Placeholder

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΑΠΟΨΗ

Οι συνέπειες της κρίσης στα αποτελέσματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων

Σχεδόν ο ένας στους δύο μαθητές περιορίζεται σε επιδόσεις κάτω από τη βάση, ενώ οι δύο στους πέντε είναι αυτοί που θα διεκδικήσουν την εισαγωγή τους σε μια καλή ανώτατη σχολή.
Δημοσίευση: 16/08/2017
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Γιώργος Μακρίδης, Kοινωνιολόγος-Διευθυντής Λυκείου

Παρατηρώντας ξανά τα στατιστικά στοιχεία των επιδόσεων των μαθητών στις πανελλαδικές εξετάσεις, διαπιστώνουμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των αποφοίτων του σχολείου με τελική επίδοση από 14 έως 17 να μην αποτυπώνεται στα αποτελέσματα των πανελλαδικά εξεταζομένων μαθημάτων. Κάτι που πρέπει να μας δημιουργεί έντονο προβληματισμό ως προς το ρόλο των πανελλαδικών εξετάσεων στην αξιολογική ανακατανομή του μαθητικού δυναμικού, αλλά και ως προς την αμφισβήτηση του θεσμικού ρόλου του σχολείου σχετικά με την μαθησιακή του λειτουργία. Ίσως η σημαντικότερη αρνητική συνέπεια, έτσι όπως διαφαίνεται από τις επιδόσεις των μαθητών στις πανελλαδικές εξετάσεις, είναι ο αποκλεισμός ενός μεγάλου ποσοστού μαθητών (πάνω από 40%) που έγραψαν στα μαθήματα προσανατολισμού κάτω από τη βάση, η σημαντική μείωση του ποσοστού των μαθητών με επιδόσεις από 14-17 (κάτω από 17%) και η τάση ανόδου του ποσοστού που έγραψαν από 17 έως 20 (πάνω από 20%). Όπως βλέπουμε λοιπόν (Γράφημα 1) είναι σαν να δημιουργείται μία κατάσταση μαθητικών επιδόσεων, που ενισχύονται τα δύο άκρα, ενώ το μεγαλύτερο ίσως μέρος των αποφοίτων με σχολική επίδοση από 14-17 περιορίζεται σε πολύ μικρά ποσοστά.


 
Σχεδόν ο ένας στους δύο μαθητές περιορίζεται σε επιδόσεις κάτω από τη βάση, ενώ οι δύο στους πέντε είναι αυτοί που θα διεκδικήσουν την εισαγωγή τους σε μια καλή ανώτατη σχολή. Με έναν κοινωνικό συσχετισμό θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον αποκλεισμό του μεγαλύτερου ποσοστού του μαθητικού δυναμικού, τη συρρίκνωση του μεγαλύτερου συγκριτικά ποσοστού των μαθητών με ιδιαίτερη δυναμική και τη διάκριση ενός μικρού ποσοστού με υψηλές επιδόσεις, που μπορεί να ελπίζει βάσιμα σε κάτι καλύτερο. Ο προβληματισμός θα ήταν ουσιαστικός αν υπήρχε η δυνατότητα να διασταυρωθούν τα παραπάνω στοιχεία με τους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, όμως στην παρούσα φάση μπορούμε να ανησυχούμε ιδιαίτερα για τους διαχωρισμούς που συντελούνται και την πιθανή ταξική τους διάσταση. Κυρίως όταν αποδυναμώνεται κι άλλο η ελπίδα μιας ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας και μάλιστα όταν αποτυπώνονται οι διαχωρισμοί αυτοί και στα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων.

Όμως αξίζει να μείνουμε περισσότερο στις επιδόσεις των μαθητών κατά μάθημα αλλά και κατά ομάδα προσανατολισμού για να διαπιστώσουμε ότι η πλειοψηφία των μαθητών στα μαθήματα υψηλής βαρύτητας έγραψε κάτω από τη βάση (Γράφημα 2).


 
Μάλιστα οι υποψήφιοι της ομάδας προσανατολισμού Οικονομίας & Πληροφορικής έγραψαν κάτω από τη βάση στα Μαθηματικά (μάθημα υψηλής βαρύτητας) σε ποσοστό που αγγίζει το 80% (!). Τα αντίστοιχα ποσοστά για την ομάδα προσανατολισμού Θετικών Σπουδών είναι 56,26% (Μαθηματικά) και για την ομάδα προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών είναι 41% (Αρχαία Ελληνικά). Αλήθεια πόσο αντιδεοντολογικό είναι για το επίπεδο σπουδών αλλά και για το εξεταστοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα, το γεγονός ότι οι περισσότεροι μαθητές, που παρακολουθούσαν επί δύο χρόνια τα μαθήματα προσανατολισμού, να γράφουν στο μάθημα υψηλής βαρύτητας αυτών κάτω από τη βάση;

Η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό των μαθημάτων, του τρόπου αξιολόγησης αυτών αλλά και του ρόλου του σχολείου είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Η κρίση φαίνεται ότι αποθαρρύνει ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών στο να διεκδικήσουν μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας και ιδιαίτερα μέσω του εξεταστικοκεντρικού της χαρακτήρα ένα καλύτερο αύριο. Η αποτύπωση των αποτελεσμάτων και ανεξάρτητα από την εισαγωγή των υποψηφίων σε κάποιο ΑΕΙ/ΤΕΙ, δείχνει ότι το πιο σημαντικό κομμάτι του μαθητικού πληθυσμού χάνει τη δυναμική του. Από έρευνες σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Γράφημα 3) φαίνεται ότι το ποσοστό των μαθητών που πήραν απολυτήριο  από 14 έως 17 ξεπερνάει το 40%.

Ένα ποσοστό που δεν αποτυπώνεται στα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων. Μάλιστα όπως αναμενόταν οι μαθήτριες σημείωσαν καλύτερες επιδόσεις από τους μαθητές (48,2% στην κατηγορία 14-17 και 27,7% στην κατηγορία 17-20 για τα κορίτσια, έναντι 40% και 24% για τα αγόρια αντίστοιχα). Ποσοστά που μειώνονται σημαντικά στις εξετάσεις για την εισαγωγή στα ΑΕΙ/ΤΕΙ ακυρώνοντας τις προσπάθειες που γίνονται στα σχολεία και προκαλώντας  σημαντικές ψυχοκοινωνικές συνέπειες στους πρωταγωνιστές της μαθησιακής διαδικασίας, αλλά και στον θεσμικό τους ρόλο. Η αρνητική κοινωνική αναπαράσταση του σχολείου και η υποβάθμιση της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη αρνητική συνέπεια. Μάλιστα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η εκπαίδευση δεν περιορίζεται στη μαθησιακή διαδικασία, δεν είναι μόνο μία προσπάθεια διανοητική, συμμετέχει σ’ αυτήν όλο μας το είναι, διαμορφώνεται συνειδητά ή ασυνείδητα η κοινωνική μας στάση και συμπεριφορά. Έτσι επεκτείνεται στον τρόπο που σκεφτόμαστε, στον τρόπο που ερμηνεύουμε τα πράγματα, στον τρόπο δημιουργίας αλλά και έκφρασης των συναισθημάτων μας με αποτέλεσμα να δημιουργούνται και σημαντικές συναισθηματικές διαφοροποιήσεις.

Σχόλια (3)

 
Ιωάννης Κ.
17 Αυγ 2017 12:45

Αυτό που περιγράφει ο αθρογράφος δεν είναι αποτέλεσμα οικονομικής κρίσης, αλλά της γενικότερης παρακμής που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία. Μίας κοινωνίας που πλέον καλλιεργεί την ελάσσονα, αν όχι την μηδενική προσπάθεια. Τα παιδιά απλά δεν μαθαίνουν την έννοια του κόπου και της προσπάθειας στο σχολείο με αποτέλεσμα να μπαίνουν στις όποιες σχολές χωρίς καν τις στοιχειώδεις γνώσεις. Η απορία μου, βλέποντας τα γραπτά τους, στις εξεταστικές είναι πώς καταφέρνουν και εισάγονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και η νοοτροπία που αποκτούν στο σχολείο, μεταφέρεται στις σχολές έχοντας την απαίτηση να περνούν μαθήματα χωρίς διάβασμα. Να μην μιλήσουμε π.χ. για την ανορθογραφία που είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Το σύστημα όχι απλώς πάσχει αλλά είναι βαθύτατα άρρωστο.

 
Ηλίας
17 Αυγ 2017 10:26

Αυτό δεν είναι καινούργιο! Στις πανελλαδικές, όπως και σε όλο το σχολείο, αποτυπώνεται η κρίση. Όχι κατ' ανάγκη η οικονομική κρίση..! Σε αρκετές περιπτώσεις η κρίση αξιών είναι αυτή που δημιουργεί μεγαλύτερο πρόβλημα.
Για πολλούς μαθητές εδώ και αρκετά χρόνια το σχολείο δεν αποτελεί προτεραιότητα και ο ρόλος του αμφισβητείται ανοικτά πλέον σε κάθε ευκαιρία.

Κάτι τελευταίο. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων των υποψηφίων της Θετικής και της Οικονομίας-Πληροφορικής στα Μαθηματικά είναι κάπως "άκυρη".
Η Θετική έχει πλέον πρόσβαση σε περισσότερες σχολές σχετικές με πληροφορική-Η/Υ από ότι η Οικονομία-Πληροφορική (η οποία δεν περιλαμβάνει τις πολυτεχνικές σχολές όπως οι Μηχανικοί Υπολογιστών). Έτσι ελκύει περισσότερους μαθητές που έχουν καλύτερες επιδόσεις στα μαθηματικά.

 
Βίκτωρ Καραμπέρας
16 Αυγ 2017 21:17

Άπολύτως εύστοχες και καίριες οι διαπιστώσεις. Δεν αποτυπώνονται όμως μόνο στα αποτελέσματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Εννοώ πως οι χαμηλές επιδόσεις μπορεί να οφείλονται και σε μία πληθώρα άλλων παραμέτρων:
- τον ευρύτερο και, εν τέλει, αδιέξοδο ανταγωνισμό στον οποίο εμπλέκονται οι υποψήφιοι,
- στην οικονομική και, κατ'επέκταση, ψυχολογική/συναισθηματική πίεση που βιώνουν τόσο οι υποψήφιοι όσο (και επειδή) τη βιώνουν και οι γονείς/κηδεμόνες και το περιβάλλον τους
- στις απέλπιδες προσπάθειες των εκπαιδευτικών των σχολείων να καλύψουν (και να βοηθήσουν τους μαθητές να εμπεδώσουν) ένα τεράστιο φάσμα διδακτέας και εξεταστέας ύλης μέσα σε περιορισμένα χρονικά περιθώρια και μάλιστα με ένα δημόσιο σχολείο που, συν τοις άλλοις, πρέπει (και ορθώς πράττει κατ'εμέ) να ενθαρρύνει και άλλες δραστηριότητες των παιδιών (εθελοντισμός, καλλιτεχνικές δραστηριότητες, αφύπνιση και καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης κ.ο.κ.)
- στον εσφαλμένο, πολλές φορές, προσανατολισμό της παραπαιδείας που προτείνει και σχεδόν επιβάλλει εντελώς μηχανιστικούς τρόπους απάντησης στα πανελλαδικά θέματα, με αποτέλεσμα να φθίνει ή και να εκλείπει η πρωτοτυπία, η ευρηματικότητα, η ενάργεια της σκέψης και η κριτική ικανότητα του υποψηφίου
- στη γενικότερη απαξίωση του δημόσιου λειτουργού της εκπαίδευσης (εδώ φέρουμε κι εμείς ευθύνη)
- στην κατακλυσμιαία εισβολή του διαδικτύου στην καθημερινότητά μας που καθιστά πιο εξαρτημένους και ευάλωτους τους μαθητές που, καθώς αναφέρει η έρευνα, κυμαίνονται ανάμεσα στο 14 και το 17. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ιστορικά διανύουμε την πρώτη περίοδο όπου όλοι οι μαθητές μεγαλώνουν με το διαδίκτυο από τα γενοφάσκια τους
Μπορώ να αναφέρω και πολλούς άλλους λόγους.
Η κρίση, όμως, δεν αποτυπώνεται μόνο στα αποτελέσματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Αποτυπώθηκε εδώ και χρόνια στην καθημερινή τριβή με την τάξη, στην καθημερινή διαδικασία της διδασκαλίας. Και αυτό μόνον εμείς οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε.
Καλό θα ήταν, λοιπόν, οι κοινωνιολόγοι και οι ψυχολόγοι να μην περιορίζονται στις στατιστικές και στα μετρήσιμα στοιχεία αλλά να επισκέπτονται πού και πού κανένα σχολείο για να διαπιστώνουν ιδίοις όμμασι αυτή την κλιμακούμενη - εδώ και χρόνια - κατάσταση, ερχόμενοι σε συνεργασία με τους διδάσκοντες, τους μαθητές, τους γονείς/κηδεμόνες, ακόμη και θεσμικούς φορείς.
Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.....

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.