Placeholder

ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ

Η έκθεση του Ε.Σ.Ε.Κ.Α.Α.Δ για τη φοιτητική κινητικότητα εντός των ΑΕΙ: εκτιμήσεις, μέτρα και μέθοδοι υλοποίησης

«Χωρίς πολυμερή εκπαίδευση, οι νέοι επιστήμονες που παράγει το ελληνικό Πανεπιστήμιο θα βρεθούν βαθμιαία σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους ευρωπαίους»
Δημοσίευση: 28/11/2018
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Έκθεση με  δέσμη προγραμμάτων για τη φοιτητική κινητικότητα εντός των ΑΕΙ θα παραδώσει την Παρασκευή στον υπουργό Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου, ο πρόεδρος του Ε.Σ.Ε.Κ.Α.Α.Δ  (σ.σ. το όργανο που αντικατέστησε το ΕΣΥΠ) Καθηγητής Σπύρος Γεωργάτος, την οποία σήμερα παρουσιάζει κατ' αποκλειστικότητα το esos.

Η έκθεση κάνει μια βασική επισήμανση με πολλούς αποδέκτες: «Χωρίς πολυμερή εκπαίδευση, οι νέοι επιστήμονες που παράγει το ελληνικό Πανεπιστήμιο θα βρεθούν βαθμιαία σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους ευρωπαίους»

Ειδικότερα η έκθεση που συντάχθηκε από τριμελή Επιτροπή του Ε.Σ.Ε.Κ.Α.Α.Δ   (Σπύρος Γεωργάτος , Βενετσάνα Κυριαζοπούλου  Πρύτανις Παν. Πατρών, Αναστάσιος Τσίνας, πρ. Πρόεδρος ΤΕι Ηπείρου), εισηγείται στον υπουργό Παιδείας:

Ι. Πρόγραμμα Α+: Ενδο-ιδρυματική κινητικότητα, με δυνατότητα παρακολούθησης μαθημάτων έως το 20% του βασικού προγράμματος σπουδών σε άλλο Τμήμα του ιδίου Ιδρύματος που ανήκει στην ίδια ή σε διαφορετική Σχολή. Λήψη πτυχίου από το Τμήμα εισαγωγής.

ΙΙ. Πρόγραμμα 2Α: Ενδο-ιδρυματική κινητικότητα, με δυνατότητα παράλληλης παρακολούθησης τουλάχιστον του 90% των μαθημάτων του προγράμματος σπουδών σε δύο Τμήματα της ιδίας ή διαφορετικής Σχολής. Λήψη διπλού πτυχίου.

ΙΙΙ. Πρόγραμμα ΑΒ (Erasmus+ εσωτερικού): Δια-ιδρυματική κινητικότητα, με δυνατότητα παρακολούθησης μαθημάτων του βασικού προγράμματος σπουδών (1-2 εξάμηνα) σε ομόλογα Τμήματα διαφορετικών Πανεπιστημίων της Ελλάδας. Λήψη πτυχίου από το Τμήμα εισαγωγής.

ΙV. Πρόγραμμα ΑBC: Συνδυασμός των προγραμμάτων δια-ιδρυματικής κινητικότητας Erasmus+ και ΑΒ, με δυνατότητα παρακολούθησης μαθημάτων του βασικού προγράμματος σπουδών (2-4 εξάμηνα) σε ομόλογα Τμήματα Πανεπιστημίων της Ελλάδας και του εξωτερικού. Λήψη πτυχίου από το Τμήμα εισαγωγής.

Ειδικότερα:

Το Πρόγραμμα Α+ απευθύνεται σε φοιτητές, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών τους σπουδών και μέσω της επαφής τους με άλλους φοιτητές, αναπτύσσουν ενδιαφέρον για αντικείμενα που θεραπεύονται σε άλλο Τμήμα του ιδίου Ιδρύματος. Κλασσικό παράδειγμα αυτού του τύπου είναι οι φοιτητές της Ιατρικής οι οποίοι εκφράζουν την επιθυμία να ενημερωθούν σε μεγαλύτερο βάθος για της εξελίξεις της σύγχρονης Βιολογίας ή να παρακολουθήσουν μαθήματα Ψυχολογίας, Λογοθεραπείας και Διαχείρισης Υπηρεσιών Υγείας. Επί τη βάσει εμπειρικών παρατηρήσεων, ο αριθμός των ενδιαφερομένων αναμένεται να είναι ικανός, πράγμα που θα απαιτήσει προσεκτική στάθμιση των υλικο-τεχνικών προϋποθέσεωνκαι διακριτική ενίσχυση των Τμημάτων που προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας ή τα Προγράμματα ΕΣΠΑ.

Το Πρόγραμμα 2Α αφορά ιδιαίτερα κινητοποιημένους φοιτητές, οι οποίοι επιθυμούν εξ αρχής να συνδυάσουν ειδικότητες που διδάσκονται σε δύο διαφορετικά Τμήματα. Παράδειγμα αυτού του τύπου είναι οι φοιτητές που σπουδάζουν σε Πολυτεχνικά Τμήματα, αλλά έχουν ένα παράλληλο ενδιαφέρον ή κρίνουν ότι θα ήταν χρήσιμο για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία να αποκτήσουν υπόβαθρο στα Οικονομικά. Ο αριθμός των φοιτητών σε αυτή την περίπτωση αναμένεται να είναι μικρός. Αυτό σημαίνει ότι οι απαιτήσεις σε υλικο-τεχνική υποδομή δεν θα είναι μεγάλες, ιδιαίτερα αν ο αριθμός των εισακτέων στα επί μέρους Τμήματα παραμείνει στο μέλλον ο ίδιος ή μειωθεί κατά τι.

Το Πρόγραμμα ΑΒ απευθύνεται σε φοιτητές οι οποίοι, από απλή περιέργεια ή για κοινωνικούς λόγους, επιθυμούν να μεταβούν σε άλλη πόλη από εκείνη στην οποία σπουδάζουν για ένα χρονικό διάστημα. Ο αριθμός των ενδιαφερομένων αναμένεται να είναι μεγάλος. Επομένως, για να είναι το μέτρο υλοποιήσιμο, η ροή του προγράμματος θα πρέπει να ελεγχθεί με την υιοθέτηση ορίων στον αριθμό των μετακινούμενων φοιτητών.

Τέλος, το Πρόγραμμα ΑBC αφορά φοιτητές οι οποίοι σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν μεταπτυχιακές σπουδές/ειδικότητα σε άλλο Ίδρυμα της Ελλάδας, διατηρούν επαφές με επιστήμονες/συγγενείς που εργάζονται εκτός Ελλάδος, ή έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με την κουλτούρα μιας άλλης ευρωπαϊκής χώρας. Ο αριθμός των ενδιαφερομένων φοιτητών αναμένεται να είναι μέτριος, δηλαδή όχι πολύ μικρός, αλλά σαφώς μικρότερος από τον αντίστοιχο αριθμό που θα επιλέξει μεμονωμένα το υφιστάμενο Πρόγραμμα Erasmus+ ή το προτεινόμενο Πρόγραμμα ΑΒ -δεδομένου ότι θα πρέπει ο ίδιος φοιτητής να επιλεγεί και για τα δύο Προγράμματα-. Προπαρασκευαστικά, θα πρέπει να γίνει ακριβής περιγραφή των γνωστικών αντικειμένων, του επιτρεπόμενου αριθμού φοιτητών και του τρόπου αποτύπωσης της επιπρόσθετης εμπειρίας στο πτυχίο.

Μεθοδολογία υλοποίησης

Οι συντάκτες της έκθεσης εισηγούνται :

Ακαδημαϊκή συναίνεση:  Η   ανάπτυξη των προγραμμάτων κινητικότητας   να υλοποιηθεί στη βάση της αυτοτέλειας των ΑΕΙ, πρικειμένου να διασφαλισθεί η ακαδημαϊκή συναίνεση και -το κυριότερο- να αποφευχθούν φαινόμενα «τυχαίων»/«άσκοπων» συνδυασμών, δηλαδή συνδυασμών που δεν έχουν επιστημολογική βάση και ουσιαστική σύνδεση με τις ανάγκες της κοινωνίας.  Οι προτάσεις αυτές είναι αναγκαίο να συνοδεύονται από μελέτη σκοπιμότητας, στην οποία να τεκμηριώνονται οι προτεινόμενοι συνδυασμοί. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά προγράμματα τύπου «major/minor» (Α+), είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται η συνοχή της πρωτεύουσας Πειθαρχίας (major discipline), προκειμένου οι απόφοιτοι να κατέχουν ουσιαστικά και εις βάθος ένα αντικείμενο. Η δευτερεύουσα Πειθαρχία (minor discipline) θα πρέπει να συνιστά εμπλουτισμό, επέκταση ή «γέφυρα» προς άλλη Πειθαρχία, γιατί σε κάθε άλλη περίπτωση θα πρόκειται για σπουδές αποσπασματικού τύπου.

Επαγγελματικά δικαιώματα:  Συναφές προς το παραπάνω είναι και το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων, ιδιαίτερα μάλιστα για τα Τμήματα που απονέμουν συγκεκριμένα επαγγελματικά δικαιώματα και απευθείας πρόσβαση στην άσκηση επαγγέλματος. Για τα προγράμματα τύπου «Α+», «ΑΒ» και «ABC», απαιτείται εξισορρόπηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων μεταξύ του πρωτεύοντος και του δευτερεύοντος αντικειμένου, ώστε να μην προκύπτουν ελλείμματα ή υπερβολές.

Πιστοποίηση Προγραμμάτων Σπουδών από ΑΔΙΠ: Στην παρούσα φάση, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών από την ΑΔΙΠ. Παρ’ ότι η αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν τη διάρθρωση των Σχολων και των επιμέρους Τμημάτων στο πανεπιστήμιο, η πιστοποίησή τους συνιστά ουσιαστικά μια διαδικασία εξωτερικής αξιολόγησης με βάση τα πρότυπα και τις οδηγίες (ESG – European Standards Guidelines 2015) του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ). Για αυτόν τον λόγο, είναι αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα ως προς τον χρονισμό των πιστοποιήσεων, ώστε να είναι πιστοποιημένα και συμβατά με τις ευρωπαϊκές οδηγίες τα νέα προγράμματα.

Αναλυτικότερα:

Το πρόγραμμα Α+

Το πρόγραμμα Α+ , τονίζεται στην έκθεση, είναι δυνατόν να ενεργοποιηθεί άμεσα, διότι δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις –πέρα από τις καθαρά οργανωτικές.

Χρονοδιάγραμμα

Από πλευράς χρονοδιαγράμματος:

Το Πρόγραμμα 2Α

Το Πρόγραμμα 2Α είναι υλοποιήσιμο μεσοπρόθεσμα, διότι απαιτεί προπαρασκευαστική προετοιμασία τόσο από το Τμήμα εισαγωγής όσο και από το Τμήμα επιλογής. Προφανώς η αντίστοιχη προετοιμασία θα είναι ευχερέστερη προκειμένου περί Τμημάτων που ανήκουν στην ίδια Σχολή. Αν και θεωρητικά θα μπορούσε να προκύψει αύξηση των φοιτητών που φοιτούν σε κάθε Τμήμα, αυτό δεν αναμένεται να συμβεί σε μεγάλη έκταση: πρώτον, εκείνοι που θα αποπειραθούν να παρακολουθήσουν παράλληλα δύο διαφορετικά Τμήματα θα είναι εκ των πραγμάτων λίγοι, λόγω του φόρτου που θα επωμισθούν και της (αναμενόμενης) καθυστέρησης στην ολοκλήρωση των σπουδών τους˙ δεύτερον, επειδή δεν υπάρχει ακόμη «παράδοση» διπλών πτυχίων στην Ελλάδα, το μέτρο θα απαιτήσει χρόνο για να εμπεδωθεί. Παρόλα αυτά, κρίνεται σκόπιμο, τουλάχιστον σε αρχικό στάδιο, να θεσμοθετηθεί ποσόστωση στον αριθμό των φοιτητών που θα επιλέξουν την παράλληλη φοίτηση στο Τμήμα επιλογής, ειδικά αν αυτό έχει μεγάλες εργαστηριακές απαιτήσεις.

Χρονοδιάγραμμα

Από πλευράς χρονοδιαγράμματος:

Σε πρώτη φάση: Τα Τμήματα (εισαγωγής και επιλογής) ενός δεδομένου Ιδρύματος επιλέγουν από κοινού το 90% των μαθημάτων του προγράμματος σπουδών του Τμήματος επιλογής, τα οποία θα ενταχθούν στο Πρόγραμμα 2Α. Επίσης προσδιορίζονται ο τίτλος του συνδυαστικού πτυχίου και τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων.

Σε δεύτερη φάση: Δοκιμαστική εφαρμογή του μέτρου για μια πενταετία.

Σε τρίτη φάση: Προσαρμογή του Προγράμματος στα δεδομένα του κάθε Ιδρύματος και διατύπωση ενός πιο μακροχρόνιου σχήματος.

Σε τέταρτη φάση: Εξασφάλιση της δημόσιας χρηματοδότησης που εγγυάται τη βιωσιμότητα του μέτρου.

Σε πέμπτη φάση: Αξιολόγηση του Προγράμματος ανά πενταετία.

Τα Προγράμματα ΑΒ και ABC

Τα Προγράμματα ΑΒ και ABC μπορούν επίσης να τύχουν εφαρμογής σε βραχυπρόθεσμη βάση, εάν τα Ιδρύματα εκμεταλλευθούν την εμπειρία των Τμημάτων από τη συμμετοχή τους στο Πρόγραμμα Erasmus+. Ωστόσο, απαιτείται κάποιος βαθμός προετοιμασίας, δεδομένης της ελκυστικότητας που αναμένεται να έχουν στο φοιτητικό πληθυσμό.

Χρονοδιάγραμμα

Από πλευράς χρονοδιαγράμματος:

Σε πρώτη φάση: Οι φοιτητές ενός δεδομένου Τμήματος καλούνται να επιλέξουν μαθήματα κορμού που διδάσκονται με παρόμοιο τρόπο (εργαστήρια, διαλέξεις) και στην ίδια περίπου έκταση (ώρες και διδακτικές μονάδες) σε ομόλογα Τμήματα Ελληνικών Πανεπιστημίων (ως τέτοια νοούνται τα Τμήματα που αντιστοιχίζονται με το συγκεκριμένο Τμήμα στην Υπουργική Απόφαση για τις μετεγγραφές φοιτητών). Για τη μερική φοίτηση σε Ιδρύματα του εξωτερικού εφαρμόζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στο Πρόγραμμα Erasmus +.

Σε δεύτερη φάση: Δοκιμαστική εφαρμογή του μέτρου για μια τριετία.

Σε τρίτη φάση: Προσαρμογή του Προγράμματος στα δεδομένα του κάθε Ιδρύματος και διατύπωση ενός πιο μακροχρόνιου σχήματος. 

Σε τέταρτη φάση: Εξασφάλιση της δημόσιας χρηματοδότησης που εγγυάται τη βιωσιμότητα του μέτρου.

Σε πέμπτη φάση: Αξιολόγηση του Προγράμματος ανά πενταετία.

Η εισαγωγή των νέων προγραμμάτων κινητικότητας  δημιουργεί προκλήσεις για τις διοικητικές υπηρεσίες και το διδακτικό-ερευνητικό προσωπικό των ΑΕΙ. Επομένως, τα Ιδρύματα θα χρειαστεί να επινοήσουν ευφυείς λύσεις, χρησιμοποιώντας το σύνολο των δυνατοτήτων που υπάρχουν σε κάθε περιοχή.

Μερικές ιδέες προς αυτή την κατεύθυνση , που διατυπώνονται στην έκθεση, είναι οι εξής:

•    Τα προγράμματα εσωτερικής κινητικότητας είναι σκόπιμο να αρχίσουν με μικρό αριθμό φοιτητών, για να εκτιμηθούν στην πράξη οι ανάγκες.

•    H ευθύνη των προγραμμάτων ΑΒ (εσωτερικό Erasmus+) και ΑΒC να περιέλθει στις δομές του Πανεπιστημίου οι οποίες διαχειρίζονται τώρα το «κλασσικό» Erasmus+ και διαθέτουν τεχνογνωσία στον προγραμματισμό των μετακινήσεων και τη διαχείριση αιτημάτων που προέρχονται από μια ποικιλία Σχολών.

•    Η επιλογή των φοιτητών σε κάθε πρόγραμμα να βασιστεί σε ένα είδος μοριοδότησης, που θα περιλαμβάνει την ακαδημαϊκή επίδοση, το έτος σπουδών, τις διάφορες κοινωνικές παραμέτρους (π.χ., συγγενείς σε άλλη πόλη/χώρα) και το πλήθος των διαθέσιμων «θέσεων» σε κάθε Τμήμα ή Ίδρυμα. Αυτό θα «αυτοματοποιήσει» κατά κάποιον τρόπο τη διαδικασία και θα μειώσει τα περιθώρια παραπόνων.  
•    Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα προγράμματα Α+ και ΑΒ, θα ήταν χρήσιμο να αξιοποιηθούν ως διδακτικό προσωπικό διακεκριμένοι επιστήμονες που υπηρετούν σε γειτονικά ερευνητικά Κέντρα, εισάγοντας παράλληλα με τα προγράμματα φοιτητικής κινητικότητας τον θεσμό των συνεργαζόμενων καθηγητών (adjunct professors).

•    Παράλληλα με την πιλοτική εφαρμογή κρίνεται αναγκαία μια παρέμβαση στο σύστημα ενημέρωσης και επαγγελματικού προσανατολισμού και, σε δεύτερο χρόνο ίσως, στο μηχανογραφικό σύστημα δηλώσεων, προκειμένου οι οικογένειες και οι υποψήφιοι να είναι ενημερωμένοι για τις νέες δυνατότητες σπουδών.  

Ευκαιρίες

Οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται για την εφαρμογή της εσωτερικής κινητικότητας των φοιτητών , σύμφωνα με την έκθεση, είναι:

•    Η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία. Άλλες χώρες της Ευρώπης (η Ισπανία, η Πολωνία και εν μέρει η Γερμανία) προσπαθούν το ίδιο.

•    Η ευνοϊκή συγκυρία στην Ελλάδα. Έχουν ήδη αρχίσει αλλαγές στον εκπαιδευτικό χάρτη.

•    Οι πρόοδοι στην τεχνολογία. Οι ψηφιακές τεχνολογίες ενσωματώνονται γοργά στην εκπαιδευτική διαδικασία και στη διοίκηση των ΑΕΙ.

•    Οι πρόσφορες συνθήκες στην αγορά εργασίας. Οι συνθήκες στην παραγωγή απαιτούν πλέον γνωστικό εύρος και ευνοούν εκείνους που διαθέτουν πολυμέρεια.

Απειλές

Οι απειλές για την εφαρμογή των νέων μέτρων, σύμφωνα με την έκθεση, είναι:  

•    Η «ιδεολογική» αντιμετώπιση ενός καθαρά ακαδημαϊκού ζητήματος. Ορισμένες φοιτητικές παρατάξεις λειτουργούν αταβιστικά, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν παρεμβάσεις από εξω-θεσμικούς παράγοντες.

•    Η τάση μετακίνησης των φοιτητών προς τα μητροπολιτικά κέντρα. Με τη συγκέντρωση του 40% του πληθυσμού στις μητροπόλεις, αυτή η παράμετρος δεν είναι αμελητέα.

•    Η υπερτίμηση των υλικο-τεχνικών αναγκών. Το γνωστό δόγμα «αυτό δεν γίνεται», που αποτελεί το modus operandi σε αρκετές διοικητικές μονάδες του Πανεπιστημίου.

•    Τα φαινόμενα κόπωσης. Η μείωση του προσωπικού στα ΑΕΙ δημιουργεί κατά καιρούς μια ατμόσφαιρα παραίτησης, αδυναμίας ανάληψης μακροπρόθεσμων πρωτοβουλιών και εκφυλιστικές εκδηλώσεις.

•    Η διάσπαση της συνέχειας στη εκπαιδευτική πολιτική. Το φαινόμενο η εκπαιδευτική πολιτική να αλλάζει πριν ολοκληρωθεί ένας κύκλος πιλοτικών εφαρμογών ακυρώνει συχνά θετικά μέτρα που έχουν υιοθετηθεί στο παρελθόν εν ονόματι μιας «συνολικής επανεκκίνησης».

Επίμετρο

Η έκθεση καταλήγει με το εξής επίμετρο:

Το ζητούμενο στην περίπτωση της φοιτητικής κινητικότητας δεν είναι η - μετατροπή των νεαρών επιστημόνων σε «αναγεννησιακές προσωπικότητες». Ο στόχος είναι να ευθυγραμμιστεί το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα με τις διεθνείς πρακτικές και να παράσχει τη δυνατότητα στους σπουδαστές να συν-διαμορφώσουν το επιστημονικό τους προφίλ. Πέρα από ακαδημαϊκό δικαίωμα, η σχετική ελευθερία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι επίσης μια ανάγκη που ανταποκρίνεται στις διαφοροποιήσεις της αγοράς εργασίας και τους νέους όρους που τίθενται στον τομέα της απασχόλησης γενικότερα.

Με την εισαγωγή της αυτοματοποίησης και των ψηφιακών τεχνολογιών, ο ρόλος του επιστήμονα στην παραγωγική διαδικασία γίνεται ολοένα και πιο εποπτικός, διευθυντικός, συνθετικός -και τελικά κοινωνικός- αφού η ανάγκη να επεμβαίνει σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας ως «ειδικός» και γνώστης όλων των λεπτομερειών ενός πολύπλοκου συστήματος δεν υφίσταται πλέον. Ο ρόλος των επιστημονικών στελεχών στην παραγωγή αφορά περισσότερο τον συντονισμό πολλαπλών δραστηριοτήτων, τη διαχείριση της επικοινωνίας με τους αποδέκτες, αλλά και την επιλογή εναλλακτικών προσεγγίσεων για την αντιμετώπιση σύνθετων προβλημάτων.

Οι νέοι απόφοιτοι της Ιατρικής

Ένα επίκαιρο παράδειγμα αυτού του νέου ρόλου είναι η θέση που καλούνται να πάρουν οι νέοι απόφοιτοι της Ιατρικής απέναντι στο πρόβλημα του μαζικού εμβολιασμού. Οι νέοι γιατροί καλούνται τώρα να συμπεριφερθούν, όχι μόνο ως πάροχοι υπηρεσιών υγείας που εφαρμόζουν επακριβώς όσα έμαθαν στο Πανεπιστήμιο ως «πρωτόκολλο», αλλά και ως «κοινωνικοί διαμεσολαβητές», που θα επικοινωνήσουν αποτελεσματικά με το ευρύτερο κοινό για να διαλύσουν τις επιφυλάξεις που δημιουργούνται από την παραπληροφόρηση στα ΜΜΕ. Στο κέντρο υγείας, το αγροτικό ή το ιδιωτικό ιατρείο του, ο νέος γιατρός θα πρέπει να έχει το κατάλληλο υπόβαθρο για να εξηγήσει και να πείσει όσους ζητούν τις υπηρεσίες του ότι ο εμβολιασμός είναι σωτήριος. Από την άλλη πλευρά, υπερβαίνοντας τον «κλασσικό» ρόλο ενός γιατρού, ο νέος επιστήμονας θα πρέπει επίσης να διαθέτει μια ετοιμότητα αφομοίωσης νέων πληροφοριών από το διαδίκτυο, για να μπορέσει να «αναγνώσει» σωστά αναδυομενα δεδομένα που ενοχοποιούν το ένα ή το άλλο φαρμακευτικό παρασκεύασμα και να λάβει εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα εάν εμφανισθούν παρενέργειες άμεσου ή έμμεσου τύπου.

Χωρίς πολυμερή εκπαίδευση, οι νέοι επιστήμονες που παράγει το ελληνικό Πανεπιστήμιο θα βρεθούν βαθμιαία σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους ευρωπαίους

Το εάν ή όχι θα ευδοκιμήσουν τα προγράμματα φοιτητικής κινητικότητας στο ελληνικό περιβάλλον θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες. Ένα όμως είναι βέβαιο: χωρίς πολυμερή εκπαίδευση, οι νέοι επιστήμονες που παράγει το ελληνικό Πανεπιστήμιο θα βρεθούν βαθμιαία σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους ευρωπαίους συναδέλφους τους, οι οποίοι εκτίθενται πλέον σε ένα ευρύτατο φάσμα επιρροών και γνωστικών ερεθισμάτων. Η προοπτική της διεπιστημονικής εκπαίδευσης όχι μόνο μας προετοιμάζει για τη νέα εποχή, αλλά και αξιοποεί κατά τον καλύτερο τρόπο το πολιτισμικό απόθεμα της χώρας, που έχει βάθος χιλιετηρίδων. Η ακαδημαϊκή κοινότητα και η Πολιτεία θα πρέπει να ανταποκριθούν σε αυτή την πρόκληση, αναβαθμίζοντας τον διάλογο και επινοώντας πρακτικές λύσεις για την αναβάθμιση των σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Σκεπτικό και ευρεία περίληψη της Εκθεσης

Η εισαγωγή προγραμμάτων φοιτητικής κινητικότητας στα ελληνικά ΑΕΙ συζητείται εντατικά το τελευταίο διάστημα. Τα προγράμματα αυτά επιτρέπουν την έκθεση των προπτυχιακών φοιτητών σε διαφορετικά ερεθίσματα και εκπαιδευτικά περιβάλλοντα κατά τη διάρκεια των βασικών τους σπουδών. Οι συνδυαστικές σπουδές σε διαφορετικά Τμήματα του ιδίου Ιδρύματος ή σε ομόλογα Τμήματα διαφορετικών Ιδρυμάτων έχουν καθιερωθεί σε πολλά Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Ο θεσμός επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο στην Ευρώπη, μετά τη μεγάλη απήχηση που βρήκε το πρόγραμμα ανταλλαγών Erasmus+.

Η φοιτητική κινητικότητα συμβάλει στην ανάπτυξη της διεπιστημονικότητας (inter/multi-disciplinarity), γιατί καταργεί τα στεγανά που έχουν δημιουργηθεί στα ΑΕΙ. Στη σύγχρονη πραγματικότητα, η «κάθετη» δόμηση των σπουδών αποδεικνύεται γνωστικά απρόσφορη και παραγωγικά αλυσιτελής. Εκτός αυτού, η περιχαράκωση των φοιτητών σε ένα «κλειστό» περιβάλλον επιβραδύνει την ωρίμανσή τους και τη συγκρότηση της ψυχοκοινωνικής τους ταυτότητας.

Η εξοικείωση των φοιτητών με διαφορετικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα και επιστημονικές παραδόσεις ανταποκρίνεται εξ άλλου σε ένα άρρητο αίτημα των νέων ανθρώπων: την ανάγκη τους να συγκρίνουν και να επιλέγουν με δική τους πρωτοβουλία ό,τι κεντρίζει την περιέργεια και προσελκύει το ενδιαφέρον τους. Η ελευθερία επιλογής κατά τη διάρκεια των σπουδών είναι ένα ακαδημαϊκό δικαίωμα που συναρτάται, σε τελευταία ανάλυση, με την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.

Παρά την προφανή σημασία που έχει η φοιτητική κινητικότητα για την αύξηση της αυτενέργειας και τη συνειδητή στάση απέναντι στις σπουδές, μια μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας έχει εκφράσει επιφυλάξεις σε ό,τι αφορά την εισαγωγή του θεσμού στα ελληνικά ΑΕΙ. Οι ενστάσεις επικεντρώνονται σε δύο ζητήματα: αφ’ ενός μεν στην έλλειψη υλικο-τεχνικών μέσων και αφ’ ετέρου στον κίνδυνο να κατακερματισθούν τα πτυχία, μετατρεπόμενα σε ένα «μωσαϊκό» που στερείται συνοχής και πραγματικής ακαδημαϊκής αξίας.

Οι επιφυλάξεις αυτές είναι θεμιτές. Ωστόσο, η διερεύνηση της σχετικής βιβλιογραφίας δείχνει ότι τα προγράμματα φοιτητικής κινητικότητας δεν έχουν υψηλές υλικο-τεχνικές απαιτήσεις, αλλά κυρίως απαιτήσεις στο οργανωτικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει η βούληση, η πιλοτική και σε μικρή κλίμακα εφαρμογή του μέτρου θα μπορούσε να στηριχθεί σε ήδη υπάρχουσες δομές.

Με βάση όσα ισχύουν στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, το ενδεχόμενο κατακερματισμού των πτυχίων είναι επίσης εξωπραγματικό. Οι συνδυαστικές σπουδές που γίνονται με πρόγραμμα δεν οδηγούν σε «πτυχία-κολάζ», αλλά σε τίτλους με πραγματική αξία, που αποτυπώνουν ολοκληρωμένες γνώσεις και έχουν αντίκρυσμα τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο όσο και στην αγορά εργασίας. Η προοπτική συνδυαστικών σπουδών με βάση τη διεθνή εμπειρία είναι μάλιστα αντιδιαμετρικά αντίθετη με εκείνο που επιδιώκουν οι κερδοσκόποι, δηλαδή την ενσωμάτωση διαφόρων ιδιωτικών «εκπαιδευτηρίων» στο εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα και την εμπλοκή των ΑΕΙ σε ένα εμπόριο «δεξιοτήτων».

Έχοντας καταστήσει σαφή όλα τα παραπάνω, προτείνουμε εδώ τέσσερα είδη προγραμμάτων κινητικότητας, με τις κωδικές ονομασίες «Α+», «2Α», «ΑΒ» και «ΑBC», που περιλαμβάνουν εκπαίδευση των προπτυχιακών φοιτητών σε πολλαπλά γνωστικά αντικείμενα ή/και απόκτηση εμπειρίας σε διαφορετικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Η ενεργοποίηση των τριών πρώτων προγραμμάτων μπορεί να γίνει άμεσα υπό δύο προϋποθέσεις: ότι ο αριθμός των μετακινούμενων φοιτητών θα είναι ελεγχόμενος και ότι η διαχείριση των προγραμμάτων θα περιέλθεί στις Μονάδες που είναι τώρα υπεύθυνες για το πρόγραμμα Erasmus+. Το τελευταίο στη σειρά πρόγραμμα, επειδή περιλαμβάνει φοίτηση σε ΑΕΙ της Ελλάδας και ΑΕΙ του εξωτερικού (πέραν των ορίων του προγράμματος Erasmus+), θα χρειαστεί περισσότερη προεργασία.

Σε όλες τις περιπτώσεις προβλέπεται η πιλοτική εφαρμογή του κάθε προγράμματος για μια περίοδο 3-5 ετών και η αναπροσαρμογή του σε δεύτερο χρόνο με βάση τα συμπεράσματα των σχετικών αξιολογήσεων.

Υπόβαθρο

Όπως προκύπτει από πρόσφατες καταγραφές, η διεπιστημονική έρευνα έχει σημαντικά μεγαλύτερο κοινωνικό αντίκτυπο απ’ ό,τι η «συμβατική» έρευνα που περιορίζεται σε ένα μόνο επιστημονικό πεδίο. Υπερβαίνοντας το γνωστό «πρόβλημα των δύο πολιτισμών» (Two Cultures Problem), δηλαδή τη διχοτομία ανάμεσα στις θετικές και τις θεωρητικές επιστήμες που περιέγραψε τη δεκαετία του 1950 ο C. P. Snow, η σύγχρονη επιστήμη προχωρεί με ταχύ ρυθμό στην ανασύνθεση μεθόδων, προσεγγίσεων και πρακτικών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση «οικουμενικών» προβλημάτων, όπως η κλιματική αλλαγή, η ενέργεια, η εξερεύνηση του διαστήματος, η διατροφή, η ψυχική υγεία και οι επιδημίες.

Η προώθηση της διεπιστημονικότητας προϋποθέτει ωσμώσεις ανάμεσα σε διαφορετικές επιστημονικές Πειθαρχίες (Disciplines). Αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί οριζόντια μεταφορά δεδομένων, αποκωδικοποίηση «κρυπτικών» πληροφοριών και, πρωτίστως, κινητικότητα του επιστημονικού προσωπικού και των φοιτητών. Η πρόοδος της ψηφιακής τεχνολογίας έχει επιδράσει καταλυτικά στην ανταλλαγή πληροφοριών και τη λειτουργική διασύνδεση διαφορετικών επιστημονικών κλάδων. Από την άλλη πλευρά, ο στενός συγχρωτισμός των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας έχει δημιουργήσει νέους όρους επικοινωνίας. Τέλος, οι δημοσιεύσεις ερευνητικών αποτελεσμάτων σε διεθνή περιοδικά και ο θεσμός των διεθνών συνεδρίων έχουν εξοικειώσει μεγάλο αριθμό νέων επιστημόνων με παραδόσεις και πολιτισμικά περιβάλλοντα που διαφέρουν από εκείνα μέσα στα οποία εκτυλίσσεται η εκπαιδευτική και ερευνητική τους καθημερινότητα. Η κινητικότητα του έμπειρου επιστημονικού προσωπικού αποτελεί πλέον μια ακαδημαϊκή σταθερά, ενώ η κινητικότητα των προπτυχιακών φοιτητών αυξάνεται διεθνώς με εντυπωσιακό ρυθμό.  

Η φοιτητική κινητικότητα είναι μια σύνθετη διαδικασία, αλλά αποτελεί τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο για την προώθηση του επιστημονικού πλουραλισμού, ο οποίος σε δεύτερο χρόνο προάγει τη «μίξη» πεδίων και εξασφαλίζει τη διεπιστημονικότητα. Ο σχεδιασμός και η χρηματοδότηση των κατάλληλων προγραμμάτων στην Ευρώπη δεν έχουν ακόμα βελτιστοποιηθεί, με αποτέλεσμα ορισμένες κατηγορίες φοιτητών να έχουν περιορισμένη πρόσβαση στις σχετικές δράσεις. Τυπικά προβλήματα, όπως η αναγνώριση/αντιστοίχιση των τίτλων σπουδών, και πιο ουσιαστικά θέματα, όπως το ζήτημα του φύλου, δεν έχουν επιλυθεί εντελώς, ενώ εκκρεμεί το ερώτημα της οργανικής ενσωμάτωσης (integration) στελεχών που προέρχονται από τις ανθρωπιστικές επιστήμες σε οργανισμούς και υπηρεσίες με τεχνολογικό προσανατολισμό.

Στην Ελλάδα, λόγω των πολλαπλών στρεβλώσεων στο σύστημα εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο, μεγάλος αριθμός αποφοίτων Λυκείου καταλήγει σε Τμήματα που δεν αποτελούν πρώτη ή δεύτερη επιλογή.

Το γεγονός αυτό επιτείνει το γενικότερο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί με τις «καθετοποιημένες» σπουδές και οδηγεί σε αδιέξοδο όταν οι νέοι πτυχιούχοι καλούνται να εργασθούν σε τομείς άσχετους με τα πραγματικά τους ενδιαφέροντα. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει από το 2000 και μετά στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+, στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας η διατμηματική και διαϊδρυματική κινητικότητα είναι υποτυπώδεις, ενώ η διεπιστημονική εκπαίδευση των προπτυχιακών φοιτητών σχεδόν ανύπαρκτη. Το γεγονός αυτό έχει δύο σοβαρές συνέπειες: πρώτον, οι πιο «ανήσυχοι» φοιτητές απευθύνονται αποκλειστικά σε Ιδρύματα του εξωτερικού για να διευρύνουν την εμπειρία τους, πράγμα που επιτείνει το brain drain˙ δεύτερον, τα περιγράμματα μαθημάτων στα διάφορα Πανεπιστήμια της Ελλάδας παραμένουν στεγανά και δεν εξελίσσονται με ενιαίο τρόπο.

Η ανάπτυξη προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών επιχείρησε να καλύψει την εκσεσημασμένη αναντιστοιχία ανάμεσα στις «καθετοποιημένες» βασικές σπουδές και τις διεθνείς τάσεις που πιέζουν προς την κατεύθυνση της πολυθεματικής εκπαίδευσης/εμπειρίας. Η «εκτός φάσεως» (επι)μόρφωση δεν αποτελεί όμως την καλύτερη λύση: όπως έχει αποδειχθεί, η πολυθεματική εκπαίδευση που εφοδιάζει τους νέους φοιτητές με διεπιστημονική αντίληψη δεν προκύπτει από την απλή προσθήκη γνώσεων, αλλά από την οργανική αφομοίωση τους στο κατάλληλο στάδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η εφαρμογή προγραμμάτων εσωτερικής κινητικότητας, παρότι συζητείται ευρύτατα τα τελευταία χρόνια, προσκρούει τόσο σε αντικειμενικά όσο και σε υποκειμενικά εμπόδια. Αφ’ ενός, τα προγράμματα αυτά προϋποθέτουν νέες (οργανωτικές) δομές και χρειάζονται συναινέσεις. Αφ’ ετέρου, η οικονομική κρίση έχει δημιουργήσει ένα αίσθημα ανασφάλειας στους νέους σπουδαστές, οι οποίοι ανησυχούν για την πιθανότητα κατακερματισμού των πτυχίων τους ή τη δημιουργία πολλών ταχυτήτων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτά τα προβλήματα οξύνονται περαιτέρω από μια συντηρητική στάση που έχει τις ρίζες της στην αμφιμονοσήμαντη σχέση πτυχίου-επαγγελματικών δικαιωμάτων. Η αντίληψη αυτή, που συνοψίζεται στο δόγμα «ένα πτυχίο-μια δουλειά», αποτελεί αναχρονισμό και δεν ανταποκρίνεται πλέον ούτε στα δεδομένα της παραγωγής, αλλά ούτε και στο προφίλ της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας.

Η αναμόρφωση του ακαδημαϊκού χάρτη και οι διαρθρωτικές αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση απαιτούν την εισαγωγή μιας καλώς εννοούμενης ευελιξίας στις προπτυχιακές σπουδές, ώστε να προάγεται το ολιστικό, διεπιστημονικό πνεύμα και να αντιμετωπίζεται με ακαδημαϊκό τρόπο ο κίνδυνος της υπερ-εξειδίκευσης και της εργαλειοποίησης της Παιδείας. Ταυτόχρονα, σωρεία κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών όρων υπαγορεύει τη διαμόρφωση μιας νέας εκπαιδευτικής κουλτούρας, συστατικό της οποίας θα πρέπει να είναι η ικανότητα συνομιλίας με ετερογενή ακροατήρια και η προσέγγιση πολυπαραμετρικών προβλημάτων. Ενώπιον αυτών των προκλήσεων, η ελληνική Πολιτεία οφείλει να επεξεργασθεί ένα νέο πλαίσιο, το οποίο θα εισαγάγει τη φοιτητική κινητικότητα με θεσμικό τρόπο και θα εγγυηθεί την υιοθέτηση καλών πρακτικών.

Διεθνείς τάσεις και ερωτήματα από τους συντάκτες της έκθεσης

Η ποικιλομορφία επιστημονικών προσεγγίσεων και η ανάδυση νέων επιστημονικών κλάδων έχουν συμβάλλει αποφασιστικά στην μεταπολεμική ανάπτυξη. Η εκλαΐκευση της επιστήμης και η έμμεση –πλην ορατή- εμπλοκή της κοινωνίας στο επιστημονικό γίγνεσθαι μέσω δράσεων «Science and Society» έχει επίσης αναδείξει αντικείμενα που βρίσκονται πέρα και πάνω από την τυπική καμπύλη ανάπτυξης των επί μέρους πεδίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η εκπαίδευση και η έρευνα τείνουν να αποκτήσουν χαρακτηριστικά ενός «ανοιχτού συστήματος», που διαφέρει ριζικά από τις συντεχνιακές ενώσεις, οι οποίες αποτέλεσαν κάποτε τον πυρήνα γύρω από τον οποίο οικοδομήθηκε ο θεσμός του Πανεπιστημίου.  Η διαδικασία αυτή δημιουργεί βαθμιαία ένα νέο τοπίο. Η νέα γνώση προσλαμβάνει πολυπρισματικό χαρακτήρα και ανασυντίθεται δημιουργικά χωρίς να περιορίζεται από «κάθετες» κατηγοριοποιήσεις και εννοιολογικά στεγανά.
Συστηματικές μελέτες έχουν τεκμηριώσει τη σημασία της πολυθεματικής εκπαίδευσης και της διεπιστημονικής έρευνας.  Πρόσφατη μελέτη που έγινε από τον Οργανισμό Ερευνητικής Αριστείας (Research Excellence Framework, REF) του Ηνωμένου Βασιλείου έδειξε ότι περίπου τα 2/3 των προγραμμάτων με υψηλό κοινωνικό αντίκτυπο είχαν τη βάση τους σε περισσότερες της μιας επιστημονικές Πειθαρχίες. Συνηγορητική ως προς αυτό το συμπέρασμα είναι επίσης άλλη ανάλυση που πραγματοποιήθηκε πριν μερικά χρόνια από το Συμβούλιο Υποστήριξης της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην Αγγλία (Higher Education Funding Council forEngland, HEFCE).

Σε τεύχος του κορυφαίου επιστημονικού Nature που δημοσιεύθηκε το 2015, επιχειρείται μια αποτίμηση της διεπιστημονικής έρευνας επί τη βάσει ποσοτικών στοιχείων. Τα στοιχεία επαληθεύουν ότι το ποσοστό της διεπιστημονικής έρευνας, όπως αποτυπώνεται στις δημοσιεύσεις, αυξάνεται με ταχύ ρυθμό τα τελευταία χρόνια (Εικόνα 1). Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.

Παράλληλα, από τις διεθνείς αποτιμήσεις γίνεται σαφές ότι, ανάμεσα σε χώρες με μεγάλο όγκο δημοσιεύσεων, πρωτοπορούν οι γρήγορα αναπτυσσόμενες (όπως η Ινδία, η Κίνα η Βραζιλία και η Νότια Κορέα) (Εικόνα 2).

Μια εξαιρετικά εμπεριστατωμένη ανάλυση, η οποία καταλήγει μάλιστα σε ρηξικέλευθες προτάσεις, έχει δημοσιευθεί από την Αμερικανική Ακαδημία Επιστημών ήδη από το 2005. Στη μελέτη αυτή συζητείται η σχέση διεπιστημονικότητας με τη δομή και τη λειτουργία των ακαδημαϊκών Ιδρυμάτων και των ερευνητικών Κέντρων. Όπως παρατηρείται, «.... παλαιότερα, τα ΑΕΙ ήταν οργανωμένα σε στεγανά διαμερίσματα, υπό τύπον silos, και είχαν πολύ ασθενικούς δεσμούς μεταξύ τους. Μια νέα δομή, που αρχίζει να διακρίνεται τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και αλλού, και η οποία αναδύεται επίσης στη βιομηχανία, έχει τα χαρακτηριστικά μιας μήτρας (matrix). Μέσα σ’ αυτή τη μήτρα, τα μέλη της κοινότητας κυκλοφορούν ελεύθερα και αλληλεπιδρούν μέσω διεπιστημονικών κέντρων, υπηρεσιών, μαθημάτων και προγραμμάτων σπουδών ...».
«Ορθογώνιες δομές» (orthogonal structures), που συνδυάζουν μια «κάθετη διάσταση», δηλαδή ξεχωριστά Τμήματα και επιστημονικές Πειθαρχίες, με ένα δίκτυο «οριζόντιων» διασυνδέσεων, έχουν υιοθετηθεί σε ένα μεγάλο αριθμό Ιδρυμάτων στις ΗΠΑ (University of California, Washington University, Kansas University, κ.α.). Ενδεικτικά αναφέρουμε το υπόδειγμα του Πανεπιστημίου Harvard. Το Τμήμα Φυσικής στο Harvard εγκαινίασε τη δεκαετία του 1990 ένα συνδυαστικό πρόγραμμα σε συνεργασία με το Τμήμα Χημείας. Μέσα σε μια δεκαπενταετία, ο αριθμός των ενδιαφερομένων φοιτητών υπερτριπλασιάστηκε.

Μερικά προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών (Διδακτορικού) στις ΗΠΑ δέχονται φοιτητές στο γενικό πεδίο των «Βιολογικών Επιστημών» και τους επιτρέπουν να διερευνήσουν το περιβάλλον του Ιδρύματος για 1-2 χρόνια πριν εξειδικευθούν. Κατ’ ανάλογο τρόπο, το Κολλέγιο Olins στη Βοστώνη εκπαιδεύει τους νεοεισερχόμενους φοιτητές σε όλες τις ειδικότητες των Μηχανικών. Όταν αυτοί αρχίζουν να αποκτούν εμπειρία, μπορούν να προχωρήσουν σε πιο εξειδικευμένα πεδία. Αξίζει επίσης να συζητηθεί το υπόδειγμα του Πανεπιστημίου Rockefeller, ενός εκπαιδευτικού-ερευνητικού Ιδρύματος που λειτουργεί χωρίς κλασσικά Τμήματα. Στο περιβάλλον του Rockefeller έχουν σταδιοδρομήσει 23 επιστήμονες που έχουν αργότερα τιμηθεί με βραβείο Nobel και 19 που έχουν λάβει βραβείο Laskey.

Ενώ το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα επιτρέπει τη λήψη πτυχίου σε κύριο (major) και δευτερεύον (minor) αντικείμενο, στα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια δοκιμάζονται άλλες λύσεις. Για παράδειγμα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης μπορεί ένας φοιτητής να εισαχθεί -εξ αρχής- σε δύο Τμήματα ταυτοχρόνως και να επιδιώξει τη λήψη ενός «διπλού πτυχίου» -joint honours degree- (για παράδειγμα, πτυχίο στην Ιστορία-Οικονομικά, ή στη Φιλοσοφία-Μαθηματικά.) Στο Πανεπιστήμιο Καϊμπριτζ έχει υιοθετηθεί ένα πολύ πιο ευέλικτο σύστημα, βασισμένο στα λεγόμενα «Tripos». Στο Ίδρυμα αυτό, τα μαθήματα που προσφέρονται στους προπτυχιακούς φοιτητές κατατάσσονται σε 3 μεγάλες κατηγορίες και οι φοιτητές έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν «μείγματα» που συνδυάζουν διαφορετικές Επιστημονικές Πειθαρχίες. Βεβαίως, οι δυνατότητες επιλογής είναι συγκεκριμένες και στηρίζονται σε δόκιμα σχήματα, όπως ο  συνδυασμός της Φυσικής με τη Φιλοσοφία ή της Αγγλικής Φιλολογίας με τη Γλωσσολογία. Αυτό αποτρέπει «τυχαίους» συνδυασμούς, οι οποίοι δεν έχουν γνωσιολογική βάση και αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί εδώ ένα σύστημα που έχει υιοθετήσει η Νότια Αφρική. Η χώρα αυτή έχει εγκαινιάσει ένα σύστημα φοιτητικής κινητικότητας που οδηγεί στα λεγόμενα «Co-badged degrees». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι φοιτητές που εισάγονται σε ένα Ιδρυμα εκπαιδεύονται εν μέρει σ’ αυτό και εν μέρει σε άλλα Ιδρύματα, τα οποία έχουν συνάψει μνημόνια συνεργασίας με το μητρικό –που απονέμει και τους τίτλους σπουδών.

Η διεπιστημονική εκπαίδευση προσλαμβάνει πολλές μορφές (Εικόνα 3). Στην απλούστερη περίπτωση, μια ομάδα πανεπιστημιακών δασκάλων συνεργάζεται στενά για να διδάξει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Στην πολυθεματική και διεπιστημονική εκπαίδευση ο κύκλος αυτός διευρύνεται με τη συμμετοχή προσωπικού που προέρχεται από διαφορετικές Πειθαρχίες. Τέλος, στην πιο σύνθετη μορφή αυτής της διαδικασίας εμπλέκονται επίσης εξω-ακαδημαϊκοί παράγοντες (όπως το γενικό κοινό, οι οργανισμοί που εκπονούν εκπαιδευτική πολιτική ή οι τελικοί αποδέκτες μιας στοχευμένης δράσης).

Σε όλες τις περιπτώσεις, η διεπιστημονική εκπαίδευση προϋποθέτει κινητικότητα, είτε εντός των ορίων της ίδιας επικράτειας ( intra-national mobility), είτε από μία χώρα σε άλλη ( international mobility). Όπως προκύπτει από τις καταγραφές του ΟΟΣΑ (Education at a glance, 2017), η φοιτητική κινητικότητα από χώρα σε χώρα βαίνει αυξανόμενη (Εικόνα 4). Αυτό είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό σχεδόν σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Καναδάς, Γαλλία), αλλά και σε ορισμένες αναπτυσσόμενες -όπως η Βραζιλία.

 

Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής φοιτητική κινητικότητα παρουσιάζει ασυμμετρίες. Στην Ευρώπη, η Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία και Ιταλία υποδέχονται τους περισσότερους αλλοδαπούς φοιτητές, ενώ η Βουλγαρία, οι Βαλτικές Χώρες και η Σλοβενία τους λιγότερους. Εμμέσως –πλην σαφώς- η ροή φοιτητών επηρεάζεται, όχι μόνο από τη γλώσσα, αλλά και από την εικόνα (perceived quality) της οικονομίας και του εκπαιδευτικού συστήματος.  

 

Η κινητικότητα των φοιτητών μέσα στην ίδια επικράτεια παρουσιάζει αρκετές διακυμάνσεις. Σε μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Surrey που δημοσιεύθηκε το 2018 υπογραμμίζεται το γεγονός ότι η Ισπανία και η Πολωνία αναπτύσσουν τώρα νέες πολιτικές, που ευνοούν την κινητικότητα των φοιτητών και των νέων επιστημόνων ανάμεσα σε διαφορετικά ΑΕΙ. Έμφαση στο ίδιο θέμα δίνει και η Γερμανία, όπου η τοπικότητα φαίνεται ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επιλογή των φοιτητών που εισάγονται σε κάθε Ίδρυμα.

Στην πραγματικότητα, η εσωτερική κινητικότητα και η κινητικότητα από χώρα σε χώρα είναι μέρη ενός συνεχούς. Κατά μήκος αυτού του συνεχούς, οι φοιτητές αποκτούν νέες γνώσεις, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν την εφευρετικότητα και τη συνθετική τους ικανότητα, την ικανότητα προσαρμογής σε ένα διαφορετικό περιβάλλον και την ανοχή στο «άλλο» -όσο συγκλίνον ή αποκλίνον κι αν είναι αυτό ως παράδοση-, τρόπος επικοινωνίας ή συμπεριφορά, προς εκείνο που έχουν συνηθίσει.

Μία παράμετρος στην εφαρμογή προγραμμάτων φοιτητικής κινητικότητας είναι οι οικονομικές τους προϋποθέσεις. Συστηματική μελέτη αυτού του θέματος από το Αμερικανικό Συμβούλιο Εκπαίδευσης (ACE) δείχνει ότι οι οικονομικοί όροι δεν είναι το κύριο πρόβλημα και ότι οι περισσότερες δυσκολίες εντοπίζονται στην συνεννόηση μεταξύ διαφορετικών πανεπιστημιακών Τμημάτων και τα εκπαιδευτικά μέτρα και σταθμά.

Ένα άλλο ενδιαφέρον ερώτημα που συζητείται στη διεθνή βιβλιογραφία είναι εάν η φοιτητική κινητικότητα αφορά πράγματι τους σπουδαστές, εξαρτώμενη έτσι από τη ζήτηση (demand-driven), ή έχει «επινοηθεί» από τους επιτήδειους και, ως εκ τούτου, καθορίζεται από κυρίως από την προσφορά (supply-driven). Πιθανότατα ισχύουν και τα δύο. Η εκθετική αύξηση των φοιτητών που κάνουν χρήση του προγράμματος Erasmus+ υποδηλώνει ότι η κινητικότητα ανταποκρίνεται στην ενδόμυχη ανάγκη των νέων ανθρώπων να κοινωνικοποιηθούν, ερχόμενοι σε επαφή με διαφορετικά περιβάλλοντα και ανταλλάσσοντας εμπειρίες. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ορισμένοι κύκλοι που ενεργοποιούνται στο «παρεμπόριο της εκπαίδευσης» βλέπουν εκεί μια χρυσή ευκαιρία για να αποκομίσουν εύκολα κέρδη.  

Οι πιο σκεπτικιστές διερωτώνται επίσης για το εάν τα συνδυαστικά προγράμματα σπουδών έχουν προστιθέμενη αξία. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολη, διότι το ποσοστό των σπουδαστών που αξιοποιούν αυτά τα προγράμματα είναι σχετικά μικρό (γύρω στο 10%). Αν και η γοητεία του «αναγεννησιακού επιστήμονα» υπήρχε ανέκαθεν στην ακαδημαϊκή σφαίρα, δεν αποκλείεται ο συνδυασμός σπουδών σε εντελώς διαφορετικά αντικείμενα (π.χ., Επιστήμες Μηχανικών και Οικονομικά ή Νομική Επιστήμη) να έχει προκύψει ως προϋπόθεση για μια καλύτερη επαγγελματική σταδιοδρομία σε αναδυόμενους κλάδους –ιδίως εκείνους που συνδυάζουν γνώσεις σε υψηλές τεχνολογίες με ικανότητα θεωρητικής ανάλυσης- (π.χ., κυκλική οικονομία, πατέντες, διαχείριση μονάδων παραγωγής ενέργειας, κ.α.). Σε αυτές τις περιπτώσεις –που είναι αντικειμενικά λίγες- οι συνδυαστικές σπουδές προσφέρουν όντως ένα συγκριτικό πλεονέκτημα.

Τέλος, μια κατηγορία θεωρητικών της εκπαίδευσης επισημαίνει ότι η φοιτητική κινητικότητα οδηγεί σε ομογενοποίηση και τείνει να εξαλείψει ενδιαφέροντες και χρήσιμους τροπισμούς στο ακαδημαϊκό επίπεδο, όπως τις παραδόσεις του Χαμπολτιανού και του Ναπολεόντιου μοντέλου εις όφελος του Αγγλο-σαξωνικού, με την παράλληλη προώθηση, inter alia, ενός «ανταγωνιστικού ήθους». Σε ό,τι αφορά αυτό το σημείο, οφείλει κανείς να αντιδιαστείλει την πολιτική της Γερμανίας και της Ισπανίας που υποδέχονται τους ξένους φοιτητές με την πρόθεση να αξιοποιήσουν την «ποικιλομορφία» του εκπαιδευτικού τοπίου, με την πρακτική της Αγγλίας και της Δανίας, που εστιάζονται στην αφομοίωση των  πιο ταλαντούχων (the brightest and the best). Σε όλες τις περιπτώσεις, οι μετακινούμενοι φοιτητές λειτουργούν ως «πολιτιστικοί πρεσβευτές» και ασκούν μια ήπια επιρροή εις όφελος του περιβάλλοντος που έχουν διερευνήσει όταν επιστρέψουν στην αφετηρία τους. Αυτό έχει μάλλον ευεργετικές επιδράσεις στην αλληλοσυνεννόηση και σίγουρα δεν οδηγεί στην ομογενοποίηση της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας που ακολουθεί το κάθε Ίδρυμα.

Προγραμματικές προτάσεις

Όπως προκύπτει από τα διεθνή δεδομένα, τα προγράμματα φοιτητικής κινητικότητας μπορεί να αναπτυχθούν προς τρεις κατευθύνσεις:
•    Τη μετακίνηση από γνωστική περιοχή σε γνωστική περιοχή, αλλά μέσα στα πλαίσια του ιδίου Ιδρύματος.
•    Τη μετακίνηση από Ίδρυμα σε Ίδρυμα, αλλά μέσα στα πλαίσια της ίδιας γνωστικής περιοχής.
•    Τον συνδυασμό των παραπάνω, δηλαδή τη μετακίνηση τόσο ανάμεσα σε διαφορετικές περιοχές όσο και ανάμεσα σε διαφορετικά Ιδρύματα.

Όλες οι δράσεις έχουν μια σχετικά «συντηρητική» και μια πιο «τολμηρή» εκδοχή. Για παράδειγμα, η πρώτη κατεύθυνση μπορεί να περιλαμβάνει είτε τον απλό εμπλουτισμό ενός δεδομένου προγράμματος σπουδών με μαθήματα που προέρχονται από μια άλλη επιστημονική περιοχή, είτε την παράλληλη (πλήρη) εκπαίδευση σε δύο συγγενείς/συμπληρωματικούς επιστημονικούς κλάδους. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη κατεύθυνση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει είτε εκπαίδευση σε Ίδρυματα της ίδιας επικράτειας, είτε εκπαίδευση σε Ιδρύματα του εσωτερικού και του εξωτερικού.

Ευχαριστίες από την Επιτροπή

Ευχαριστούμε ιδιαιτέρως τους εκπροσώπους της Γ.Σ.Ε.Ε. και τον Αλέξανδρο Κατσιμίχα από το Υπουργείο Οικονομικών για τα εύστοχα σχόλια τους. Τμήματα των παρατηρήσεών τους έχουν ενσωματωθεί στην εισήγηση. Επίσης ευχαριστούμε τον συνάδελφο Αντώνη Κυπάρο για την ιδέα της ανάθεσης των νέων προγραμμάτων στις υπάρχουσες δομές που διαχειρίζονται το Erasmus+ και για το όλο ενδιαφέρον του στο Ε.Σ.Ε.Κ.Α.Α.Δ.. 

Ετικέτες: 
ΕΣΕΚΑΑΔ

Σχόλια (1)

 
ΓΣ
29 Νοε 2018 17:30

Η επιτροπή προτείνει τα αυτονόητα, αυτά που γίνονται εδώ και δεκαετίες σε αλλες χώρες. Μακάρι να γίνουν κι εδώ επιτέλους.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

e-epimorfosi.aegean

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ