέρουμε στις αμοιβές των καθηγητών και αυτό είναι ένα κίνητρο για να συμμετέχουν στα Μεταπτυχιακά οι καθηγητές γιατί όπως ξέρουμε οι αμοιβές τους οι κανονικές, σε σχέση με το τι υπάρχει στο εξωτερικό είναι πενιχρές και για να τους κρατήσουμε αυτούς τους ανθρώπους την Ελλάδα και να μην χειροτερέψουμε το φαινόμενο του brain drain, θα πρέπει να τους δίνουμε κίνητρα.
Δεν είμαστε της άποψης ότι πρέπει να γίνει μια κεντρική ρύθμιση για τις αμοιβές, γιατί το ισχύον πλαίσιο αρκεί, αρκεί να υπάρχει διαφάνεια. Και εάν δεν υπάρχουν κίνητρα δεν θα υπάρξει προσφορά από τους καθηγητές για συμμετοχή σε Μεταπτυχιακά και κατά τη γνώμη μας κάποια καλά Μεταπτυχιακά μπορεί να χάσουν. Επίσης, αυτό που λέμε είναι ότι τα Μεταπτυχιακά μπορεί να τα δούμε σαν μια καλή πηγή εξωστρέφειας των Ελληνικών Πανεπιστημίων, να τα αφήσουμε να ανταγωνιστούν σε ένα διεθνές περιβάλλον και επειδή λέμε συνεχώς για το brain drain, να σας πω το εξής, ότι συνέχεια γράφω συστατικές επιστολές στους φοιτητές μου που τελειώνουν τις διπλωματικές τους και θέλουν να φύγουν έξω για Μεταπτυχιακά και πηγαίνουν σε χώρες όπως Αγγλία, που είναι συνηθισμένο, αλλά και Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Πολωνία τελευταία.
Γιατί να μην υπάρχει ένας αντίστοιχος Μαυρωτάς, σε αυτές τις χώρες που θα γράφει συστατικές επιστολές για τους φοιτητές του να πάνε για Μεταπτυχιακά στην Ελλάδα; Τι είναι αυτό που μας λείπει; Η γνώμη μου είναι ότι μας λείπει η απαιτούμενη εξωστρέφεια και προβολή. Δεν έχουμε να ζηλέψουμε δηλαδή κάτι άλλο. Μην κλεινόμαστε λοιπόν στο καβούκι μας γιατί τώρα πια τα χαρτιά δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία, οι πόρτες του Δημοσίου έχουν κλείσει και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να κυνηγάμε τα χαρτιά, αλλά να κυνηγάμε το περιεχόμενο. Με την αξιολόγηση πιστεύουμε ότι αυτοί η χαρτομανία που υπάρχει, θα εξαλειφθεί. Κλείνω, λέγοντας ότι πιστεύουμε πως το κράτος θα πρέπει να βάζει ένα γενικό πλαίσιο και τα Ιδρύματα να βρίσκουν το δικό του δρόμο.
Χρειάζονται πάντα οι ενιαίοι κανόνες, η απουσία κανόνων, η απουσία περιορισμών οδηγεί σε χαοτικές λύσεις, από την άλλη όμως δεν πρέπει να οδηγούμαστε από τη ρύθμιση στην υπερ-ρύθμιση του συστήματος. Όσο περισσότερο περιορισμούς βάζουμε, τόσο λιγότεροι βαθμοί ελευθερίας και όσο λιγότερους βαθμούς ελευθερίας έχουμε σε ένα σύστημα, τόσο χειρότερες λύσεις παράγει. Χειρότερες για την κοινωνία και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα, να καθορίσουμε εκείνους τους βαθμούς ελευθερίας που θα επιτρέπουν στην κοινωνία να προχωρά. Να βάλουμε τους κανόνες εκείνους που εξασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες και όχι ίσα αποτελέσματα ανεξαρτήτως της προσπάθειας.
Γιατί, όπως έχει δείξει και η ιστορία, η ισοπέδωση βλάπτει σοβαρά την εξέλιξη και συστήματα χωρίς εξέλιξη, φθίνουν γρήγορα και εξαφανίζονται. Σας ευχαριστώ πολύ.

ΜΕΡΟΠΗ ΤΖΟΥΦΗ: Ευχαριστώ πολύ και για την κατανόηση και για την σειρά, θέλω να πω ότι και με τις εισηγήσεις του Προέδρου, αλλά και των Υπουργών, αλλά κυρίως και με το κείμενο που μας μοιράστηκε, νομίζω ότι θα πρέπει να πούμε ό,τι -κατά τη γνώμη μου- έχει γίνει μια πολύ σοβαρή και αξιόπιστη δουλειά από διαφορετικά επιτελεία ανθρώπων, με ιδέες, βαθιάς γνώσης του χώρου αλλά κυρίως με διάθεση να ειπωθούν αλήθειες που να στηρίζονται όμως σε ντοκουμέντα, ώστε να επιχειρηθούν κάποιες ουσιαστικές αλλαγές που όλοι αναγνωρίζουμε ότι την έχει ανάγκη ο τόπος.
Μετά από αρκετές προσπάθειες για να υπάρξει μια μη διαλογική συζήτηση, νομίζω ο ότι αρχίζει να μορφοποιείται ένα σαφές δείγμα γραφής, που από τη μια μεριά δοκιμάζει να απαντήσει και να υιοθετηθεί καλές πρακτικές του ευρωπαϊκού χώρου, που μπορούν πιθανών να εξασφαλίσουν σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και κάποια χρηματοδοτικά εργαλεία εφαρμογής, που είναι απαραίτητα, και από την άλλη νομίζω να καταγράφει μια ριζοσπαστική πολιτική στην παιδεία στηριγμένη στις αρχές της ίσης πρόσβασης, στην ποιότητα με δικαιοσύνη και αξιοκρατία.
Ότι δηλαδή νομίζω ότι επιχειρούμε και στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, μετά τον τίτλο δίκαιη ανάπτυξη και στήριξη του κοινωνικού κράτους. Πώς θα έχουμε λοιπόν μέχρι σήμερα πορευθεί σε αυτή την κατεύθυνση με βάση τις παραπάνω προθέσεις μας; Η Επιτροπή μας, αλλά και η Επιτροπή Διαλόγου έχουν ήδη προχωρήσει σε δημοσιοποίηση των καταρχήν συμπερασμάτων αυτού του διαλόγου. Το έργο αυτό δεν είναι αποκομμένο, αλλά νομίζω ότι πρέπει να το δούμε ότι συμπληρώνεται και από το ψηφισμένο νομοθετικό έργο για την έρευνα και για τα χρονίζοντα και φλέγοντα προβλήματα των Α.Ε.Ι., αλλά και των άλλων βαθμίδων της εκπαίδευσης, που παρά τις μικροπολιτικές κραυγές εδώ στο Κοινοβούλιο, θα σας πω ότι κατά τη γνώμη μου έγιναν παγκοίνως αποδεκτά και στα Πανεπιστήμια και στα Ερευνητικά Κέντρα, αλλά και στα Σχολεία.
Θα έλεγα ότι επίσης υποστηρίζεται και με τις πρώτες, μετά από πέντε χρόνια προσλήψεις 500 μονίμων θέσεων μελών ΔΕΠ, τα προκηρυσσόμενα χρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΙΚΥ για νέους επιστήμονες, μετά από πολλά χρόνια, τον επανασχεδιασμό του νέου ΕΣΠΑ σε ειδικά προγράμματα για τους αποφοίτους της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και άλλα. Ένα σημαντικό θέμα που υπάρχει, νομίζω και σε αυτό μας δίνει τη δυνατότητα αυτή η Επιτροπή, είναι η επικοινωνία με τον ευρύτερο κόσμο αυτών των προσπαθειών.
Θα έλεγα ότι κατά βάση υπάρχει απόκρυψη σε αυτές τις σημαντικές και μείζονες επιχειρούμενες αλλαγές, διαστρέβλωση πάνω σε ελάσσονα θέματα, ακύρωση εκδηλώσεων και βεβαίως συστηματική απαξίωση των κεντρικών πρωταγωνιστών με διαρκές λεκτικό τουλάχιστον bowling και όχι μόνο, ώστε να επιτευχθεί η ηθική τους καταρράκωση και αναφέρομαι εδώ ονομαστικά στους Υπουργούς που είναι παρόντες, αυτό γίνεται καθημερινά, συστηματικά και από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και από τα Κοινωνικά Δίκτυα και θα έλεγα και από κορυφής καθοδηγούμενα δυστυχώς, διότι δεν υπάρχει ακόμα και εκεί που αναγνωρίζονται τα λάθη και η διαστρέβλωση, ούτε συγνώμη και μένει εν τέλη το λέρωμα και αυτό μένει στον απλό πολίτη.Εδώ, λοιπόν, στην Επιτροπή μας, έχουμε, επίσης, ένα χαρακτηριστικό αυτής της δυσκολίας που έχουμε να επικοινωνήσουμε, δηλαδή, το είχα πει και την προηγούμενη φορά, στην προσπάθεια να αποκρυβούν κάποιες πιθανές εγκλίσεις, που νομίζω ότι όταν είμαστε εδώ προκύπτουν, σε κάποια θέματα, για πολλά αυτονόητα και ώριμα αιτήματα, βλέπουμε ότι επιλέχθηκε και το βλέπουμε και σήμερα από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, η προσχηματική αποχώρηση και η στρεβλωμένη παρουσίαση από μη μέλη της Επιτροπής, είτε Βουλευτές είτε πολιτευτές, με κλισέ που υπηρετούν την κατεδάφιση και την προπαγάνδα του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.
 Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, που ακόμη παίζει, είναι η ψηφισθείσα ρύθμιση για τους καταλογισμούς του Πανεπιστημίου Κρήτης, που ήταν ομόφωνη απόφαση των πρυτάνεων και πολλών συνδικαλιστικών φορέων, ευρέως πολιτικού φάσματος, αλλά και πανεπιστημιακών από το χώρο της Ν.Δ., που αφορούσε φοιτητές, μεταπτυχιακούς και καθηγητές από όλο το πολιτικό φάσμα, που στο πλαίσιο των καθηκόντων τους στις επιτροπές ερευνών για να εξευρεθούν χρήματα για ανάγκες λειτουργίας των πανεπιστημίων, ονομάστηκε, δυστυχώς, «ξέπλυμα Σταθάκη», το οποίο επιτεύχθηκε χάρη στη συμβολή των θλιβερών πανεπιστημιακών δασκάλων του ΣΥΡΙΖΑ και εμού συμπεριλαμβανομένης, που αλίμονο, μορφώνουν τα παιδιά τους.
Θα μπορούσα να πω μόνο δύο κουβέντες, τι υποκρισία και τι πολιτικαντισμός, εν τέλει.
Τώρα, επί του συγκεκριμένου, θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο θέματα, που περιέχονται στην εισήγηση, στα 7 και 8, δηλαδή, την επαναξιολόγηση και τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου των ΑΕΙ και τη διαμόρφωση ενιαίου χώρου ή αλλιώς,  τι απαντάμε στους τοπικισμούς και όχι μόνο  που επικράτησαν στην αρχιτεκτονική αυτού του εκπαιδευτικού και ερευνητικού   συστήματος και στα μεταπτυχιακά,  σαν μέλος του  Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που είναι ένα από τα λίγα  μεταπτυχιακά πανεπιστήμια,   χωρίς δίδακτρα.
 Ξεκινώ με το πρώτο.   Ήδη, αναφέρθηκε η Υπουργός,  ότι τα δομικά προβλήματα που υπάρχουν πολλά  και έχουν ιστορική εξήγηση  διότι υπήρχαν πιέσεις  παραγόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης, που κατέληγαν, τελικά, στη δημιουργία νέων τμημάτων ΑΕΙ και ΤΕΙ, διάσπαρτα σε διάφορες πόλεις  και κωμοπόλεις της Ελλάδος, χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα  για τη διοικητική  και τη λειτουργική  συνοχή τους  και χωρίς να προσδιορίζεται  επακριβώς η  σκοπιμότητα και ο ρόλος τους στο όλο οικοσύστημα.
 Ιδρύονταν, λοιπόν, συχνά με εξωακαδημαϊκά κριτήρια, σε συνεννόηση, δυστυχώς, πολλές φορές και με τις διοικήσεις των ιδρυμάτων και με την αρωγή μελών ΔΕΠ  που αναλάμβαναν την  υλοποίηση τη διεύρυνσης,  με το κέρδος της ατομικής ανέλιξης  και με τη συνδρομή των πετυχημένων, όπως χαρακτηρίζονται, τοπικών Βουλευτών, που συνέβαλαν στην αναβάθμιση, κοινωνική και οικονομική, της περιοχής , υποτιθέμενη, θα έλεγα εγώ, ανεξαρτήτως προγραμμάτων, υποδομής και επαρκούς προσωπικού, λίγο εκ των ενόντων και λίγο στου κασίδη το κεφάλι, μπορούν στη συνέχεια να διορθωθούν και δεν χάλασε ο κόσμος αν δεν έχουν οι απόφοιτοι επαρκή μόρφωση και κυρίως, επαγγελματικά δικαιώματα.
Αυτή, λοιπόν, η πολιτική της διεύρυνσης, οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα το οποίο, αυτή τη στιγμή, έχει οδηγήσει σε πολύ σημαντικές οξύνσεις και αντιθέσεις ανάμεσα τα κεντρικά και περιφερειακά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σε διάκριση χαμηλής και υψηλής ζήτησης, σε τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ με τα ίδια γνωστικά αντικείμενα  και σε αποφοίτους με τίτλους σπουδών, χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα.
 Νομίζω, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία  ότι είναι απαραίτητο να υπάρξουν  οργανωτικές αναδιατάξεις και μέτρα που να αντιμετωπίζουν  αυτόν τον κατακερματισμό. Το οφείλουμε στη νέα γενιά,  τις αλληλεπικαλύψεις αλλά και την  πολυτυπία των κανόνων   της διοίκησης.
 Όσον αφορά, βέβαια,   στο θέμα των μεταπτυχιακών, θα ήθελα να καταθέσω  την άποψη των συναδέλφων μου, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αλλά και της ηγεσίας του, που διεκδικεί επαρκή χρηματοδότηση για τα αναλώσιμα και ανελαστικά έξοδα των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και που υποστηρίζει την ανάγκη της άμεσης αξιολόγησης, με κριτήρια ακαδημαϊκά και βεβαίως, σε όσα κριθούν ότι μπορούν αυτό το πράγμα να το πραγματοποιούν, να εξασφαλίζεται η δημόσια χρηματοδότησή τους.
Ευχαριστώ για την κατανόηση.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΣ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Προφανώς, εκτός συναινετικού κλίματος, που εκδηλώνεται σήμερα, με έντονο τρόπο, να πούμε ότι το σημερινό…
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Μπορεί να κάνετε την έκπληξη και εσείς. Πού να ξέρει κανείς.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΣ: Φοβάμαι πως όχι.
Το σημερινό κείμενο εργασίας και όχι πόρισμα, όπως την προηγούμενη φορά, της Πλειοψηφίας, για το λεγόμενο ενιαίο χώρο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας, θεωρούμε ότι αποτελεί τη φυσική συνέχεια του αντίστοιχου πορίσματος για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Συνεπώς,  ισχύουν και για το παρόν κείμενο, όλα όσα διατυπώσαμε στην προηγούμενη συνεδρίαση για τους πραγματικούς στόχους του λεγόμενου διαλόγου για την παιδεία, όπως είναι ο αποπροσανατολισμός του λαού από τα οξυμένα και εκρηκτικά προβλήματα που έχει, το κουκούλωμα τους και η απόσπαση της λαϊκής ανοχής, ακόμη και υποστήριξης, ει δυνατόν, αυτής της ίδιας πολιτικής που τα γεννά.
Φυσικά και το πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετείται το σημερινό κείμενο, πλαίσιο στο οποίο, άλλωστε, εξελίσσεται και όλο το κυβερνητικό εγχείρημα του λεγόμενου διαλόγου, δεν είναι άλλο από το γνωστό πλαίσιο της στρατηγικής της Ε.Ε., των εκθέσεων του ΟΟΣΑ και κοντολογίς, των απαιτήσεων του κεφαλαίου από την εκπαιδευτική πολιτική κάθε χώρας που βαδίζει στον καπιταλιστικό δρόμο.
Αυτό το πλαίσιο ορίζει το περιεχόμενο και την κατεύθυνση των αντιδραστικών, από την άποψη των λαϊκών συμφερόντων, αναδιαρθρώσεων, οι οποίες ήδη επιχειρούνται ή ετοιμάζονται και δρομολογούνται, σε όλο το εύρος της εκπαίδευσης, ως τμήμα των γενικότερων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων του αστικού κράτους, σε όλη την κοινωνική σφαίρα.
Αυτές οι αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση δεν ξεκίνησαν τώρα, αλλά εδώ και καιρό, από τις προηγούμενες κυβερνήσεις Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ., με οποιαδήποτε σύνθεση, συνεχίζονται όμως, από τη διάδοχη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛΛ., με διαφορετικό περιτύλιγμα μεν, το ίδιο αντιλαϊκό περιεχόμενο δε και επιπλέον, με την εγγύηση της ψήφισης του τρίτου μνημονίου, από αυτές τις πολιτικές δυνάμεις, του Ποταμιού, βεβαίως, συμπεριλαμβανομένου, όπου ρητά αναγράφονται οι κεντρικοί άξονες και η κατεύθυνση αυτών των αναδιαρθρώσεων.
Όλα τα παραπάνω, αποτελούν την πραγματική ουσία της σύντομης εισαγωγής του κειμένου εργασίας, όπου αναφέρονται ως, «οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, με βάση το σημερινό τοπίο, των δημοσίων εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων και έως η ευρωπαϊκή εμπειρία και τα διεθνώς καθιερωμένα κριτήρια, για την αποτίμηση του έργου που παράγεται στα πανεπιστήμια, τεχνολογικά ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα». Το κείμενο αρχίζει με το βαρύγδουπο περί δήθεν νέας μεταρρυθμιστικής πολιτικής στον ενιαίο χώρο εκπαίδευσης και έρευνας.
Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για το παλιό – καινούργιο, του Μπρεχτ, όπου το παλιό κάνει την εμφάνισή του σε νέο, μασκαρεμένο και να ξεμπερδέψει. Αλλά ας το δούμε λίγο πιο προσεκτικά. Στα επτά βασικά χρόνια προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας, που απαριθμούνται στο κείμενο, δεν υπάρχει ούτε μία λέξη για τα πραγματικά και οξυμένα προβλήματα των φοιτητών των λαϊκών οικογενειών, που βρίσκουν μπροστά τους κάθε μέρα, όλο και πιο ψηλούς, όλο και πιο ανυπέρβλητους τούς ταξικούς φραγμούς για τη μόρφωσή τους, μιας και το κόστος σπουδών είναι ήδη απαγορευτικό για πολλούς. Ούτε, βέβαια, γίνεται η παραμικρή, έστω, νύξη για μερική, έστω, άρση αυτών των ταξικών φραγμών, με την κάλυψη, μέσω της κρατικής χρηματοδότησης, των τεράστιων ελλείψεων σε σίτιση, στέγαση και άλλες πτυχές της φοιτητικής μέριμνας, που τόσο έχουν ανάγκη τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών.
Ποια είναι, όμως, αλήθεια, αυτή η νέα μεταρρυθμιστική πολιτική;
Πρόκειται, βέβαια, για τη βαθύτερη σύνδεση των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων με τη λεγόμενη, υγιή και καινοτόμο επιχειρηματικότητα. Που είναι υγιής και κερδοφόρα, φυσικά, μόνο για τις επιχειρήσεις και για άκρως ανθυγιεινή και ζημιογόνα, για τα λαϊκά συμφέροντα. Για αυτή την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξή της, άλλωστε, παίρνονται και όλα τα αντιλαϊκά μέτρα και ενώ από τη μια, κάθε μέρα, δίνονται και νέα προνόμια στο κεφάλαιο, από την άλλη, κόβονται μισθοί και συντάξεις, τσακίζονται εργασιακά δικαιώματα, διαλύονται ιστορικές ασφαλιστικές κατακτήσεις, επιβάλλονται αυτόματοι κόφτες στις κοινωνικές δαπάνες του κράτους, που προορίζονται για τις λαϊκές ανάγκες.Στο όνομα αυτής της επιχειρηματικότητας συντίθεται ψηφίδα τη ψηφίδα και η εικόνα του πανεπιστημίου επιχείρηση, ώστε να τεθεί επί νέας βάσεως η συνεργασία των δημόσιων ΑΕΙ και ερευνητικών κέντρων με τον ιδιωτικό τομέα. Δημόσια ΑΕΙ και ερευνητικά κέντρα, που όπως αναφέρεται πάλι στο κείμενο, πρέπει να συμβάλλουν επιπλέον στον μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου, διότι ο παραγωγικός ιστός της χώρας αποτελείται από επιχειρήσεις μικρού μεγέθους και χαμηλής έντασης γνώσης. Λοιπόν, και η τριτοβάθμια εκπαίδευση πιο σφικτά δεμένη στην υπηρεσία της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, δηλαδή όποιος αυτοαπασχολούμενος γλιτώσει από τον τυφώνα της καπιταλιστικής κρίσης δεν φαίνεται να χωρά στο μοντελάκι της δίκαιης ανάπτυξης που προορίζεται φυσικά για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτή, όμως, η νέα μεταρρυθμιστική πολιτική που λέει το πόρισμα δεν είναι μόνο παλιά και δοκιμασμένη, αλλά είναι και ιστορικά ξεπερασμένη και, άρα, αντιδραστική, αφού αντιμάχεται τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας για χάρη των λίγων εκμεταλλευτών της. Η κυβερνητική πλειοψηφία αφοσιωμένη ολόπλευρα στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ, όπως διαγράφεται καθαρά στο κείμενο, θέλει αφενός να αξιοποιήσει ένα προσοντούχο δυναμικό υψηλά ειδικευμένο με το χαμηλότερο όμως κόστος χαρίζοντας υψηλά ειδικευμένη εργασία στους μεγαλοεργοδότες και αφετέρου θέλει με μοχλό την ελάχιστη δυνατή χρηματοδότηση να προσανατολίσει και να κατευθύνει καλύτερα το επιστημονικό και ερευνητικό έργο με γνώμονα τις στοχεύσεις και τις ανάγκες των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της φράσης του κειμένου για στοχευμένη χρηματοδότηση ως όργανο εθνικής στρατηγικής. Λοιπόν, πάνε περίπατο οι πραγματικές ανάγκες των φοιτητών, των ερευνητών και οι ίδιες οι λαϊκές ανάγκες και διαστρεβλώνεται επιπλέον ο κοινωνικός χαρακτήρας και η εξέλιξη της επιστήμης. Όσο για τις τεράστιες ελλείψεις σε διδακτικό και λοιπό προσωπικό προβλέπεται να αντιμετωπίζονται όπως και σήμερα. Άλλωστε με την λεγόμενη οριζόντια κινητικότητα, την ανακύκλωση, δηλαδή ενός δυναμικού που θα περιφέρεται από θέση σε θέση καλύπτοντας κενά.
Σε ό,τι αφορά τα εικονικά ινστιτούτα που εισάγονται με τυμπανοκρουσίες δεν υποδηλώνουν τίποτα άλλο παρά την προσπάθεια του αστικού κράτους να διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα των ΑΕΙ και ερευνητικών κέντρων χωρίς γραφειοκρατικές και άλλες καθυστερήσεις. Από το κείμενο συνάγεται το συμπέρασμα ότι θα αναλάβουν και το ρόλο της διάχυσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων προς τις επιχειρήσεις, σημείο που το κεφάλαιο συναντά σήμερα αρκετές δυσκολίες στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Επίσης, το άνοιγμα των ερευνητικών υποδομών σημαίνει τη διευκόλυνση της ενοικίασης ή του ξεπουλήματός του, ώστε να αξιοποιηθούν από εταιρείες οι οποίες κρίνουν ότι είναι ασύμφορο να στήνουν οι ίδιες ερευνητικές υποδομές και να απασχολούν σε αυτό τον τομέα δικό τους προσωπικό. Με τον τρόπο αυτό θα έχουν και τις υποδομές και το προσωπικό υψηλής ειδίκευσης στη διάθεσή τους, χωρίς να τους κοστίζει έχοντας, ταυτόχρονα, και ανοιχτή πρόσβαση άμεσα στα ερευνητικά αποτελέσματα που τους ενδιαφέρουν για την κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητά τους μέσω της επαναξιολόγησης και του επαναπροσδιορισμού του ρόλου των ΑΕΙ και με όχημα, όπως λέει το κείμενο, ένα πανεπιστήμιο στο κέντρο της παραγωγικής ανασυγκρότησης να προετοιμάζονται είτε το κλείσιμο και οι συγχωνεύσεις ΤΕΙ και ΑΕΙ είτε η μετάπτωση κάποιων ΤΕΙ σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης. Στην πραγματικότητα και στο όνομα της αντιμετώπισης των στρεβλώσεων ένα νέο σχέδιο «Αθηνά»  άσχετα αν έτσι θα ονομαστεί, άσχετα αν θα γίνει με ακαδημαϊκές διαδικασίες, λοιπόν το «Αθηνά 2» είναι προ των πυλών. Επιπρόσθετα από κοντά και η γενίκευση των προγραμμάτων δια βίου μάθησης και της ατομικής διαδρομής για το πτυχίο «joint degree», όπως αναφέρει το κείμενο, ότι ακριβώς δηλαδή έλεγε η Μπολόνια και η Ευρωενωσιακή Στρατηγική εξελιγμένη και επικαιροποιημένη όπως την προώθησαν και την εφάρμοσαν τόσα χρόνια οι προηγούμενες κυβερνήσεις για να φτάνει κάθε νέος υποψήφιος για εργασία και να έχει το δικό τους «barcode προσόντων και δεξιοτήτων» και να είναι έτοιμος όπως λένε οι κεφαλαιοκράτες «justin time», δηλαδή την κατάλληλη στιγμή να τεθεί στην υπηρεσία των τρεχουσών και εναλλασσόμενων αναγκών του κεφαλαίου στην παραγωγική διαδικασία. Τέλος, το «κερασάκι» στο κείμενο εργασίας είναι τα μεταπτυχιακά, όμως με δίδακτρα, όπως, ήδη, συμβαίνει στα περισσότερα χωρίς να αμφισβητούνται και η γενίκευσή τους με νόμο που έρχεται από όσο γνωρίζουμε. Παράλληλα προετοιμάζει το έδαφος για δίδακτρα ακόμα και στα προπτυχιακά. Να επισημάνω, εδώ, και να πω, πού είναι τα χρόνια τα παλιά; Πάει και εκείνη η  περίφημη καταστρατήγηση του άρθρου 16 του Συντάγματος που ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση τόσα χρόνια το είχε κάνει σημαία του. Οι υποχρεώσεις της αστικής κυβερνητικής διαχείρισης δεν επιτρέπουν τέτοιες πολυτέλειες και οι χθεσινές δηλώσεις του Υφυπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, του κ. Πελεγρίνη, μαρτυρούν για του λόγου το αληθές.
Βέβαια τι σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με τις λαϊκές ανάγκες, τη μόρφωση των παιδιών τους, τι σχέση έχουν με τις λαϊκές ανάγκες που προσδοκούν μάταια στον καπιταλισμό από την ανάπτυξη της επιστήμης και της έρευνας; Η απάντηση είναι απολύτως καμία. Αυτές οι ανάγκες, οι οποίες περιγράφονται και ικανοποιούνται κατά τη γνώμη μας μόνο από τη συνολική πολιτική πρόταση εξουσίας του ΚΚΕ, όπως εξειδικεύονται στην πρότασή του και για την παιδεία, μια πρόταση πυξίδα και όπλο στον αγώνα του λαϊκού κινήματος για τη ζωή που δικαιούται και που αξίζει τελικά ο λαός μας.      

ΘΕΟΔΩΡΑ ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σήμερα συζητάμε για το πόρισμα που περιλαμβάνει κάποια ενδιαφέροντα σημεία, αλλά και κάποια προβληματικά. Το βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι είναι υπερβολικά αόριστο και γενικόλογο, με αποτέλεσμα κανείς να μπορεί να συμφωνήσει και κάποιος μπορεί να διαφωνήσει. Έχει πάρα πολλά θετικά σημεία, αλλά ταυτοχρόνως και πάρα πολλά αρνητικά. Δηλαδή, θετικά μπορεί να πει ότι υπάρχει μια ευελιξία στα προγράμματα των σπουδών των πανεπιστημίων και μπορεί να τα αναπτύξει τουλάχιστον στατικά. Στο πλαίσιο αυτό, ως Ένωση Κεντρώων, προτείνουμε το πτυχίο να δείχνει κάτι πιο προσωπικό, δηλαδή να μπορεί κάθε φοιτητής,  τουλάχιστον δύο μαθήματα που τα θεωρεί υποχρεωτικά να τα αντικαταστήσει με άλλα δύο μαθήματα οπότε αυτά που θεωρεί ότι μπορεί να τον ευνοήσουν να τα λάβει υπόψη του η σχολή του και να τα κρατήσει καθώς και από τη δικιά του σχολή να διαλέξει κάποια άλλα και να τα συμψηφίσει. Με την ίδια λογική, να μπορεί ο φοιτητής να λαμβάνει ένα μέρος και να το εξειδικεύει. Ακούγεται κάπως πρωτότυπο αλλά θα σας εξηγήσω πως μπορεί να γίνει αυτό. Εμείς προτείνουμε να έχει ο φοιτητής μια διπλή εξειδίκευση.Μάλιστα, προκειμένου να γίνει το εξής βήμα, ίσως και αναδρομικά, ο φοιτητής, οι απόφοιτοι ενός τμήματος, μιας σχολής, π.χ., να μπορούν χωρίς να δώσουν κατατακτήριες, δίνοντας επιπλέον μαθήματα ενός άλλου τμήματος της ίδιας σχολής, να αποκτούν και μια δεύτερη εξειδίκευση. Τώρα θα μου πείτε, από την άλλη δεν μας βρίσκει σύμφωνους η μορφή μιας εξειδικευμένης κατεύθυνσης των φοιτητών σε άλλες σχολές που έχουν περισσότερο ενδιαφέρον σε αγορά εργασίας. Π.χ. σε σχολές της πληροφορικής, στη σελίδα 9 του πορίσματος. Θα σας ρωτήσω γιατί; Γιατί δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε τις σύγχρονες σχολές τεχνολογίας που δείχνουν τάση που τις προτιμούν τα νέα παιδιά. Μάλιστα, οι καθηγητές της πληροφορικής εκφράζουν ένα σταθερό παράπονο ότι υφίστανται μια μόνιμη υποβάθμιση τα μαθήματά τους και μάλιστα σε μια εποχή που παγκοσμίως βρίσκονται νέες τεχνολογίες, ειδικά στο Διαδίκτυο που υπάρχει μια συνεχόμενη εξέλιξη όλων αυτών των επιστημών και έχουν ένα επίκεντρο και όλο είναι περισσότερο λιγότερο αναχρονιστικό και το θεωρούμε ότι αυτοί οι καθηγητές θεωρούν ότι υποβαθμίζονται.
Θα σας εξηγήσω τώρα γιατί. Θεωρούν ότι είναι λανθασμένη η αύξηση των σχολών που είναι η εξέλιξή τους και όλοι οι φοιτητές, επειδή έχουν σπουδάσει κάτι διαφορετικό, θέλουν να πάνε σε αυτές τις σχολές και προσπαθούν από τη μια σχολή που έχουν σπουδάσει να πάνε στις μεγαλύτερης τεχνολογίας. Το ξέρω και από το γιό μου που σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων και μου λέει «Θα ήθελα να πάω πληροφορικής. Έκανα την ανοησία να σπουδάσω διοίκηση επιχειρήσεων, αλλά θα ήθελα να σπουδάσω πληροφορική.». Είναι τώρα το φαινόμενο της εποχής.
Εξάλλου προσπαθούν να στοχεύσουν στην αγορά εργασίας, αλλά τώρα αυτό είναι λίγο δύσκολο. Επομένως, είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν γραφεία στα πανεπιστήμια που να είναι για εύρεση εργασίας. Δηλαδή μέσα στα πανεπιστήμια, να λειτουργήσουν γραφεία ευρέσεως εργασίας που να κατευθύνονται οι επιχειρήσεις μέσα στα πανεπιστήμια και ήδη οι φοιτητές πλέον να μπορούν να απευθύνονται και οι φοιτητές, να ζητούν συμβουλές και ακόμη και οι ίδιοι να απευθύνονται και για να βρουν εργασία, αλλά και οι ίδιοι να κάνουν την επιχειρηματική τους προσπάθεια. Δηλαδή, έτσι και οι επιχειρήσεις να απευθύνονται προς τα πανεπιστήμια και οι ίδιοι οι φοιτητές να βρουν εργασία ή να κάνουν την επιχειρηματική τους προσπάθεια.
Τώρα, ως προς τα Τ.Ε.Ι., η κατάσταση είναι προβληματική και στα Τ.Ε.Ι.. Δηλαδή, το αποσιωπούμε αυτό το θέμα. Στα Τ.Ε.Ι. υπάρχει έλλειψη χρηματοδότησης και υποστελέχωσης και υποδομής και σας ερωτώ: Πώς μπορούμε να αξιολογήσουμε τα Τ.Ε.Ι., όταν μετέπειτα ή θα κλείσουν και θα κλείσουν πολλά τμήματα των Τ.Ε.Ι., τα οποία εδώ και δεκαετίες έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Κακά είναι τα ψέματα. Έχουν αφεθεί στην τύχη τους και στο έλεος του θεού, παρότι στατιστικά τα Τ.Ε.Ι. έχουν μεγαλύτερη απορρόφηση στην αγορά εργασίας σε σχέση με τα πανεπιστήμια. Σας το λέω εκ πείρας. Και φυσικά θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα τμήματα και στις σχολές που βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές, ειδικά της ελληνικής υπαίθρου και οι οποίες, δίνουν ουσιαστικά -τα Τ.Ε.Ι. της υπαίθρου- δίνουν ζωή στις τοπικές κοινωνίες.
Σε σχέση τώρα με τον τομέα της έρευνας και τεχνολογίας, πρέπει να ιδρυθεί ελληνικό ίδρυμα έρευνας και καινοτομίας, αλλά, χωρίς, όμως, να οριοθετείται τίποτα. Δηλαδή, δεν έχουμε οριοθετήσει τη νομική του μορφή κυρίως. Η ίδρυση αυτού του ιδρύματος θα μας δίνει τη λύση στο δεύτερο κεφάλαιο, το οποίο δεν μας δίνει την επαρκή χρηματοδότηση. Όταν δεν δίνετε καμία απολύτως απάντηση πως θα έχει χρηματοδότηση το ίδρυμα αυτό, μας δίνετε μόνο χρηματοδότηση μόνο στο ΕΣΠΑ. Δεν μας διευκρινίζετε πού θα βρει το ελληνικό ίδρυμα τη χρηματοδότηση εκτός από το ΕΣΠΑ. Δεν μας δίνετε τίποτε άλλο. Δεν μας δίνετε πού θα βρεθούν τα χρήματα, ποια έκταση, μας αφήνετε μετέωρο τελείως. Ούτε το περιεχόμενο ούτε η χρηματοδότηση. Κυρίως το βασικό του πρόβλημα. Η Κυβέρνηση δεν μας δίνει καμία ουσιαστική λύση. Απλώς επαφιόμεθα μάλλον στο ΕΣΠΑ.
 Ένα πράγμα θέλω να προτείνω, σαν Ένωση Κεντρώων. Η δημιουργία τώρα για τα μεταπτυχιακά. Εμείς προτείνουμε, δεν πρέπει να έχουμε αγγλόφωνα μεταπτυχιακά προγράμματα, να έχουμε τουλάχιστον κλασσική παιδεία, ιατρική, οικολογία, περιβάλλοντος, πολιτισμού, τουρισμού και ναυτιλίας, ώστε να έχουμε ξένους να προτιμούν τα μεταπτυχιακά μας, ώστε να αποκτήσουμε πόρους στα πανεπιστήμιά μας και να έχουμε και διαύλους επικοινωνίας;
Επίσης –σας μιλάω εκ πείρας- να υπάρχει μεταπτυχιακό διαπανεπιστημιακό, που να είναι δωρεάν για άτομα μέσα στην κρίση, όπως υπάρχει το μεταπτυχιακό –το είχα ξανααναφέρει- μεταξύ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Πειραιά και του Πολυτεχνείου που είναι τεχνοοικονομικά συστήματα, μεταξύ ηλεκτρολόγων μηχανολόγων και οικονομολόγων, που χρηματοδοτείται από εταιρείες και βιομηχανίες. Είναι δύο ετών το μεταπτυχιακό αυτό. Δίνουν εξετάσεις οι φοιτητές, περίπου δύο χιλιάδες και παίρνουν εκατό…Συμπερασματικά θέλω να σχολιάσω, ότι δεν υπάρχει καμία φοιτητική μέριμνα.
Η Ένωση Κεντρώων δεν θέλουμε να μείνουμε μόνο σε λόγια, αλλά, τουλάχιστον, για την τριτοβάθμια εκπαίδευση να προχωρήσουμε σε έργα.
Σας ευχαριστώ πολύ.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
Είναι ένα κείμενο εργασίας και με την έννοια αυτή είναι πολύ λειτουργικό, γιατί δίνει την ευκαιρία στα μέλη της Επιτροπής να αναπτύξουν, χωρίς ισχυρούς περιορισμούς, τη σκέψη τους και την κριτική τους.
Εξάλλου, η τριτοβάθμια εκπαίδευση ή το πεδίο της διασύνδεσης ανάμεσα στην έρευνα και την εκπαίδευση, που προσπαθεί να ορίσει αυτό το κείμενο, προσφέρει άπειρο χώρο για να μπορέσει να υπάρξει μια ιδεολογική επιτέλεση και να μπορέσουν να εκφραστούν οι διάφορες ιδεολογικές παράμετροι που συγκροτούν την ελληνική πολιτική σκηνή.
Με αυτή την έννοια, λοιπόν, είναι ένα πολύ ανοιχτό κείμενο, κείμενο εργασίας, που μπορεί να μας επιτρέψει να δουλέψουμε.
Η βασική του σύλληψη είναι η προσπάθεια σύστασης ενός ζωτικού χώρου ανάμεσα στα ερευνητικά κέντρα, τις πανεπιστημιακές δομές και την κοινωνία.
Αυτός ο ζωτικός χώρος επιβάλλεται κατ' αρχήν για λόγους συνθήκης. Η ελληνική συνθήκη, η οικονομική συνθήκη επιβάλλει την εκμετάλλευση όλων των πνευματικών πόρων και κατά κάποιο τρόπο αυτός ο χώρος που εισηγείται το κείμενο είναι ένα είδος διά πνευματικού χώρου, που θα μεταβάλει και θα συνθέσει την έρευνα με την εκπαίδευση, την εκπαίδευση με την έρευνα και θα αναδείξει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά στοιχεία, που ενυπάρχουν και στα δύο πεδία.
Σωστά εντοπίζει την ποιότητα και την ουσία της έρευνας και μάλλον προσπαθεί να υπερβεί τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις σε εμπορική και μη εμπορική, σε ανταποδοτική και μη ανταποδοτική.
Εξάλλου, το έχουμε ξανασυζητήσει, ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με χαμηλό επίπεδο παραγωγής, άρα η έρευνα που παραγγέλνει και μπορεί να αφομοιώσει δεν είναι υψηλού επιπέδου.
Η ελληνική παραγωγική συνθήκη δεν μπορεί να αφομοιώσει, λόγω της δομικής αδυναμίας της, υψηλού επιπέδου έρευνα.
Το δεύτερο που θέλω να εντοπίσω και το έχω επισημάνει ξανά είναι, ότι η ίδια η έρευνα είναι παραγωγική διαδικασία και γεγονός που εμπλουτίζει την ελληνική παραγωγή.
Τώρα, πού εμποδίζεται η πρόθεση του κειμένου;
Εμποδίζεται ή έχει να επιλύσει τις οργανωσιακές λύσεις που έχουν δοθεί, δηλαδή, έχουμε δομημένα  εκπαιδευτικά ιδρύματα και δομημένα ερευνητικά κέντρα.
Έχουμε, δηλαδή, δομές, που έχουν κανονιστικά πλαίσια, διοικητικό σύστημα, προσωπικότητες, προφίλ διδασκόντων και ερευνητών και αυτά πρέπει να ενοποιηθούν, εάν θέλουμε να κάνουμε μια πιο οργανική διασύνδεση, ωράρια και διάφορα κανονιστικά πλαίσια, τα οποία είναι μπροστά μας και πρέπει να επιλυθούν, ώστε να γίνει πιο ευρύχωρη και ευλύγιστη η επαφή των δύο πεδίων, ερευνητικού και εκπαιδευτικού.
Επίσης, αυτή η ανάγκη αναδιατάσσει και τα ερευνητικά πρωτόκολλα. Π.χ. έχω ένα ερευνητικό πλαίσιο, που αφορά τη μοριακή βιολογία και τους γενετιστές, αλλά από την άλλη πλευρά έχω μια αρχιτεκτονική διερώτηση, δηλαδή, μια έρευνα που αφορά το δομημένο χώρο, με διπλωματικές, περιεχόμενα μεταπτυχιακών κ.λπ., που αποτελούν ερευνητικό απόθεμα, απλώς πιθανόν να μην είναι ταξινομημένο ως το ευκόλως εννοούμενο ερευνητικό γεγονός.
Αυτή η αλλαγή πρωτοκόλλων στο εσωτερικό του ερευνητικού corpus είναι αναγκαία. Αυτό που εννοούμε ως έρευνα είναι κάτι πολύ ευρύτερο από αυτό, που κατηγοριοποιείται ως τέτοια και αυτό συναρτάται και με το γεγονός αυτής της πολύ εύστοχης ελευθερίας, που εισηγείται το κείμενο ανάμεσα σε ανταποδοτική εμπορική και μη εμπορική.
Θα προσπαθήσω να αναφέρω ορισμένες σημειώσεις πολύ σύντομα κατά κεφάλαιο.
Δεν θα προτιμούσα τον όρο «γεωγραφική διάσπαση», αλλά θα έλεγα τον όρο «γεωγραφική διασπορά», γιατί ούτως ή άλλως υπάρχουν πανεπιστήμια, που έχουν μια εσωτερική διασπορά, έχουμε επιλέξει τρόπους διασύνδεσης, όπως το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και είναι κοινός τόπος για αυτά η διαδικτυακή διασταύρωση αντικειμένων διδακτικών συμβάντων.
Με αυτή, λοιπόν, την έννοια συντελείται - δεν έχει θεσμιστεί – το είπε και ο κ Μαυρωτάς προηγουμένως, δηλαδή, συμβαίνει η ανταλλαγή χωρίς να έχει θεσμιστεί και μπορούμε να το δούμε.
Σχετικά με το δομικά χαμηλό παραγωγικό επίπεδο της χώρας μας που, δυστυχώς, δημιουργεί ανάσχεση, αλλά και συγχρόνως ελευθερία για τα ερευνητικά ζητούμενα, το έχω εντοπίσει και θα έλεγα, ότι η ευρωπαϊκή πολιτική για την έρευνα παρεμβαίνει μονοδιάστατα προσανατολισμένη σε μεγάλα σχήματα, τα οποία αντιδικούν με  την ίδια τη φύση της ελληνικής οικονομίας, της ελληνικής παραγωγής, αλλά και του ελληνικού υποδείγματος.
Το ελληνικό υπόδειγμα έχει μικρούς άτυπους κώδικες και αυτή την πολυμέρεια πρέπει να την πάρουμε. Επομένως, δεν μπορούμε να κάνουμε εγκατάσταση προτύπου.
Μου είναι αντιπαθής η χρήση υπερθετικού βαθμού, όπως βελτιστοποίηση κ.λπ., γιατί θεωρώ, ότι έχει έναν επιδοσιακό χαρακτήρα, που δεν νομίζω, ότι ταιριάζει στο ίδιο το ερευνητικό ζητούμενο, στη συγκυρία.
Θα ήθελα να δούμε λίγο περισσότερο σχολαστικά τις θεσμίσεις, το θεσμικό πλαίσιο, όπου εντοπίστηκαν απ' όλους ανασφάλειες και από τα Τ.Ε.Ι. και από άλλα γνωστικά αντικείμενα.
Εκείνο που θέλω είναι, να συναρτούμε την κρίσιμη μάζα - άλλος στρατηγικός όρος, που μεταχειρίζεται το κείμενο - με το είδος του αντικειμένου.
Το γνωστικό αντικείμενο συστήνει διαφορετική κρίσιμη μάζα.
Επίσης, να δούμε τα συμπρακτικά σχήματα με μεγαλύτερη σχολαστικότητα, παρόλο που σήμερα δεν μας επιτρέπει ο χρόνος και ο τύπος της συζήτησης.
Τη δουλειά πάνω στον τύπο συμπρακτικών σχημάτων, κύριε Πρόεδρε, το βλέπω σαν μια προσυζήτηση, προδιερεύνηση, όπου θα βρούμε ενδιαφέρουσες δυνατότητες.
Νομίζω, λοιπόν, ότι μπορούμε να δουλέψουμε πιο συγκεκριμένα και πιο επιχειρησιακά πάνω στην οργανωτικά δομημένη πραγματικότητα.Για την διαδικτυακή σύνδεση, το virtual συντελείται ούτως ή άλλως και μπορούμε να το αναπτύξουμε θεσμικά.
Ένα σημείο με το οποίο εγώ θα διαφωνήσω ή, εν πάση περιπτώσει, είμαι επιφυλακτικός, είναι το ανακαλύπτω το αντικείμενό μου, δεν με εκφράζει και μετακινούμαι. Η μετακίνηση των φοιτητών ανάμεσα σε αντικείμενα. Ενυπήρχε αυτό, κατά τη γνώμη μου, αδύνατο σημείο στον προηγούμενο νόμο για την Τριτοβάθμια, προσέξτε: Όταν έχουμε ιεραρχήσεις του τύπου ποιο πανεπιστήμιο είναι κοντά στο σπίτι μου, δηλαδή όταν έχω αυτού του τύπου την ιεράρχηση, πόσο σε κενό πεδίο, σε ελεύθερο πεδίο και επιτρεπτικό πεδίο μπορεί κανείς να αναπτύξει αυτό που λέτε, βρίσκω αντικείμενο που δε μου ταιριάζει και μετακινούμαι σ’ ένα άλλο αντικείμενο.
Επίσης, όταν έχω περιφερειακά πανεπιστήμια, τα οποία εκτός από θέση, εκτός από αντικείμενο είναι και πολιτιστικός και κοινωνικός χώρος, δομημένος και στρατηγικά πια  διαμορφωμένος, πόσο αστόχαστα μπορούμε ν’ αφήσουμε μια υπερμετακίνηση και ευλυγισία; Νομίζω ότι αυτό το κομμάτι πρέπει να το δούμε και να το συνθέσουμε με την ιδιοτυπία της χώρας μας και με τη νησιοτικότητα, με τη διασπορά της, με τον απόκρημνο χαρακτήρα που έχει ως επικράτεια.
Τελειώνοντας, θα επιμείνω ότι πρέπει να δούμε τα υποδείγματα καλής πρακτικής, το γερμανικό παράδειγμα, χωρίς να κάνουμε εύκολες μεταθέσεις και εγκαταστάσεις στη δική μας περίπτωση, αλλά, νομίζω, ότι αυτό το κομμάτι όπου ερευνητικά κέντρα, πανεπιστημιακές δομές και κοινωνικές μορφοποιήσεις, δηλαδή κοινωνικές οργανώσεις, οι τοπικές κοινωνίες, νομίζω ότι σ' αυτό το κομμάτι πρέπει να ανασυστήσουμε μια νέα ζωτικότητα και μ’ αυτή την έννοια το κείμενο προσφέρει πολύ μεγάλες δυνατότητες για εργασία και στοχασμό.
    
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΟΥΖΙΝΑΣ:
Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κατ' αρχάς να συγχαρώ εσάς και τους συνεργάτες σας για ένα κείμενο που είναι αρκετά, νομίζω, συνοπτικό κι έχει βάλει σε μια κοινή κατεύθυνση πολλές ιδέες και προτάσεις που έχουν γίνει και από τη συμπολίτευση και από την αντιπολίτευση κι εδώ θα ήθελα ν’ αναφερθώ συγκεκριμένα στον κ. Μαυρωτά, ο οποίος , ως ο μόνος πανεπιστημιακός που μίλησε μέχρι στιγμής από την αντιπολίτευση, νομίζω είχε πάρα πολύ δίκιο σε πολλά που είπε και επίσης να του ζητήσω συγνώμη για την παρέμβαση που έκανα όταν αναφέρθηκε στο ……………
Αντίστοιχα να συγχαρώ και τον κ. Λιάκο για την δική του Επιτροπή, η οποία αποτελείται, απ' ό,τι ξέρουμε, από εκλεκτούς συναδέλφους και πανεπιστημιακούς και εκπαιδευτικούς γενικότερα και η οποία και αυτή έφτασε σε μια σειρά συμπερασμάτων εξαιρετικά ενδιαφέροντα.
Νομίζω αυτή τη στιγμή, πάντως, έφτασε η ώρα να σταματήσουν οι δημόσιες δηλώσεις απ' όλους τους παράγοντες και να μπούμε στη δουλειά. Διότι, είναι πολύ ωραίο να έχουμε αυτά τα δύο πορίσματα, από την άλλη πλευρά είναι δουλειά μιας κυβέρνησης να κυβερνά, δηλαδή να προετοιμάζει κάποιες νομοθετικές παρεμβάσεις, άμεσες πιθανόν, στο άμεσο μέλλον και κάπως εμβαλωματικές, αλλά, βέβαια, γενικότερα την αλλαγή αυτή του συνολικού συστήματος της παιδείας σε όλες τις βαθμίδες, το οποίο είναι προφανές κι εγώ τώρα το είδα τόσο λεπτομερώς για πρώτη φορά, ότι έχει δημιουργηθεί με έναν αναρχικό τρόπο, χωρίς μια λογική ενός κεντρικού προγραμματισμού. Αυτό που λέμε τώρα για την εθνική στρατηγική έρευνας ή την γενικότερη εθνική στρατηγική παιδείας.
Τώρα να πάω σε συγκεκριμένα πράγματα, διότι βέβαια είναι δυνατόν κανείς να λέει πολλά γενικά, αλλά πρέπει να μπούμε και στη λογική των πιο συγκεκριμένων προτάσεων.
Αυτό που λείπει για μένα, το έχω πει και στο παρελθόν, είναι ότι στην αρχή και των δύο πορισμάτων θα έπρεπε να υπάρχει μια δήλωση των γενικών αξιών, του οράματος για το νέο σύστημα παιδείας στην Ελλάδα, το οποίο και με τις άλλες παρεμβάσεις και γενικότερα με το μακροπρόθεσμο προγραμματισμό θα πρέπει αυτή η κυβέρνηση να υλοποιήσει.
Θα έβαζα μόνο δύο βασικές αρχές, για να προχωρήσω πιο συγκεκριμένα. Η πρώτη είναι ότι και σε αντίθεση με μερικά που ακούσαμε πριν, η έρευνα και το πανεπιστήμιο δεν είναι απλώς μηχανές ανάπτυξης, δεν είναι απλά εργαλεία της οικονομικής πολιτικής μιας χώρας. Ο κ. Φωτάκης το λέει επανειλημμένως, καλό είναι να το δούμε και γραπτώς. Ότι από τη μια πλευρά το πανεπιστήμιο προετοιμάζει τον κόσμο να πάει στη δουλειά, στην κοινωνία, στις εργασιακές σχέσεις, να ενταχθεί δηλαδή στον καταμερισμό της εργασίας, επίσης η έρευνα βοηθάει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά ως ζώον πολιτικό εμείς οι άνθρωποι ζούμε με έννοιες, με αξίες και με τη γλώσσα.
Εάν χάσουμε, λοιπόν, αυτό το πράγμα από την παιδεία μας και την έρευνά μας με την υπερβολική σημασία που δίνεται και οικονομικά αλλά και γενικότερα στην οικονομική συμμετοχή του πανεπιστημίου και της έρευνας στην ανάπτυξη, τότε νομίζω θα φτωχύνουμε ακόμη περισσότερο και ως χώρα. Δηλαδή, αυτά που λέγαμε για τις ανθρωπιστικές σπουδές είναι εξαιρετικά σημαντικά και ακόμη και στους άλλους χώρους των ερευνών, αυτή η πλευρά των αξιών, της ιστορικής εγρήγορσης, της σημασίας στις ιδέες είναι εξαιρετικά σημαντική.
Το δεύτερο που θα έλεγα, χωρίς να επιμείνω, είναι ότι, νομίζω, προμετωπίδα κάθε νέου συστήματος θα πρέπει να είναι η ενίσχυση της αυτοδιοίκησης, της αυτονομίας όλων των μονάδων, κυρίως για τα πανεπιστήμια τα οποία θέλω να μιλήσω και, βέβαια, αυτοδιοίκηση και αυτονομία σημαίνει κυρίως οικονομική αυτονομία και αυτοδιοίκηση, το έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν, να μην επιμείνω, αλλά νομίζω είναι σημαντικά πράγματα και δεν έχουν μπει εδώ.
Μιλώντας για τον ενιαίο χώρο και, πραγματικά, νομίζω ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να μπούμε σ’ αυτή τη λογική του ενιαίου χώρου παιδείας και έρευνας, γιατί είναι κάτι τελείως απαραίτητο για να μπορέσει να υπηρετήσει ένας νέος νόμος πλαίσιο αυτές τις αξίες και αρχές τις οποίες επιθυμούμε.
Λοιπόν, σε σχέση με τα Τ.Ε.Ι.: Διαβάζω εδώ τι λέει το πόρισμα, με την πιθανή ύπαρξη τριών διαφορετικών κατηγοριών Τ.Ε.Ι., κάποια από τα οποία είναι ισοδύναμα με πανεπιστημιακές μονάδες, κάποια άλλα τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν μέσα σε μια διαδικασία, κάποια τρίτα που έχουν περισσότερο σχέση με δεξιότητες και είναι περισσότερο στη λογική της επαγγελματικής κατεύθυνσης.
Δεν μπορώ να κρίνω, φαντάζομαι ότι έχουν δίκαιο οι συνάδελφοι οι οποίοι έγραψαν αυτά τα πράγματα. Θα χρησιμοποιούσα, όμως, μια εμπειρία που έχω από τη Μ. Βρετανία, όπου όσο υπήρχαν polytechnics μέχρι τη δεκαετία του 1990 στην Αγγλία, υπήρχε ένας εθνικός οργανισμός που λεγόταν CNAA, The Council for National Academic Awards, μια εθνική επιτροπή, η δουλειά της οποίας ήταν ακριβώς να πιστοποιεί ότι τα polytechnics αυτά είχαν ότι χρειάζεται για να είναι το επίπεδό τους πανεπιστημιακό. Η λογική τους, δηλαδή, ήταν να μπορούν να πιστοποιούν ότι ένα πτυχίο λίαν καλώς από ένα polytechnic ήταν περίπου το ίδιο με το λίαν καλώς που έπαιρνε κάποιος από ένα πανεπιστήμιο. Υπήρχε μια συγκρισιμότητα.
Για να γίνει αυτό υπήρχαν μια σειρά από κριτήρια, κριτήρια για το τι σημαίνει να έχεις μια μονάδα που είναι πανεπιστημιακού επιπέδου. Αυτά τα κριτήρια είχαν σχέση π.χ. με το λόγο ανάμεσα στο ΔΕΠ και τους φοιτητές, ο οποίος θα έπρεπε να ήταν 1 στους 30. Είχαν σχέση με τη βιβλιοθήκη, εάν υπήρχαν κατάλληλες βιβλιοθήκες που κάλυπταν τα αντικείμενα που δίδασκε το polytechnic. Είχαν σχέση με αυτό που θα λέγαμε εμείς υλικοτεχνική υποδομή.Μια Ανεξάρτητη Αρχή, που αποτελείται στη πλειοψηφία της από ακαδημαϊκούς, τους οποίους είχε επιλέξει εν μέρει το Υπουργείο, εν μέρει το συναφή, δηλαδή, η ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία είχε βάλει τα κριτήρια αυτά εκ των προτέρων σε δημόσια συζήτηση και είχαν γίνει αποδεκτά και βάσει αυτών αποφάσιζε κατά πόσον ένα Polytechnic , ήταν δυνατόν να δίνει πτυχία που θα λέγονταν πανεπιστημιακά και, βέβαια, στη πορεία μεταμορφώθηκαν και έγιναν Πανεπιστήμια.
Το πρώτο που ήθελα να πω εδώ είναι, ότι πρέπει να εξασφαλιστεί η οποιαδήποτε τέτοια επισημοποίηση αυτής της τριμερούς διάκρισης, που γίνονται σήμερα στα πορίσματα από το Υπουργείο, αν γίνει, αν προχωρήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει να γίνει με ένα τρόπο, ο οποίος θα είναι απολύτως διαφανής.
Για να είναι, όμως, απολύτως διαφανής, θα πρέπει, ακριβώς, να πιστοποιηθεί από μια Ανεξάρτητη Αρχή και όχι από το Υπουργείο, από τον οποιονδήποτε Υπουργό, αλλά από ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι έχουν αυτή τη γνώση χρησιμοποιώντας και τα ξένα παραδείγματα κ.λπ..
Το δεύτερο είναι η κινητικότητα και οι μεταγραφές.
Νομίζω ότι η κινητικότητα, παρότι κάνατε μια διευκρίνιση σε σχέση με αυτά που είπε ο κ. Σεβαστάκης, ήδη, νομίζω, ότι οι μεταγραφές στα ελληνικά πανεπιστήμια, είναι ένα εξαιρετικά προβληματικό πράγμα και το βλέπουμε κάθε χρόνο, οποτεδήποτε μπαίνει το θέμα των μεταγραφών, αμέσως γίνονται θέματα στις εφημερίδες κ.λπ..
Προφανώς, μπορεί να υπάρχουν σοβαροί κοινωνικοί λόγοι, γιατί να υπάρχουν μετεγγραφές, αλλά νομίζω, ότι γενικά αυτό το πράγμα, δηλαδή, οι μεταγραφές και μία κινητικότητα, η οποία έχει γίνει με τον ίδιο άναρχο τρόπο, ότι κάποιος - μας είπε η κυρία Μεγαλοοικονόμου - τελείωσε το ένα πτυχίο και μετά θέλει να κάνει και ένα άλλο, διότι έγινε πια της μόδας.
Αυτά τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν και γενικά νομίζω, ότι η κινητικότητα και οι μεταγραφές πρέπει και αυτές να μπούνε σε μια σοβαρή εξέταση και οι μεταγραφές που έχουμε, ήδη, σε μια σοβαρή εξέταση για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πάλι ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται αυτό το πράγμα και όχι απλώς οποιοσδήποτε, που του ήρθε στο μυαλό, ότι θέλει  να αποκτήσει και κάποιες άλλες δεξιότητες, γιατί τώρα η αγορά αυτές ζητάει, να το κάνει.
Από την άλλη πλευρά, όμως, τα κοινά πτυχία τα Joined Degrees, τα Joined May Use   κ.λπ. απολύτως απαντούν στην ανάγκη, που υπάρχει σήμερα σε όλους τους χώρους γι' αυτό που λέμε διεπιστημονικότητα. Δηλαδή, σήμερα η λογική, ότι μαθαίνεις μόνο έναν αυστηρά περικλεισμένο χώρο, ένα γνωστικό αντικείμενο και είναι αυτό το μόνο, το οποίο θα έχεις στην υπόλοιπη ζωή σου, είναι κάτι το οποίο το έχει ξεπεράσει η πράξη.
Με αυτή την έννοια, θα προτιμούσα πάλι να εξεταστεί με πολύ συγκεκριμένο τρόπο και από ανάλογες Επιτροπές ειδημόνων και όχι απλώς από τους Υπουργούς και τους βοηθούς τους, η δυνατότητα να προχωρήσουμε σε διεπιστημονικά Joined Degrees, έτσι ώστε να βοηθηθεί η δημιουργία.
Αγαπητοί συνάδελφοι, τα γνωστικά αντικείμενα σε τελική ανάλυση δεν προϋπάρχουν, αλλά γίνονται.
Για παράδειγμα, υπάρχουν τα κλασικά, όπως το Πανεπιστήμιο του Humboldt του 19ου αιώνα. Αυτά τα έχουμε εμείς ακόμα εδώ, αλλά τα νέα γνωστικά αντικείμενα δημιουργούνται, ακριβώς, μέσα από τις συνέργειες και τις συμπλεύσεις, οι οποίες γίνονται στη πράξη, είτε στη πανεπιστημιακή και ερευνητική πράξη, είτε ακόμα και στην επιχειρηματική και κοινωνική.
Επομένως, αυτό είναι σημαντικό.
Να τελειώσω με κάτι το οποίο δεν το είδα καθόλου και το οποίο δείχνει, νομίζω την έλλειψη της ενημέρωσης από το εξωτερικό.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή σε όλη τη δυτική Ευρώπη και την Αμερική, είναι το λεγόμενο Open Access Policy.
Αυτή η στιγμή περνάει στην Αγγλία ένα νέο νομοσχέδιο το Open Access Research Bill και χονδρικά για να το καταλάβουμε, γιατί αυτό θα αλλάξει συνολικά το τρόπο με τον οποίο οι πανεπιστημιακοί κάνουν τη δουλειά τους και την έρευνα, αυτό το οποίο  περιμένετε τώρα σε όλο τον κόσμο, όπου ξεκίνησε στην Αγγλία και προχωρά στην Αμερική είναι: Ότι οποιοσδήποτε δημοσιεύει την έρευνά του, είτε ένα άρθρο, είτε τα αποτελέσματα της έρευνάς του, τα οποία τα έκανε όντας πανεπιστημιακός, αυτό πρέπει να είναι ανοικτό σε όλο τον κόσμο για να το διαβάζει.
Δεδομένου, όμως, ότι αυτά δημοσιεύονται σε περιοδικά, μεταξύ των οποίων στις θετικές επιστήμες είναι εξαιρετικά ακριβά αυτά τα περιοδικά, φτιάχνεται ένα ολόκληρο νέο θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο τα πανεπιστήμια θα πληρώνουν τα περιοδικά, έτσι ώστε, εγώ που είμαι στο τάδε Πανεπιστήμιο ή δείνα, να μπορώ να δημοσιεύω το έργο μου σε open access.
Αυτό αλλάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο η έρευνα και οι δημοσιεύσεις λειτουργούσαν μέχρι σήμερα, διότι όπως ξέρουμε εμείς οι πανεπιστημιακοί δεν πληρώναμε για να γράψουμε ένα άρθρο στο Nature  ή στο … Journal.
Αυτό έχει, ήδη αρχίσει, λοιπόν, να αλλάζει, αλλά θα αλλάξει ριζικά τα επόμενα δύο χρόνια και επομένως πρέπει να μπει αμέσως στη λογική οποιασδήποτε αλλαγής, που θα γινόταν στο συνολικό νόμο - πλαίσιο, διότι θα επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο κάνουμε τη δουλειά μας.
Επομένως, χρειάζεται καλή δουλειά, λίγα λόγια και πολύ δουλειά από δω και προς και ελπίζω, ότι αυτή η συζήτηση θα συνεχίσει, γιατί είναι τόσο πολλά τα θέματα,  που ο καθένας έπιασε αυτό που θεωρούσε ως προτεραιότητα αυτή τη στιγμή, αλλά είναι πολύ περισσότερα και πρέπει να συνεχίσουμε να τα συζητάμε.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Δουζίνα και, κυρίως, για τη τελευταία επισήμανσή σας για το Open access. Όντως είναι μια παράλειψη του κείμενου και αυτό δεν είναι μόνο οργανωτικό - οικονομικό που είναι, αλλά είναι και ένα θέμα συνείδησης, που πρέπει να καλλιεργηθεί και το σημειώνω.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΥΡΩΤΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, αυτό δεν ρυθμίζεται κεντρικά, αλλά είναι περισσότερο θέμα των πανεπιστημίων.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Όχι, θα μπορούσε το ΕΚΤ, π.χ. να συντονίσει μια τέτοια ….
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΥΡΩΤΑΣ: Όπως έκανε το Hill Link, δηλαδή;
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Ακριβώς.
Θα μπορούσε, δηλαδή, γιατί υπάρχουν και στο εξωτερικό.
Επειδή είναι μια κουβέντα, που αρχίζει …..
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΥΡΩΤΑΣ: Να παίξει ένα συντονιστικό ρόλο και όχι να παίξει ένα ρόλο πατερναλιστικό το κράτος από πάνω.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Ακριβώς ή θα μπορούσε να γίνει και μέσα από την Europeana. Ενδεχομένως, δηλαδή, θα πρέπει να βρούμε τρόπους, ώστε αυτό σιγά - σιγά να καθιερώνεται για πάρα πολλούς λόγους.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΟΥΖΙΝΑΣ: Να προσθέσω, όμως, ότι ακριβώς αυτή τη στιγμή στη Βρετανία, το βασικό θέμα που συζητιέται στα πανεπιστήμια είναι το Open Access Research Bill. Είναι ένα νομοσχέδιο, το οποίο αυτή τη στιγμή συζητείται και γιατί παρεμβαίνει η Κυβέρνηση; Διότι, τα πανεπιστήμια και οι εκδοτικοί οίκοι δεν μπόρεσαν να τα βρουν, διότι αυτή ήταν η αρχική λογική, ότι θα πήγαιναν οι εκδότες των περιοδικών στα πανεπιστήμια και θα τα έβρισκαν.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΥΡΩΤΑΣ: ……
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΟΥΖΙΝΑΣ: Επειδή, όμως, δεν μπορούν να τα βρουν, αλλά αυτή η πολιτική έχει περάσει σαν γενική άποψη, προχωρούν σε νομοθεσία.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Εδώ μπορεί οι εκδότες με τα πανεπιστήμια να έχουν καλύτερη συνεργασία και το ελπίζει κανείς.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΑΤΣΑΒΡΙΑ: Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κατ' αρχάς, θα ήθελα να συγχαρώ εσάς και τους συνεργάτες σας.
Αποδέχομαι εκ των προτέρων τον ορισμό που έχει υιοθετήσει η Επιτροπή του Πορίσματος για τον Ενιαίο Χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, τον οποίο πολύ παραστατικά αποδίδει ο κ. Δημοσθένης Σταμάτης, ο Καθηγητής του Τμήματος Πληροφορικής του Αλεξάνδρειου Τεχνολογικού Ιδρύματος Θεσσαλονίκης, ως το κέντρου βάρους του ισόπλευρου τρίγωνου που σχηματίζεται από τα Πανεπιστήμια, τα Τ.Ε.Ι. και τα Ερευνητικά Κέντρα και στο οποίο θα μπορούν να συγκεντρώνονται όλες οι κοινές τους προσπάθειες και συνέργειες.
Τώρα, θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το θέμα του Ενιαίου Χώρου, αξιοποιώντας τις εκπαιδευτικές και ερευνητικές δομές της Θεσσαλίας και ειδικότερα της Καρδίτσας, δηλαδή, το Πανεπιστήμιο και το Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας με τις Επιτροπές Ερευνών τους και το Εθνικό Κέντρο Ποιοτικού Ελέγχου Ταξινόμησης και Τυποποίησης Βάμβακος.
Το βαμβάκι, είναι το κύριο αγροτικό προϊόν της Καρδίτσας και της Θεσσαλίας γενικότερα με εκτατική εκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων και κατά συνέπεια πάρα πολλούς βαμβακοπαραγωγούς.
Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας διαθέτει το τμήμα Γεωπονίας, Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος.
Το Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας, διαθέτει τη Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας και Τεχνολογίας Τροφίμων και Διατροφής.
Το Εθνικό Κέντρο Βάμβακος, που λειτουργεί στην Καρδίτσα, διαθέτει το μοναδικό διαπιστευμένο εργαστήριο από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης με ISO 17025, για την πιστοποίηση της ποιότητας του ελληνικού βαμβακιού, έχει αναπτύξει πολλές δραστηριότητες εντός και εκτός της χώρας, συμμετέχει σε διεθνείς εργαστηριακούς ελέγχους roundtest, που διοργανώνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στη Βρέμη της Γερμανίας, με πολύ καλή κατάταξη.
Είναι ο μοναδικός φορέας, που έχει παραμείνει ασχολείται με τον τομέα βάμβακος, με έμφαση στη ποιότητα του προϊόντος.
Η γνώση και η έρευνα που παράγεται από το Κέντρο αυτό, είναι σπάνια και, δυστυχώς, δεν είναι ευρέως διαδεδομένη στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και, μάλιστα, ούτε σε αυτά της Θεσσαλίας.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι το Εθνικό Κέντρο Βάμβακος  μπορεί να συνδεθεί στο πλαίσιο του Ενιαίου Χώρου με τα Γεωπονικά Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι. της χώρας, για την πραγματοποίηση πτυχιακών μελετών, μεταπτυχιακών σπουδών, διδακτορικών διατριβών, καθώς και ερευνητικών προγραμμάτων των Επιτροπών Ερευνών τους σε θέματα βελτίωσης της ποιότητας και  ανταγωνιστικότητας του προϊόντος.Η σημασία μιας τέτοιας συνεργασίας και συνέργειας, είναι προφανής, καθώς σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, αποτελεί την προϋπόθεση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, την ανάπτυξη, τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων απασχόλησης και την αύξηση τόσο του ΑΕΠ  όσο και του οικογενειακού αγροτικού εισοδήματος .
 Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.  Αυτό είναι ίσως  ένα από τα καλά παραδείγματα, αρκεί να το «αγκαλιάσουν» η εκπαιδευτική και η ερευνητική κοινότητα, οι σύλλογοι και φορείς των αγροτών και η πολιτική ηγεσία  όλων των επιπέδων.  
Ένα κακό παράδειγμα ωστόσο,  και δεν το αναφέρω με τοπικιστική διάθεση,  είναι αυτό του Τμήματος Δασοπονίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος του Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας.  Η μεταφορά του στην Ευρυτανία σε εφαρμογή του σχεδίου «Αθηνά», αποτελεί κραυγαλέα επιβεβαίωση του πορίσματος, καθώς δεν υπακούει σε καμία ακαδημαϊκή, οικονομική, ούτε και δημοσιονομική λογική. Είναι απλώς ένα ρουσφέτι της προηγούμενης κυβέρνησης που οδηγεί με βεβαιότητα το συγκεκριμένο και από πολλές πλευρές κρίσιμο Τμήμα, σε κλείσιμο.
Κυρία Υπουργέ, απαντώντας σε σχετική Επίκαιρη Ερώτηση μου, είχατε δεσμευθεί ότι θα αντιμετωπιστεί το ζήτημα στο πλαίσιο του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου. Το περιμένει η διοίκηση του Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας, οι σπουδαστές, οι καθηγητές και η τοπική κοινωνία και είμαι βέβαιη ότι θα το κάνετε.
Κύριε Πρόεδρε, επιτρέψτε μου να κλείσω με μια παραίνεση. Η στρατηγική της Λισσαβόνας και η Διακήρυξη της Μπολόνιας, προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις αλλαγές που συντελούνται πανευρωπαϊκά στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, με σκοπό να καταστήσουν την Ευρώπη ως την πλέον ανταγωνιστική δύναμη στον κόσμο. Πρόκειται, δηλαδή, για επιλογές με κυρίαρχο τον οικονομικό χαρακτήρα. Επιπρόσθετα η GAΤΤ, η περίφημη Γενική Συμφωνία Δασμών, Εμπορίου και Υπηρεσιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, περιλαμβάνει πλέον την Ανώτατη Εκπαίδευση ως εμπορεύσιμη υπηρεσία, την οποία διεκδικούν να προσφέρουν κατά κύριο λόγο η μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία.
Αυτά τα δεδομένα, καταδεικνύουν ότι η θέση και τα βιολογικά θεμέλια της Ανώτατης Εκπαίδευσης και της επιστημονικής έρευνας αμφισβητούνται και απειλούνται από τις ισοπεδωτικές δυνάμεις της αγοράς. Έχω την πεποίθηση ότι το χρέος της αναζήτησης της νέας ιδεολογικής και θεσμικής ταυτότητας και του νέου ρόλου της Ανώτατης εκπαίδευσης, που δεν μπορεί και δεν πρέπει να έχει μονοσήμαντα οικονομικά χαρακτηριστικά, ανήκει πρωταρχικά στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Ο κόσμος της επιστήμης και της διανόησης οφείλει να αναδείξει την πνευματική του αποστολή, αλλά και τον ουσιαστικό πολιτικό του ρόλο. Αλλά και ο κόσμος της πολιτικής, της γνήσιας προοδευτικής πολιτικής, οφείλει να εμπνεύσει, να εμψυχώσει, να αναδείξει και να προστατεύσει την ακαδημαϊκή κοινότητα στον αγώνα της να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών με κέντρο τον άνθρωπο.
Σας ευχαριστώ.

ΕΛΕΝΗ ΑΥΛΩΝΙΤΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, διαπιστώνω ότι γίνεται ένας ουσιαστικός διάλογος για το μείζον θέμα της Παιδείας στη χώρα μας, εξετάζοντας στην σημερινή συνεδρίαση το θέμα, σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του ενιαίου χώρου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας.
Δυστυχώς, διάφοροι συνάδελφοί της αντιπολίτευσης, από όσο άκουσα δεν αναφέρονται επί του θέματος. Υπάρχει ένα κείμενο που μας έχει μοιραστεί και προφανώς, υπάρχουν κάποια άλλα πράγματα στο μυαλό τους εκ προοιμίου. Όλα αυτά, όμως, έχουν ως αποτέλεσμα να στερείται αυτός ο διάλογος τον εμπλουτισμό από μια ενδεχόμενη δημιουργική σκέψη που θα μπορούσαν να έχουν.
Διαπιστώνω, επίσης, ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση, η Ν.Δ. απουσιάζει από αυτόν τον διάλογο. Έχει δηλώσει, άλλωστε, ότι δεν πρόκειται να μετάσχει και δεν με εκπλήσσει που δεν ασχολείται η Ν.Δ. με αυτό το μείζον θέμα της Παιδείας, αφού, δεν έχει σε τίποτα να συμβάλει στο σημερινό προβληματισμό. Έχει ξεκαθαρίσει ποια είναι η βασική κεντρική της ιδεολογία, να θεωρεί τους μαθητές ως εμπόρευμα και να βλέπει το χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μόνο στα πλαίσια της ιδιωτικοποίησης του. Πράγμα το οποίο, είχε σαν συνέπεια όλα τα προηγούμενα χρόνια με την πολιτική που εφάρμοζε, να υποβαθμίζει το δημόσιο πανεπιστήμιο έτσι ώστε, μόνο όσοι έχουν την δυνατότητα να πληρώσουν να μορφώνονται και φυσικά, να έχουν και τη δυνατότητα ως συνέπεια από αυτό να καθορίζουν περαιτέρω και την πορεία της χώρας.
Ερχόμενη τώρα, στο διά ταύτα και σεβόμενη το χρόνο, θέλω να σταθώ απλώς σε κάποια σημαντικά ζητήματα.
 Πρώτα δεν μπορώ παρά να συγχαρώ, να επαινέσω ότι επιτέλους, υπάρχει η κατανόηση, ότι η Ελλάδα για να μπορέσει να έχει μια εθνική στρατηγική στην έρευνα και καινοτομία, αυτό προϋποθέτει τη δημιουργία ενός Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας. Έχουμε αργήσει. Έπρεπε να το είχαμε κάνει χθες. Αλλά, πώς να το είχαμε κάνει, όταν η πολιτική στην Παιδεία στηρίζετο για πολλά χρόνια σε ένα σαθρό παραγωγικό μοντέλο που την έφερε άλλωστε και στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.
Αυτή την ώρα, λοιπόν, που αλλάζουμε αυτό το μοντέλο, που η χώρα στρέφεται προς την έρευνα και την καινοτομία, δηλαδή, στην παραγωγή προστιθέμενης αξίας, όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στην πνευματική προστιθέμενη αξία, δηλαδή, στην αναβάθμιση που ανησυχούν και ανθρώπινο δυναμικού της, αυτό Ίδρυμα, το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, πραγματικά, αποτελεί μια αναγκαιότητα.
Θέλω, επίσης, να στο πω στο σημαντικό θέμα της οριζόντιας κινητικότητας των μελών ΔΕΠ, Πανεπιστημίου, Τ.Ε.Ι. και Ερευνητικών Κέντρων. Είναι βέβαιο, ότι αυτό θα προάγει την επιστήμη όσο και τα Ερευνητικά Κέντρα, σε σχέση πάντα με την εκπαιδευτική διαδικασία. Είναι σημαντικό ένας ερευνητής να δώσει την εμπειρία του, σε σχέση με τη νέα γνώση στους φοιτητές του πανεπιστημίου, κι είναι επίσης πολύ σημαντικό, ένας καθηγητής πανεπιστημίου να δώσει όλη αυτή τη γενική θεώρηση που χρειάζεται ένα θέμα, αλλά και την παιδαγωγική άποψη και στάση πάνω σε αυτό. Εκείνο που δεν έχω διευκρινίσει, ίσως δεν έχω καταλάβει καλά, είναι αν αυτή η κινητικότητα θα παραμείνει σε επίπεδο εκπαιδευτικής διαδικασίας ή θα προχωρήσει και σε επίπεδο διοίκησης. Μένει να διευκρινιστεί, εκτός εάν εγώ δεν το κατάλαβα σωστά.
Επίσης, θεωρώ πολύ σημαντική τη δημιουργία Μητρώου Ερευνητικών Υποδομών και Καινοτομίας και είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει πρόσβαση ανοιχτή προς όλους. Γιατί, στο παρελθόν, υπήρξαν πολλά τραγελαφικά γεγονότα, όπου θεωρούσε κάποιος τον εαυτό του ερευνητή, επειδή είχε στο εργαστήριό του στο οποίου ήταν υπεύθυνος ένα επιστημονικό όργανο, το κατείχε, χωρίς να αφήνει σε κανέναν να έχει πρόσβαση σε αυτό. Μια αστεία διαδικασία!

Το τρίτο που θέλω, ν’ αναφέρω είναι ότι η δυνατότητα μετακίνησης φοιτητών με κανόνες είναι πολύ σωστή, δηλαδή, η δυνατότητα να μπορούν, να μεταγράφονται σε συγγενές τμήμα. Θα ήθελα, να εμπλουτίσω αυτό το διάλογο, λέγοντας εάν υπάρχει δυνατότητα, αυτό να διευρυνθεί. Δηλαδή, υπάρχουν μαθήματα, που είναι κοινά σε διάφορα τμήματα. Δηλαδή, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, η πληροφορική, η στατιστική, εάν, λοιπόν, αυτά τα μαθήματα θα μπορούσαν οι φοιτητές, από οποιοδήποτε τίμημα προέρχονται, να τα παίρνουν από το συγκεκριμένο. Είναι κάτι, που μπορούμε, να το δούμε στο μέλλον.
Τελειώνοντας, θέλω, να συγχαρώ πραγματικά για την προσπάθεια που κατέβαλαν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς. Εκείνο που μένει τώρα και πρέπει όλοι, να κάνουμε, είναι αυτή η προσπάθεια να γίνει κτήμα της κοινωνίας.

Ετικέτες: 
Βουλή

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ