Placeholder

ΒΟΥΛΗ

Οι εμπειρίες του Γενικού Γραμματέα της Α. Διαμαντοπούλου στο υπουργείο Παιδείας

Δημοσίευση: 22/02/2017
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Ο  πρώην Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Παιδείας , με υπουργό την Αννα Διαμαντοπούλου, Βασίλης Κουλαιδής μετέφερε στη σημερινή συνεδρίαση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής , για τις αλλαγές στο Λύκειο και το σύστημα πρόσβασης στα ΑΕΙ, μετέφερε τις ακόλουθες εμπειρίες και προτάσεις:

Κύριε Υπουργέ, κύριε Υφυπουργέ, κύριε Γενικέ, κύριοι Βουλευτές, θα προσπαθήσω μέσα στο χρόνο που έχω να εκφράσω μερικές απόψεις για την αναβάθμιση του λυκείου και τις εισαγωγικές εξετάσεις. Θα συμβουλεύομαι το χειρόγραφο μου προκειμένου να συντομεύσω το χρόνο της παρέμβασής μου.

Η παρέμβασή μου, λοιπόν, πέραν των εισαγωγικών παρατηρήσεων, περιλαμβάνει μερικές σκέψεις για τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις των αλλαγών στο λύκειο και τις εισαγωγικές εξετάσεις, μια γενική αναφορά στα κεντρικά σημεία του προγράμματος σπουδών στο λύκειο και των αδυναμιών των εισαγωγικών εξετάσεων σήμερα και ορισμένες σκέψεις για τις πιθανές κατευθύνσεις των αλλαγών.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, το ξέρουμε όλοι, λίγο πολύ από τη μεταπολίτευση και μετά, για να μην πάω και πριν την μεταπολίτευση, το ζήτημα του λυκείου και το, συνδεόμενο με αυτό, ζήτημα των εισαγωγικών εξετάσεων αποτέλεσε σημείο αιχμής της εκπαιδευτικής πολιτικής όλων των κυβερνήσεων.

Η εκτενής συζήτηση που το ζήτημα αυτό διαχρονικά έχει προκαλέσει οφείλεται, κατά βάση, στο γεγονός ότι για πολλές δεκαετίες η ελληνική κοινωνία είδε την εκπαίδευση των παιδιών της και την εισαγωγή τους στην ανώτατη εκπαίδευση ως το όχημα μιας μοναδικής ευκαιρίας για ανοδική κοινωνική κινητικότητα. Αποτέλεσμα: Έχουμε μεγάλη κοινωνική πίεση.

Είναι χαρακτηριστικό του τεραστίου συμβολικού τους βάρους, το γεγονός ότι η Ελλάδα, είναι ίσως η μόνη χώρα της Ευρώπης, που οι αλλαγές στο Λύκειο, οι εισαγωγικές εξετάσεις και τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, γίνονται πρωτοσέλιδα στις μεγαλύτερες εφημερίδες εθνικής κυκλοφορίας και όλα τα τηλεοπτικά και ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Η ζήτηση για «ανώτατου επιπέδου» σπουδές, είναι τόσο μεγάλη, ώστε σχεδόν το σύνολο των αποφοίτων του Λυκείου κάθε έτος, είναι υποψήφιοι για εισαγωγή στην Ανώτατη Εκπαίδευση και πράγματι, το 65% με 70% εισάγεται στην Ανώτατη Εκπαίδευση και σε αυτό το ποσοστό πρέπει να προσθέσουμε το ποσοστό των Ελλήνων που σπουδάζουν στο Εξωτερικό.

Η υψηλή ζήτηση για ανώτατες σπουδές μου είναι ο βασικός λόγος νομίζω, για τον οποίο έχουμε αυτά τα προβλήματα στις εισαγωγικές εξετάσεις και διατηρούμε το νούμερο στους κλάδους. Σε αυτή την υψηλή ζήτηση για «ακαδημαϊκού τύπου» σπουδές, συμβάλλει αποφασιστικά, εκτός των άλλων, και η έλλειψη ενός καταξιωμένου συστήματος Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

Ποιες όμως μπορεί να είναι οι αναγκαίες συνθήκες και προϋποθέσεις για μια πετυχημένη αλλαγή, μια πετυχημένη μεταρρύθμιση;

Η ψύχραιμη και νηφάλια προσέγγιση του θέματος απαιτεί  λεπτομερή ανάλυση, για το τι έχουμε καταφέρει μέχρι σήμερα, αλλά και τι προβλήματα και προκλήσεις έχουμε να απαντήσουμε στο μέλλον. Καμία αλλαγή δεν μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα, εάν δεν συνεκτιμηθούν: Η ανάγκη συνεννόησης προς επίτευξης μιας ελάχιστης συναίνεσης- που θα διασφαλίζει την κοινωνική αποδοχή, η κατανόηση του χαρακτήρα του προβλήματος, η κατανόηση της βάσης για τις λήψης των αποφάσεων και βεβαίως η κατοχύρωση του αδιάβλητου και δίκαιου συστήματος και η εφαρμογή των όποιων αλλαγών χωρίς κανέναν αιφνιδιασμό.

Λίγο πιο αναλυτικά αυτές οι συνθήκες και προϋποθέσεις.

Έχουμε ανάγκη συνεννόησης προς επίτευξη αυτής της ελάχιστης συναίνεσης, γιατί αυτή η συναίνεση θα εγγυάται την κοινωνική αποδοχή, όπως είπα, των αλλαγών. Η κοινωνική αποδοχή θα διασφαλίσει την διάρκεια των αλλαγών, που με τη σειρά της, θα επιτρέψει την παραγωγή ορατών αποτελεσμάτων. Αυτό από το οποίο πάσχουν συνήθως οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, είναι ο ελάχιστος χρόνος εφαρμογής των καινοτομιών, που δεν επιτρέπει την παραγωγή των αποτελεσμάτων. Με βάση τα αποτελέσματα αυτά θα μπορούμε να οδηγηθούμε σε διορθωτικές παρεμβάσεις, διότι επίσης, σπανίως δεχόμαστε την ανάγκη διορθωτικών παρεμβάσεων, λέω με άλλα λόγια κάτι που είπε και ο κ. Κυριαζής.

Αν δεχθούμε αυτή τη λογική, θα αποφεύγουμε τον εξ-υπαρχής αιφνιδιασμό, κάθε φορά που έχουμε κυβερνητική αλλαγή, ενδεχομένως σε πολλές περιπτώσεις, και αλλαγή του Υπουργού Παιδείας.

Για το σκοπό αυτόν λοιπόν, για να πετύχουμε αυτή τη συνεννόηση και την ελάχιστη συναίνεση- είναι δύσκολο- θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τρία τουλάχιστον πράγματα.

Τον διάλογο που έχει διεξαχθεί τα τελευταία χρόνια. Έχουμε έναν συστηματικό διάλογο, που διεξάγεται από την περίοδο που ήταν στο ΕΣΥΠ και τον έχει συνοψίσει ο κ.Μπαμπινιώτης και σε όλη τη διάρκεια μέχρι σήμερα.

Την παράδοση και τον χαρακτήρα του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συστήματος θα το λαμβάνουμε υπόψη, δεν είναι δυνατόν να νομοθετούμε ερήμην του τύπου του σχολείου που έχουμε, τις ανάγκες και τις προσδοκίες των νέων ανθρώπων. Η ελληνική κοινωνία έχει πολλούς λόγους, για τους οποίους θέλει Ανώτατη Εκπαίδευση. Θα πρέπει να το συζητήσουμε.

Η δεύτερη συνθήκη αφορά στην κατανόηση του χαρακτήρα του προβλήματος. Το πρόβλημα είναι συστημικό και όχι σημειακό ή τεχνικό. Το αναλυτικό πρόγραμμα του Λυκείου, οι εισαγωγικές εξετάσεις και οι ενδοσχολικές εξετάσεις στο Λύκειο και στο Γυμνάσιο, πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ένα ενιαίο σύστημα. Κάθε αλλαγή σε ένα στοιχείο του συστήματος θα έχει συνέπειες στα υπόλοιπα στοιχεία του και πολλές φορές απρόβλεπτες συνέπειες, που όσο και να το έχουμε μελετήσει, δεν θα είναι δυνατόν να το αντιληφθούμε και γι' αυτό το λόγο έχει μεγάλη σημασία η διάρκεια, η παροχή ορατών αποτελεσμάτων και η δυνατότητα διορθωτικών παρεμβάσεων.

Επειδή, όμως, δεν έχουμε αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο πρόβλημα ως συστημικό, οι συνέπειες αυτού αποτυπώνονται στις πολλές αλλαγές του συστήματος εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση από το 1964 μέχρι σήμερα.

Ο αείμνηστος Αλέξης Δημαράς, είχε αποτυπώσει αυτές τις αλλαγές και είχε βρει, ότι «κάθε σύστημα έχει ένα ελάχιστο χρόνο» - αν θυμάμαι καλά, μπορεί να κάνω λάθος – «γύρω στα τέσσερα με πέντε χρόνια κρατάει κάθε σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων».

Δεν υπάρχει συνδυασμός που να μην έχει δοκιμαστεί, έχουμε συνδυάσει τρεις, πέντε μαθήματα να παίρνουν μέρος, να λαμβάνονται υπόψη οι βαθμοί του Λυκείου, να μην λαμβάνονται, να είναι από την Α΄ Λυκείου μέχρι την Γ΄ Λυκείου, έχουμε δοκιμάσει τα πάντα και το γεγονός, ότι μετά από πολύ μικρό χρονικό διάστημα τα εγκαταλείπουμε, δείχνει το μάταιο, κατά τη γνώμη μου, της αναζήτησης τεχνικών λύσεων.

Δεν είναι τεχνικό το ζήτημα, θα πρέπει να το δούμε συστημικά.

Στην τρίτη συνθήκη, που θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας, προκειμένου να έχουμε πιθανότητες επιτυχίας είναι, ότι η έλλειψη αποφάσεων πρέπει να γίνεται με ερευνητικά δεδομένα ή αν δεν τα έχουμε στη διάθεσή μας, να τα απαλλάξουμε τα ερευνητικά αυτά δεδομένα, αλλά και τις διεθνείς πρακτικές, ειδικά συστημάτων που έχουν παραπλήσια φιλοσοφία με το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα.

Η εκπαίδευση έχει ένα μεγάλο ιδεολογικό φορτίο, είναι δύσκολη η επίτευξη συναίνεσης, είναι δύσκολη η λήψη αποφάσεων, αποκλειστικά και μόνο με βάση τα ερευνητικά δεδομένα και τις διεθνείς πρακτικές, εν τούτοις, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να πετύχουμε αυτή τη συναίνεση.

Η τελευταία συνθήκη, η αυτονόητη, είναι ότι η κατοχύρωση που υπάρχει σήμερα ενός αδιάβλητου, αλλά και δικαίου συστήματος και η εφαρμογή των αλλαγών χωρίς αυτοσχεδιασμούς. Είναι πολύ βασικό για να αποτύχουμε την κοινωνική αποδοχή, να μην αιφνιδιάσουμε.

Τώρα ποια είναι τα κεντρικά χαρακτηριστικά της σημερινής κατάστασης του προγράμματος σπουδών στο Λύκειο.

Το Λύκειο, όπως, λειτουργεί σήμερα είναι κατά βάση μια βαθμίδα, που προσφέρει λίγα μαθήματα ειδίκευσης και ακόμα λιγότερα μαθήματα επιλογής. Συγκεκριμένα, σε κάθε μαθητή προσφέρονται συνολικά στις τρεις τάξεις περί τα 50 μαθήματα - αλλάζουν αυτά ένα – δύο, πάνω - κάτω - εκ των οποίων τα 80% είναι γενικής παιδείας, το 15% είναι κατεύθυνσης και με ελάχιστα μαθήματα ελεύθερης επιλογής.

Σε ελάχιστες χώρες, νομίζω ότι η Κύπρος είναι μία, που υπάρχει τόσο ανισομερής κατανομή ανάμεσα στα γενικά μαθήματα και στα μαθημάτων που επιλέγει ο μαθητής, ανάλογα τα ενδιαφέροντά του και τον προσανατολισμό του για τις περαιτέρω σπουδές.

Πέρα, όμως, από τη δομή των προγραμμάτων σπουδών αυτή την ανισοκατανομή, η πλέον χαρακτηριστική διαφορά του συστήματός μας με άλλα ευρωπαϊκά συστήματα έγκειται στη διδακτική μεθοδολογία. Το έχουν τονίσει οι προλαλήσαντες.

Αποτελεί κοινό παρονομαστή όλων, σχεδόν, των συστημάτων των ευρωπαϊκών χωρών η εισαγωγή διδακτικών καινοτομιών στο Λύκειο, που εμπλέκουν τους μαθητές με ενεργητικό τρόπο στην οικοδόμηση της γνώσης, δηλαδή, η εξαγωγή project, η πειραματική εργασία και η βιωματική μάθηση. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του προγράμματος.

Τώρα στα θετικά του προγράμματος, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε - γιατί υπάρχουν και θετικά, τα οποία πολλές φορές παραλείπουμε - πρώτον, ότι στην Ελλάδα το επίπεδο της επιστημονικής εξειδίκευσης - συμφωνώ ότι δεν υπάρχει παιδαγωγική κατάρτιση, ειδικά στη μέση εκπαίδευση - των εκπαιδευτικών είναι εξαιρετικά υψηλό.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί έχουν πανεπιστημιακό, τουλάχιστον, επίπεδο εκπαίδευσης στο γνωστικό αντικείμενο που διδάσκουν. Πράγμα, το οποίο δεν συμβαίνει σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, για παράδειγμα, στη Μεγάλη Βρετανία.

Μάλιστα, το 1/3 περίπου των εκπαιδευτικών που υπηρετούν στο Λύκειο, έχουν πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, συνήθως στην κατεύθυνση της εκπαιδευτικής κατάρτισης.

Ένα δεύτερο σημείο, το οποίο είναι ενθαρρυντικό είναι το γεγονός, ότι στο Λύκειο υπηρετούν οι, πλέον, έμπειροι εκπαιδευτικοί και οι εκπαιδευτικοί με το μεγαλύτερο χρόνο παραμονής στη σχολική τους μονάδα. Έχει μεγάλη σημασία να βασιστούμε σε εκπαιδευτικούς, οι οποίοι αναπτύσσουν δεσμούς με τη σχολική τους μονάδα, την αγαπάμε και φροντίζουν τη σχολική τους μονάδα.

Ποια θα μπορούσε να είναι μια γενική κατεύθυνση προς ένα νέο πρόγραμμα σπουδών; Θέλω να πω ότι οι σύντομες σκέψεις που θα ακολουθήσουν προέκυψαν από συζητήσεις και διεργασίες που είχαν αρχίσει από την περίοδο του 2009 και έγιναν και στην περίοδο 2010 - 2011 και το αντίστοιχο σχετικό σχέδιο. Βέβαια, ο τρόπος που τα διατυπώνω σήμερα είναι προσωπική μου ευθύνη.

Πρώτον, το Λύκειο πρέπει να γίνει βαθμίδα απόκτησης στέρεας γενικής παιδείας στα κεντρικής όμως, σημασίας, γνωστικά αντικείμενα και ταυτοχρόνως, να συμβάλλει στο βαθμιαίο προσανατολισμό των μαθητών ανάλογα με τα ενδιαφέροντά τους, τις φιλοδοξίες τους και τις μετέπειτα σπουδές τους.

Η Πρώτη Λυκείου μπορεί να είναι τάξη γενικής παιδείας, η Δευτέρα Λυκείου τάξη αρχικού προσανατολισμού με την εισαγωγή επιλεγόμενων ομάδων μαθημάτων, ο οποίος, προσανατολισμός ολοκληρώνεται στην Τρίτη Λυκείου. Ο βαθμιαίος προσανατολισμός των μαθητών πρέπει ωστόσο να λειτουργεί πάντα συμπληρωματικά με την παροχή γενικής παιδείας στα βασικά μαθήματα. Δηλαδή, τα μαθήματα της Ελληνικής Γλώσσας και εννοώ, Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Γραμματεία και Λογοτεχνία ή Ιστορία και σε μεγάλο βαθμό τα Μαθηματικά, συνιστούν ένα πυρήνα μαθημάτων γενικής παιδείας, τα οποία, θα πρέπει οι μαθητές να παρακολουθούν ανεξάρτητα από τις επιλογές της ειδικότητας τους. Βεβαίως, λέγοντας τα Μαθηματικά, μπορεί να έχουμε και στοιχεία των Φυσικών Επιστημών και λέγοντας Ιστορία, μπορεί να έχουμε και στοιχεία των Κοινωνικών Επιστημών.

Τρίτον, το περιεχόμενο της διδασκαλίας και ο αριθμός των μαθημάτων πρέπει να αναδιαταχθούν, ώστε να επιτυγχάνεται επί τους ουσίας ο επιδιωκόμενος σταδιακός προσανατολισμός των μαθητών και η πρόσβασή τους στις βαθιές δομές γνώσης στα μαθήματα της επιλογής τους. Στο Λύκειο δεν θα πρέπει να υπάρχουν με κανένα τρόπο μονόωρα μαθήματα.

Τέταρτον, μπορεί να γίνει και πρέπει να γίνει εισαγωγή της ερευνητικής εργασίας, μιας συνθετικής εργασίας, ενός πρότζεκτ, ως διακριτής ενότητας του προγράμματος σπουδών. Με αυτή την εισαγωγή θα πρέπει να στοχεύσουμε στο να δώσουμε στους μαθητές εγκάρσιες ικανότητες, όπως είναι ο σχεδιασμός και η επίλυση προβλημάτων, η κριτική σκέψη, η εφαρμογή της θεωρίας σε πραγματικά πλαίσια εφαρμογών, ο συνδυασμός γνώσεων από διάφορα γνωστικά αντικείμενα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και την ανάγκη να ενισχυθεί ουσιαστικά η τέχνη και ο πολιτισμός, ειδικά με την εισαγωγή της ερευνητικής εργασίας.

Τέλος, στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου θα πρέπει να παρέχεται στους μαθητές εντός του κυρίου προγράμματος σπουδών του σχολείου, όχι κάτι παράπλευρο ή ενισχυτική διδασκαλία, η δυνατότητα παρακολούθησης επιπλέον διδακτικών ωρών σε επιλεγόμενα από αυτούς μαθήματα. Εδώ, θα πρέπει να θυμίσω ξανά και να τονίσω ότι οι όποιες αλλαγές θα είναι χρήσιμες, εφόσον αντιμετωπιστούν συστημικά, δηλαδή, συνοδεύονται και από τις ανάγκες συναφείς αλλαγές, πρώτον, στα προγράμματα σπουδών των άλλων βαθμίδων, ειδικά του Γυμνασίου και δεύτερον, κυρίως στην προσπάθεια αναβάθμισης της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης επειδή έχει τονιστεί απ' όλους ότι καμία αλλαγή στο Γενικό Λύκειο δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς την ουσιαστική αναβάθμιση της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Αποτελεί ερώτημα το πώς θα κάνουμε αυτή την ουσιαστική αναβάθμιση. Αν θα πρέπει να πάμε προς ένα Λύκειο τύπου πολυκλαδικού και αποτελεί ένα πολύ μεγάλο ερώτημα. Φοβάμαι ότι αυτή τη στιγμή δεν έχουμε απαντήσεις και πράγματι, συμφωνώ ότι θα πρέπει να οργανώσουμε μια αντίστοιχη συζήτηση για την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση, έτσι ώστε, να συνδυαστούν οι μεταρρυθμίσεις στη γενική εκπαίδευση και τις εισαγωγικές εξετάσεις με τις αλλαγές στην τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση.

Όσον αφορά τις βασικές αδυναμίες του σημερινού εξεταστικού συστήματος, το σύστημα των εξετάσεων οφείλει να είναι, αφενός μεν, αδιάβλητο και αφετέρου, έγκυρο.

Το υφιστάμενο σύστημα έχει εμπεδωθεί στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, μόνο ως αδιάβλητο. Είναι μάλιστα, από τους λίγους θεσμούς, τους οποίους όλοι αποδέχονται, ως αδιάβλητους και αυτό, διότι παρέχει μια σειρά διασφαλίσεων. Για παράδειγμα, κοινά θέματα κεντρικά οριζόμενα, απόκρυψη των ονομάτων των υποψηφίων, τυχαία αντιστοίχιση γραπτών βαθμολογητών, κεντρική επεξεργασία και έκδοση των αποτελεσμάτων.

Για να είναι, όμως, και έγκυρο πρέπει γραπτές δοκιμασίες, που απαρτίζουν το σύστημα των εξετάσεων, να ελέγχουν πράγματι το επιθυμητό επίπεδο γνώσεων, που πρέπει να έχει ένας υποψήφιος, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές τους στην ανώτατη εκπαίδευση.

Αντί, όμως, αυτού του επιθυμητού, γι' αυτό λέω ότι δεν είναι έγκυρο, τα θέματα αφορούν ένα περιορισμένο τμήμα της ύλης μόνο της τρίτης λυκείου - σ' αυτό έχει απόλυτο δίκιο, εάν έχω καταλάβει καλά τη θέση του, ο κ. Μπαμπινιώτης, ότι θα πρέπει να επεκτείνουμε την ύλη στην 1η και στη 2α λυκείου - και δεν διαφοροποιείται η βαρύτητα της επίδοσης τα διάφορα μαθήματα, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις, που ενδεχομένως τα ίδια τα τμήματα των πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι. μπορεί να έχουν.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι μια σειρά από παθογένειες, οι κυριότερες από τις οποίες είναι οι εξής.

Πρώτον, με το σημερινό σύστημα ανθεί ένας τεράστιος οικονομικός κύκλος φροντιστηριακής εκπαίδευσης. Εδώ πρέπει πράγματι να τονίσω και να σημειώσω τη σκέψη, που διατύπωσε προ ημερών ο Υπουργός, ότι αρχικά το φροντιστήριο έπαιξε ένα θετικό ρόλο, τώρα δεν ξέρω εάν παίζει θετικό ρόλο. Είναι κάτι, που πρέπει να το διερευνήσουμε. Πολλές φορές, τα βάζουμε με το φροντιστήριο, υπάρχει μια οικονομική αιμορραγία, θα πρέπει να διερευνήσουμε τον τρόπο, για τον οποίο η οικογένεια δέχεται να υποστεί αυτή την οικονομική αιμορραγία.

Δεύτερον, οι υποψήφιοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα των εισαγωγικών εξετάσεων και της μη εγκυρότητάς τους, εισάγονται σε τμήματα που βρίσκονται πολύ χαμηλά στις προτιμήσεις τους. Μόνο το 10% των υποψηφίων εισάγεται σε τμήματα, τα οποία είναι στα πέντε πρώτα στις προτιμήσεις τους και εάν πάμε στο πρώτο τμήμα προτίμησής τους, το ποσοστό είναι ελάχιστο. Δηλαδή, έχουμε ένα σύστημα, το οποίο στέλνει τα παιδιά, μετά από μια φοβερά μεγάλη προσπάθεια, μια οικονομική αφαίμαξη των οικογενειών, να σπουδάσουν κάτι, το οποίο δεν θέλουν, εν ονόματι του αδιάβλητου, το οποίο υπάρχει.

Κάποιες πολύ σύντομες σκέψεις για μια αλλαγή στο σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων. Οι σκέψεις αυτές απορρέουν από τις συζητήσεις που έχουν προηγηθεί και όπως αποκρυσταλλώθηκαν την περίοδο 2010 - 2011.

Τα βασικά σημεία μιας τέτοιας αλλαγής θα πρέπει να αναφέρονται:

Πρώτον, στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της εξεταστέας ύλης, ώστε να έχει θεματικό μόνο χαρακτήρα και όχι να βασίζεται στον προσδιορισμό των σελίδων. Όλοι καταδικάζουμε, σε κάθε ευκαιρία, αυτό που λέμε «παπαγαλία», το να μαθαίνει και να μπορεί να αναπαράγει ο μαθητής πιστά το βιβλίο, αλλά ένα μέρος αυτής της πρακτικής οφείλεται στο γεγονός ότι στις εισαγωγικές εξετάσεις προσδιορίζουμε τις εξετάσεις, με βάση αριθμό σελίδων, π.χ. από την 1 μέχρι την 20. Όταν λέμε από την 1 μέχρι την 20, ο μαθητής θα την μάθει απέξω.

Το να έχουμε θεματικό προσδιορισμό δεν είναι τόσο δύσκολο, ούτε τόσο ακατόρθωτο. Εγώ, έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις το 1970, τότε υπήρχε θεματικός προσδιορισμός. Θέλω να πω ότι δεν είναι κάτι, το οποίο θα εφεύρουμε τώρα.

Δεύτερον, στην ανάγκη επιλογής βαθμολογητών, που θα αξιολογούνται και θα επιμορφώνονται διαρκώς. Μέρος της ανάγκης να έχουμε αντικειμενική βαθμολόγηση, θα πρέπει να είναι και η διαρκής επιμόρφωση και αξιολόγηση των βαθμολογητών, που ενδεχομένως θα μπορούσε να αναλάβει ο Οργανισμός Διεξαγωγής Εξετάσεων, εάν διατηρηθεί αυτός ο Οργανισμός, στη διοργάνωση των εξετάσεων κεντρικά, όπως είναι σήμερα, με τις σημερινές διασφαλίσεις.

Κάθε αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι εξετάσεις και που πιθανόν να οδηγήσει σε κάποιες αστοχίες, θα μας οδηγήσει σε εγκατάλειψη και καταδίκη του συστήματος. Το αδιάβλητο, αν είναι κάτι το οποίο υπάρχει, πρέπει να το διατηρήσουμε ως κόρη οφθαλμού.

Τέλος, θα σας πω μια σκέψη, κάπως καινοτομική. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τη ρύθμιση, τα τμήματα των πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι. να υιοθετούν κριτήρια και να τα δημοσιοποιούν, κριτήρια τα οποία έχουν υιοθετήσει από μόνα τους, π.χ. ποια μαθήματα μέσα σε ορισμένα πλαίσια. Μπορεί το Υπουργείο να πει 3, 4, 5 μαθήματα, αναλόγως, μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια που θα έχουν υιοθετηθεί κεντρικά, τα τμήματα να διαλέγουν μαθήματα και να διαφοροποιούν τους συντελεστές βαρύτητας στο κάθε ένα μάθημα. Έτσι θα σπάσει, αυτή η απόλυτη ομοιομορφία. Αυτό θα έχει πολύ θετικές συνέπειες. Οι θετικές συνέπειες θα είναι, ότι ο μαθητής θα αρχίσει να προσανατολίζεται προς εκείνα τα τμήματα, τα οποία καλύπτουν καλύτερα ή περισσότερο, κατά την εκτίμησή του, τις ανάγκες του ή τις μορφωτικές του επιδιώξεις.

Δεύτερον, αυτό το σπάσιμο της  ομοιομορφίας θα κάνει και πολύ πιο δύσκολη την φροντιστηριακή τυποποίηση, έτσι ώστε θα έχουμε ένα όπλο ακόμη κατά της αποστήθισης. Φυσικά, η ελληνική γλώσσα θα πρέπει να είναι ένα από αυτά τα μαθήματα που θα ορίζουν τα τμήματα, θα πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε, θα πρέπει να είναι από τις κεντρικές επιλογές.

Εδώ θα κάνω και μια σκέψη για το ζήτημα που εγέρθηκε για τα τμήματα σχολών και της δυνατότητας, οι υποψήφιοι να εισάγονται σε σχολές αντί τμημάτων και να κάνουν μετά την επιλογή τους. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε, ότι ας αφήσουμε τα πανεπιστήμια να επιλέξουν. Αναφέρθηκε ο κ. Κυριαζής στο πανεπιστήμιο Πειραιώς, που τα 2 τμήματα - κατά την εκτίμησή του, που είναι απολύτως σεβαστή γιατί είναι και ειδικός - θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια σχολή και στη συνέχεια να μοιράζονται οι μαθητές ή οι φοιτητές. Αυτό θα μπορούσε σε κάποια άλλα τμήματα, να μην δουλεύει. Στη φιλοσοφική με τα 12 τμήματα, θα μπορούσε να μην δουλεύει. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις σχολές να αποφασίσουν. Δεν είναι ανάγκη να έχουμε ομοιομορφία. Νομίζω, ότι ένα από τα στοιχεία που καθορίζουν αρκετές από τις παθογένειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος, είναι η επιδίωξη ομοιομορφίας. Ξέρουν καλύτερα, ενδεχομένως, οι πανεπιστημιακοί αν θα πρέπει να συγκροτούνται σε τμήματα ή σε σχολές.

Τέλος, θα πρέπει να εξετάσουμε με μεγάλη προσοχή επειδή οι επιπτώσεις που θα έχει η εισαγωγή των ρυθμίσεων, στις οποίες θα αναφερθώ τώρα δεν έχει διερευνηθεί, δεν την ξέρουμε. Μπορεί να είναι πολύ αρνητικές, μπορεί να είναι πολύ θετικές, πρέπει να τις διερευνήσουμε, δηλαδή. Η σκέψη που είχε ο κ. Μπαμπινιώτης για την επανάληψη των εξετάσεων, με προϋπόθεση την τήρηση του αδιάβλητου, μέσα στη χρονιά, αλλά εδώ θέλει να εξετάσουμε πάρα πολύ καλά, να κρατήσουμε το αδιάβλητο και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται και την εισαγωγή των μαθητών χωρίς εξετάσεις σε τμήματα που έχουν χαμηλή ζήτηση. Επίσης είναι ένα ζήτημα αυτό και μπορεί να έχει μια πολύ ανεπιθύμητη επίπτωση, να κατατάξει τα πανεπιστημιακά τμήματα με άδικο τρόπο. Θα πρέπει, λοιπόν,  αυτές τις σκέψεις να τις δούμε και πως, τι μέτρα και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούμε να τις δεχτούμε ως αλλαγές.

Εύχομαι ειλικρινά, τα αποτελέσματα αυτής μας της δουλειάς να οδηγήσουν κάπου, διότι το πρόβλημα του λυκείου, των εισαγωγικών εξετάσεων, του γυμνασίου, της παιδείας, πρέπει να αντιμετωπισθεί συστημικά. Αν το αντιμετωπίσουμε συστημικά, έχουμε τις προϋποθέσεις να το λύσουμε, το έμψυχο υλικό είναι εδώ, οι καθηγητές εννοώ και οι εκπαιδευτικοί. Θα πρέπει να το λύσουμε.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ