Placeholder

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΑ

Πολλαπλασιάστηκαν οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού στο δημόσιο

Ανοδος 4% κατά μέσο όρο κάθε χρόνο των απασχολούμενων με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό στον ιδιωτικό τομέα,
Δημοσίευση: 10/07/2018
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου αποτελούσαν το 2017 το 7% των εργαζόμενων στο Δημόσιο όταν το 2000 η αντίστοιχη αναλογία κυμαίνονταν στο 1%, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ (Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών).

Επιπλέον στα χρόνια της δημοσιονομικής προσαρμογής καταγράφεται άνοδος 4% κατά μέσο όρο κάθε χρόνο των απασχολούμενων με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό στον ιδιωτικό τομέα, ενώ ανάλογη τάση παρατηρείται και στον δημόσιο τομέα. Ακολουθεί η απασχόληση στα άτομα με πτυχίο πανεπιστημίου ή ΤΕΙ όπου η μέση ετήσια άνοδος κυμάνθηκε στο 2% την περίοδο της κρίσης, σε αντίθεση με το δημόσιο τομέα όπου παρατηρείται μείωση κατά 4,3%

Στους απόφοιτους Λυκείου, αν και το μερίδιο τους παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο τις τελευταίες δύο δεκαετίες (περίπου 1 στους 5 υπαλλήλους του δημοσίου) ο αριθμός των εργαζομένων υποχώρησε στους 84 χιλ. το 2017 σημειώνοντας μείωση κατά 25% ή 27,3 χιλ. άτομα σε σχέση με το 2009 – αντίστοιχα πτώση 22% ή 23 χιλ. άτομα συγκριτικά με το 2000.

Στο (στενό) δημόσιο τομέα οι εργαζόμενοι με ανώτατη εκπαίδευση (με πρώτο πτυχίο ή και μεταπτυχιακές σπουδές) ανήλθαν σε 260,8 χιλ., έναντι 353,5 χιλ. το 2009 και 241,5 χιλ. το 2000. Αποτελούν έτσι την πλειονότητα των εργαζομένων (7 στους 10 απασχολούμενους) με ο μερίδιο να είναι σχεδόν ίδιο σε σχέση με το 2009 (68%), αλλά αυξημένο κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2000

Στον ιδιωτικό τομέα η πλειονότητα των εργαζομένων το 2017 έχουν Λυκειακή εκπαίδευση (37% επί του συνόλου) ή είναι απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης (25% αντίστοιχα). Οι απόφοιτοι Λυκείου ανήλθαν σε 1,1 εκατ. άτομα σημειώνοντας μείωση κατά 10% περίπου σε σχέση με το 2009. Εντούτοις, το επίπεδο αυτό είναι υψηλότερο κατά 18,7% συγκριτικά με τις αρχές του 2000. Αντίστοιχα, ο αριθμός των απασχολουμένων με ανώτατη εκπαίδευση (πτυχίο ή μεταπτυχιακό) διαμορφώθηκε στις 852,8 χιλ. σημειώνοντας άνοδο κατά 22,3% σε σχέση με το 2009 (696,8 χιλ. εργαζόμενοι). Αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή στο μερίδιο των απασχολούμενων με Δημοτική εκπαίδευση (13%) το οποίο υποχώρησε κατά 21 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2000.

Στα Νομικά πρόσωπα (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) καταγράφεται το μεγαλύτερο μερίδιο απασχολουμένων με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο σπουδών, καθώς στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι σχολές ανώτατης εκπαίδευσης και τα νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας. Μαζί με τους αποφοίτους πανεπιστημίων ή ΤΕΙ αποτελούσαν το 2017 το 67% του συνόλου των εργαζόμενων καταγράφοντας σημαντική άνοδο κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2009. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης κινήθηκε ανοδικά από το 2014 και έπειτα με αποτέλεσμα το 2017 να διαμορφωθεί στα 144,8 χιλ. άτομα (επίπεδο υψηλότερο κατά 48,2% σε σχέση με το 2009). Ηπιότερη είναι η άνοδος σε σχέση με την αρχή της κρίσης στους κατόχους μεταπτυχιακού ή διδακτορικού (+12,2%) με το συνολικό αριθμό εργαζομένων να έχει διαμορφωθεί στα 27,7 χιλ. άτομα.

Στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης η απασχόληση το 2017 υποχώρησε στους 104,3 χιλ. (-24,3% σε σχέση με το 2009). Στην πλειονότητά τους είναι απόφοιτοι Λυκείου (36%) ή ανώτατης εκπαίδευσης (32%) με το μερίδιο των τελευταίων να κινείται ανοδικά κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το μερίδιο των εργαζομένων με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο (5% ή περίπου 5 χιλ. άτομα) όταν στις αρχές της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα κυμαίνονταν στο 1% (ή 1,8 χιλ. άτομα). Στις Δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς καταγράφεται σημαντική πτώση της απασχόλησης (όλες οι βαθμίδες εκπαίδευσης) καθώς το 2017 υποχώρησε σχεδόν στο 1/3 του αντίστοιχου επιπέδου το 2000 (30,8 χιλ. από 90,5 χιλ.). Περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους είναι απόφοιτοι Λυκείου με τον αριθμό τους να υποχωρεί στους 18,4 χιλ. από 33,7 χιλ. το 2009 (και 40,6 χιλ. αντίστοιχα το 2000). Σχεδόν αντίστοιχη είναι η κάμψη στους εργαζόμενους με ανώτατη εκπαίδευση οι οποία το 2017 ανήλθαν στα 7 χιλ. άτομα (από 16,9 χιλ. στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας). Αντίθετα, οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού σχεδόν τετραπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2000 (.

Θέση στο επάγγελμα και επίπεδο εκπαίδευσης

Στα άτομα με απολυτήριο Δημοτικού καταγράφεται το μεγαλύτερο μερίδιο αυτοαπασχολούμενων (σχεδόν το ήμισυ των απασχολούμενων το 2017) και βοηθών στην οικογενειακή επιχείρηση.

Αντίστοιχα, στους κατόχους μεταπτυχιακού ή διδακτορικού σημειώνεται το μεγαλύτερο ποσοστό μισθωτής εργασίας, ενώ ελαφρώς μικρότερο είναι στα άτομα με μεταδευτεροβάθμια ή ανώτατη εκπαίδευση. Το μερίδιο των εργοδοτών είναι μεγαλύτερο στους αποφοίτους Λυκείου και κυμαίνεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με το σύνολο της απασχόλησης .

Σε απόλυτους όρους το 2017 οι αυτοαπασχολούμενοι με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο εμφανίζουν μείωση κατά 46% σε σχέση με το 2009 (180,1 χιλ. έναντι 333,8 χιλ.), σε αντίθεση με τους αποφοίτους μέσης εκπαίδευσης που παρατηρείται άνοδος (κατά 5% στα άτομα με απολυτήριο Γυμνασίου και κατά 9% στα άτομα με Λυκειακή εκπαίδευση). Στη μισθωτή εργασία, πτώση καταγράφεται στη χαμηλή και μέση εκπαίδευση η οποία είναι πιο έντονη στα άτομα που τελείωσαν το Δημοτικό (-59%) ή το Γυμνάσιο (-41%), ενώ στους αποφοίτους Λυκείου και στα άτομα με μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση η κάμψη είναι παρόμοια (-15%). Αντίθετα, οι μισθωτοί με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό σχεδόν διπλασιάστηκαν μεταξύ 2009 και 2017 (από 81,6 χιλ. σε 145,8 χιλ.), όταν στα άτομα με ανώτατη εκπαίδευση καταγράφεται οριακή άνοδος την ίδια περίοδο (από 879,0 χιλ. σε 888,4 χιλ.).

Χαρακτηριστικά απασχόλησης με βάση το έτος ολοκλήρωσης των σπουδών

Στην ενότητα αυτή παρουσιάζονται συνοπτικά στοιχεία για την κατάσταση απασχόλησης λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο εκπαίδευσης και το έτος ολοκλήρωσης της βαθμίδας εκπαίδευσης6. Σκοπός είναι να αποτυπωθούν οι συνθήκες μετάβασης από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας που επικρατούν και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, λόγω της οικονομικής κρίσης, τα άτομα που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα από το 2011 και έπειτα όταν και η ελληνική οικονομία εισήλθε σε κρίση.7

Το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης καταγράφεται στα άτομα που αποφοίτησαν τη δεκαετία του 1990, καθώς κυμαίνεται από 56% στα άτομα με απολυτήριο Δημοτικού έως 82% στα άτομα με ανώτατη εκπαίδευση. Σε αντίστοιχο σχεδόν επίπεδο κυμαίνεται το ποσοστό απασχόλησης στους απόφοιτους Λυκείου ή μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους μεταξύ 2001-2005. Αντίθετα, σημειώνει σημαντική κάμψη σε όσους ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους από το 2011 και έπειτα. Ενδεικτικά, στους κατόχους μεταπτυχιακού ή διδακτορικού το ποσοστό απασχόληση υποχωρεί στο 69%, από 90% στα άτομα που αποφοίτησαν μεταξύ 2006 και 2010 .

Στα άτομα με απολυτήριο Δημοτικού ή Γυμνασίου μετά το 2011 το ποσοστό απασχόλησης είναι πολύ χαμηλό (κάτω από το 5%), δηλ. είναι λίγοι εκείνοι που μπορούσαν να βρουν εργασία έχοντας πολύ χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Στα άτομα με Λυκειακή εκπαίδευση το αντίστοιχο ποσοστό κυμάνθηκε στο 14%, ενώ σαφώς καλύτερη είναι η κατάσταση στα άτομα με μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση όπου το ποσοστό απασχόλησης ξεπέρασε το 40%.

Επομένως, η κρίση πλήττει έντονα τα άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και ιδιαίτερα εκείνους που έλαβαν απολυτήριο μετά το 2011.

Αντίστοιχη εικόνα – δηλ. επιδείνωση των προοπτικών απασχόλησης – αποτυπώνονται και με βάση την ανεργία, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό στα άτομα με χαμηλό ή μέσο επίπεδο εκπαίδευσης για εκείνους που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους μετά το 2011 κυμαίνεται μεταξύ 40 και 50% (Διάγραμμα 2.28).

Στους αποφοίτους ανώτατης εκπαίδευσης, αν και χαμηλότερο, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 34% για τους πτυχιούχους πανεπιστημίων ή ΤΕΙ και στο 24% στα άτομα με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό). Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύει εν μέρει και την αναζήτηση ευκαιριών απασχόλησης των νέων επιστημόνων σε άλλες χώρες τα τελευταία χρόνια.

Οι αρνητικές συνέπειες της κρίσης αποτυπώνονται και στις μισθολογικές απολαβές, καθώς οι περισσότερο εργαζόμενοι με χαμηλό ή μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης λαμβάνουν μισθό κάτω από €800 μηνιαίως

Σχέση επιπέδου εκπαίδευσης και συνάφειας της εργασίας

Η σχέση επιπέδου εκπαίδευσης και συνάφειας της εργασίας αποτυπώνεται στα αποτελέσματα ειδικής έρευνας για τη θέση των νέων στην αγορά εργασίας. Τα στοιχεία της έρευνας αυτής επιτρέπουν μια αποτίμηση του βαθμού σύνδεσης του εκπαιδευτικού συστήματος με την αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, σχεδόν 8 στους 10 απασχολούμενους (που συμμετείχαν στην έρευνα) με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών δήλωσαν ότι η εκπαίδευση που έλαβαν τους βοηθά σε μεγάλο βαθμό στην εκτέλεση των καθηκόντων στην τρέχουσα εργασία τους και ακολουθούν οι απόφοιτοι πανεπιστημίων ή ΤΕΙ. Χαμηλότερο (σε σχέση με τις άλλες δύο κατηγορίες της ανώτατης εκπαίδευσης) είναι το ποσοστό των ερωτηθέντων με διδακτορικό που δηλώνει ότι οι σπουδές τους έχουν σχέση σε μεγάλο βαθμό με τα καθήκοντα τους στην εργασία, το οποίο κυμαίνεται σε αντίστοιχο σχεδόν επίπεδο με τα άτομα με μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση .

Αντίθετα, η μικρή συνάφεια με την εργασία αποτυπώνεται στα άτομα με χαμηλό ή μεσαίο εκπαιδευτικό επίπεδο όπου οι συμμετέχοντες στην έρευνα δηλώνουν ότι τους βοηθά ελάχιστα ή σε μικρό βαθμό στην εργασία τους. Εξαίρεση αποτελούν οι απόφοιτοι Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών (ΤΕΣ), εύρημα που ενδεχομένως συνδέεται με το γεγονός ότι οι μαθητές στις σχολές αυτές είναι συνήθως εργαζόμενοι που φοιτούν προκειμένου με το απολυτήριο να αποκτήσουν συγκεκριμένα επαγγελματικά δικαιώματα (π.χ. άδεια ασκήσεως επαγγέλματος).

Σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τα αποτελέσματα της ad hoc μελέτης δεν εμφανίζουν ουσιαστική διαφορά όσον αφορά στα άτομα με τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το ποσοστό που δηλώνει ότι η εκπαίδευσή τους τούς βοηθά σε μεγάλο βαθμό στην εκτέλεση των καθηκόντων στην εργασία τους κυμαίνεται στο 58%. Αντίθετα, σημαντική διαφορά παρατηρείται στα άτομα με μεσαίο εκπαιδευτικό επίπεδο (ISCED 3-4) όπου για την ΕΕ-28 το ποσοστό εκείνων που δηλώνει συνάφεια της εργασίας με τις σπουδές ξεπερνά κατά 14 περίπου ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο για την Ελλάδα.

Οι διαφορές είναι επίσης εμφανείς λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της έρευνας για τις χώρες-μέλη της ΕΕ-28. Το ποσοστό των ατόμων με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης (ISCED 0-2) που δηλώνει μεγάλη συνάφεια της εκπαίδευσης με την εργασία τους είναι υψηλότερο στην Εσθονία, την Ουγγαρία, την Αυστρία και την Πορτογαλία σε επίπεδο μάλιστα υπερδιπλάσιο σε σχέση με την Ελλάδα. Αντίστοιχα, μεγάλο βαθμό στη σχέση εκπαίδευσης και εκτέλεσης καθηκόντων στην εργασία για τα άτομα με μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης (ISCED 3-4) καταγράφεται στην Μάλτα, την Φιλανδία, την Αυστρία και την Γερμανία, όταν η Ελλάδα κατατάσσεται στην 25η θέση. Το γεγονός αυτό ενδεχομένως σχετίζεται με τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής στην δευτεροβάθμια τεχνική και επαγγελματική έναντι της γενικής εκπαίδευσης στις χώρες αυτές, έναντι της Ελλάδας.

Αντίστοιχα, στην Εσθονία, την Φινλανδία, την Ρουμανία και την Τσεχία παρατηρείται το υψηλότερο ποσοστό ερωτηθέντων με ανώτατη εκπαίδευση που απαντά ότι οι σπουδές τους έχουν σε μεγάλο βαθμό συνάφεια με την εργασία τους. Και στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλότερα, καθώς καταλαμβάνει την 18η θέση.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ

Ετικέτες: 
Μεταπτυχιακά

Σχόλια (1)

 
GrecoIOBE
10 Ιουλ 2018 10:38

H έρευνα συνυπολογίζει και τα grecomaster? Διότι όλοι θυμόμαστε το λατρεμένο άρθρο 46... αναδρομικότητα ακόμα και στους αποφοίτους του ΄60.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

e-epimorfosi.aegean