Placeholder

ΒΟΥΛΗ

Οι θέσεις των κομμάτων για τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια

Δημοσίευση: 04/12/2018
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Το esos δημοσιεύει τις θέσεις των κομμάτων για την αναθεώρηση του Αρθρου 16, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ (Γενικός Εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ): Γενικά η εκπαίδευση στην Ελλάδα ήταν το βασικό όχημα κοινωνικής ανέλιξης, αυτό με το οποίο ξέφευγαν από τη φτώχεια παιδιά που προέρχονταν από την εργατική ή την αγροτική τάξη, με διαφορετικό τρόπο από ό,τι στην Ευρώπη που ήταν πιο σπάνιο να συναντήσεις παιδιά από αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες στις λεγόμενες «μεγάλες σχολές», την Ιατρική και τη Νομική.

Αυτό σε μεγάλο βαθμό μειώνεται το τελευταίο διάστημα γιατί υπεισέρχεται η μη δωρεάν παιδεία, μέσω της αναγκαίας προετοιμασίας για αυτές τις υψηλές σχολές, και σε μεγάλο βαθμό υπονομεύει αυτή τη θεσμική υπόσχεση το άρθρο 16. Εσείς έρχεστε, όμως, να την υπονομεύσετε ακόμα και στον πυρήνα της. Αυτό, όμως, που καθιστά τα δημόσια πανεπιστήμια ανταγωνιστικά δεν είναι το να υποταχθούν στους κανόνες τις αγοράς, γιατί ιστορικά τα πανεπιστήμια στην Ευρώπη δεν διαμορφώθηκαν μέσω αγοραίων διαδικασιών.

Η ποιότητά τους εξασφαλίζεται από την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας του προσωπικού τους και των φοιτητών τους, την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών στην πρόσβαση στους φοιτητές που συναρτάται με τον δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης και, επίσης, με την υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίζει οικονομικά τη λειτουργία τους.

Ιστορικά ο νεοφιλελευθερισμός το πρώτο που υπονομεύει είναι ακριβώς αυτήν την υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίζει εκείνο το επίπεδο λειτουργίας των πανεπιστημίων που απαιτούν οι συνταγματικοί σκοποί που προανέφερα. Από εκεί και μετά, ξεκινάει ένας ολισθηρός δρόμος που ζητάει από τα πανεπιστήμια να συμπληρώσει ό,τι τους λείπει από την κρατική χρηματοδότηση στην αρχή με έναν όχι μη θεμιτό σκοπό, αναζητώντας κονδύλια έρευνας στο πλαίσιο των προγραμμάτων έρευνας, που ούτως ή άλλως εμείς οι πανεπιστημιακοί είμαστε υποχρεωμένοι να εγκύπτουμε, στη συνέχεια νομιμοποιώντας το αίτημα για δίδακτρα στα μεταπτυχιακά και μετά επεκτείνοντας αυτό το αίτημα σε όλη την γκάμα των σπουδών.

Αυτό έχει οδηγήσει τις αγγλοσαξονικές χώρες σε ένα μεγάλο ζήτημα υπερδανεισμού των φοιτητών και σε μια μεγάλη ενίσχυση των ανισοτήτων ακόμα και στον τομέα αυτόν.

Για όλους αυτούς τους λόγους,    θεωρώ ότι αυτή η πρόταση, όχι απλώς δεν ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των πανεπιστημίων μας, που είναι πολύ καλά -είδατε πρόσφατα τη συνεργασία του

Πολυτεχνείου με το Columbia-, αλλά που στην πραγματικότητα κατατείνει να αναιρέσει ένα από τα θετικά χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1975, που στο κάτω-κάτω της γραφής η παράταξή σας είχε εισάγει στη συνταγματική μας τάξη.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ (Γενικός Εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας):

Στο άρθρο 16 προτείνουμε να επιτρέπεται η ίδρυση πανεπιστημίων από ιδιώτες, ώστε να είναι ιδιωτικά ή μη κρατικά υπό την εποπτεία Ανεξάρτητης Αρχής Διασφαλίσεως Ποιότητας, η οποία θα εξασφαλίζει τους όρους για την υψηλή ποιοτική στάθμη των παρεχομένων σπουδών. Διασφαλίζεται η αυτοτέλεια και η αυθυπαρξία των δημόσιων ΑΕΙ και το κράτος, επίσης, μεριμνά για τη δημιουργία πρότυπων σχολικών δομών σε κάθε νομό της χώρας.

Για να μην μετατρέψουμε το Σύνταγμα σε μια φωνή συνταγματικώς βοώντων εν τη ερήμω, πρέπει να υποστηρίξουμε και το άρθρο 16 που μιλάει για ίδρυση και ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα μελέτη, κύριοι συνάδελφοι, πρόσφατη, της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Η μελέτη έγινε από τη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τραπέζης και βγάζει το συμπέρασμα, το οποίο ανακοινώθηκε στις 30 Μαΐου του 2017, ότι η Ελλάδα υπό κάποιους όρους μπορεί να αναδειχθεί σε Διεθνές Κέντρο Ανώτατης Εκπαίδευσης. Εάν τηρηθούν κάποιες προϋποθέσεις, όπως αναβάθμιση επιπέδου αυτονομίας των πανεπιστημίων, αναβάθμιση ποιότητας, αναβάθμιση δαπανών και διάφορες άλλες προϋποθέσεις, βγάζει το συμπέρασμα η Εθνική Τράπεζα ότι μπορεί να μετασχηματιστεί η Ελλάδα σε οικονομία έντασης γνώσης, αυξάνοντας σημαντικά το δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης κατά μια έως δύο ποσοστιαίες μονάδες ετησίως την πρώτη δεκαετία έντονων μεταρρυθμίσεων. Και εάν κάνουμε αυτές τις μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη κυρίως παιδεία, τη συνολική επίδραση στο ΑΕΠ την εκτιμά σε 50 δισεκατομμύρια ετησίως σε ορίζοντα δεκαετίας.

Μας περισσεύουν αυτά τα 50 δισεκατομμύρια ετησίως σε ορίζοντα δεκαετίας, ώστε να παραγνωρίσουμε τις σύγχρονες εξελίξεις και να παραμένουμε από πλευράς ανώτατης εκπαίδευσης στην κατάσταση που βρίσκεται αυτή η ενδιαφέρουσα φυλή, που ανακάλυψαν κάποιοι πρόσφατα στον κόλπο της Βεγγάλης, στη Νήσο Βόρειο Σέντινελ της Ινδίας, όπου απεφάνθησαν ότι βρίσκονται στην παλαιολιθική εποχή; Εκατό άνθρωποι στον κόλπο της Βεγγάλης είναι στην παλαιολιθική εποχή, δεν ξέρουν τι είναι μέταλλο, δεν ξέρουν τι είναι γεωργία.

Εμείς, τηρουμένων των αναλογιών από πλευράς θεσμικής κατοχύρωσης και θεσμικού εξοπλισμού της ανώτατης εκπαίδευσης, βρισκόμαστε εκεί στο βάθος του κόλπου της Βεγγάλης, καταδικασμένοι, εάν δεν αλλάξουμε το άρθρο 16, σε άλλα δέκα χρόνια αποκλεισμού.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Γενικός Εισηγητής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης): Το άρθρο 16, παράγραφος 5 συνδέεται με το πολύ κομβικό ζήτημα της ανώτατης εκπαίδευσης. Όλοι έχουμε επίγνωση ότι η ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί την κορυφή της εκπαιδευτικής πυραμίδας, ιδιαιτέρως μάλιστα στη σημερινή εποχή όχι απλώς των ραγδαίων αλλαγών, αλλά των καταιγιστικών επιστημονικών και τεχνολογικών εξελίξεων. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι σαφές ότι το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 16 είναι ασφυκτικά περιοριστικό και αποκλείει μια ευρεία κατηγορία εκπαιδευτικών φορέων και δραστηριοτήτων από τον χώρο της εκπαίδευσης.

Η διάταξη αναφέρει πως η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση και σε ό,τι μας αφορά ως Δημοκρατική Συμπαράταξη, πιστεύουμε ότι επήλθε του πλήρωμα του χρόνου και πρέπει να συντελεστούν τομές στη δομή, την οργάνωση και τη λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Δεν είναι απλώς ένα ζήτημα οργανωτικό και λειτουργικό. Είναι ζήτημα με έντονο οικονομικό και πολιτικό περιεχόμενο, γι’ αυτό, όπως και για άλλα ζητήματα, εδώ που έχουμε φτάσει, πρέπει να καταλάβουμε ότι αποτελεί ένα είδος Λυδίας λίθου, για να αποσαφηνιστεί ποιοι είναι πραγματικά προοδευτικοί στη χώρα αυτή, ποιοι είναι πραγματικά προοδευτικοί στον χώρο του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ποιοι πιστεύουν στον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο, ποιοι ενθαρρύνουν και στηρίζουν την ελευθερία της απόκτησης γνώσης και ποιοι είναι προσκολλημένοι σε παρωχημένα ιδεολογικά και πολιτικά απολιθώματα.

Πάμε τώρα να δούμε με λίγα λόγια για το διεθνές στάτους της ανώτατης ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και τις συνθήκες που εκεί επικρατούν, που καθιστούν κατά τη γνώμη μου επιβεβλημένες, επιτακτικές και αναγκαίες τις αλλαγές του άρθρου 16. Για να αντιληφθούμε πλήρως αυτές τις συνθήκες, πρώτα πρέπει να επισημάνουμε κάποιες σαφείς πλην, όμως, πολλές φορές άγνωστες στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο διακρίσεις, γιατί αυτών των διακρίσεων πολλές φορές γίνεται σκόπιμη παράβλεψη, αλλά και συσκότιση στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης πολιτικής προπαγάνδας.

Η πρώτη διάκριση των πανεπιστημίων γίνεται με βάση τον φορέα τους, σε κρατικά που ανήκουν στο Δημόσιο και σε μη κρατικά που ανήκουν σε άλλους φορείς, παραδείγματος χάρη στην Εκκλησία, σε ιδρύματα, σε κληροδοτήματα ή και σε ιδιώτες.

Η δεύτερη διάκριση, με βάση τη διεθνή πρακτική, όλα τα παραπάνω είδη πανεπιστημίων μπορεί να έχουν ή και να μην έχουν δίδακτρα για τους φοιτητές τους. Δίδακτρα στα κρατικά πανεπιστήμια υπάρχουν στις περισσότερες χώρες και στη συντριπτική πλειοψηφία των κρατικών πανεπιστημίων. Άρα, η ύπαρξη διδάκτρων ή η μη ύπαρξη διδάκτρων καθορίζει αν ένα πανεπιστήμιο είναι δημόσιο ή όχι;

Προφανώς, δεν καθορίζει.

Να δούμε την τρίτη και πιο σημαντική, ίσως, διάκριση, που ξεχωρίζει τα πανεπιστήμια σε κερδοσκοπικά και σε μη κερδοσκοπικά. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά –τουλάχιστον, για μένα- για την ποιότητα και την επιτυχία ενός πανεπιστημίου. Τι κάνουν τα μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια; Διαθέτουν όλα τα έσοδά τους στο ίδιο το πανεπιστήμιο και έτσι βελτιώνονται διαρκώς. Άρα, η απλοϊκή άποψη ότι τα πανεπιστήμια ή είναι δημόσια και δωρεάν ή είναι μη κρατικά και με δίδακτρα δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο, αλλά και πιο σύνθετα, όπως είδαμε, είναι τα κριτήρια.

Θα αναφέρω εδώ ένα παράδειγμα για να κατανοήσουμε ευκολότερα το άτοπο του διαχωρισμού, που εσφαλμένα κάνουν ορισμένοι στην Ελλάδα. Ερώτηση: Μπορεί να είναι ένα πανεπιστήμιο κρατικό και να έχει δίδακτρα; Απάντηση: Μπορεί. Παραδείγματος χάρη, πώς γίνεται αυτό; Τα δίδακτρα που προβλέπονται για τους φοιτητές που έρχονται από ξένες χώρες.

Το δικό μου παράδειγμα, γιατί μου αρέσει να μιλώ με παραδείγματα εφαρμοσμένης πολιτικής, το ακύρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Είχα προβλέψει νομοθετικά το επιτρεπτόν της ίδρυσης προπτυχιακών τμημάτων που απευθύνονταν σε αλλοδαπούς εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης φοιτητές με δίδακτρα και με γλώσσα διδασκαλίας τα αγγλικά. Δεν υπήρχε κανένα συνταγματικό πρόβλημα επ’ αυτού.

Και αναρωτιέμαι και νομίζω όχι άδικα, ποιοι από εμάς έχουν πρόβλημα με αυτό; Ποιοι δεν θέλουν εισαγόμενους φοιτητές στα πανεπιστήμιά μας, φοιτητές που θα αυξήσουν τα έσοδα των ιδρυμάτων;

Όσοι δεν το θέλουν, ας το πουν.

Και να το πάμε και αντίστροφα: Ποιοι δεν έχουν πρόβλημα με τους εξαγόμενους φοιτητές; Ποιοι από εμάς δεν ενοχλούνται με τα παιδιά που εξαναγκάζονται σε μετανάστευση; Γιατί πρέπει ένα ελληνόπουλο που απέτυχε στις δικές μας εξετάσεις να μην έχει τη δυνατότητα να σπουδάσει στη χώρα του και πρέπει υποχρεωτικά να μεταναστεύει;

Θα περιοριστώ να επισημάνω ότι στην Κύπρο μέχρι σήμερα με τον ν.109/2005 και με τροποποιήσεις που γίνονται έως τον ν.74/2011, τρία κρατικά πανεπιστήμια και πέντε μη κρατικά λειτουργούν, με αποτέλεσμα από το 2005 έως σήμερα ο πληθυσμός των ξένων φοιτητών και ο πληθυσμός των Κυπρίων φοιτητών της Μεγαλονήσου να αυξάνεται, ενώ μοιραία και λογικά ο μόνος πληθυσμός που μειώνεται είναι εκείνος των Κυπρίων που σπουδάζουν στο εξωτερικό, κάτι, βεβαίως, που η Κύπρος επιδιώκει πολύ, αφού δεν παύει να παραμένει ανάμεσα στις χώρες που ο αριθμός των φοιτητών της σε ξένα πανεπιστήμια είναι ακόμη μεγάλος.

Θα περιοριστώ για τα Πρακτικά να κάνω μια αναφορά σε πέντε πανεπιστήμια που βρίσκονται συνεχώς πολύ ψηλά σε κάθε λίστα παγκόσμιας αξιολόγησης: στο Χάρβαρντ, στο Γέιλ, στην Οξφόρδη, στο Κέιμπριτζ, στο ΜΙΤ.

Θα μπορούσα να συνεχίσω τον κατάλογο αυτό, αλλά δεν χρειάζεται. Θα ήταν προσβλητικό για την καθεμιά και τον καθένα μας μέσα σε αυτή την Αίθουσα να εξηγήσω γιατί αυτά τα πανεπιστήμια είναι πετυχημένα; Νομίζω ότι ναι, γιατί κανείς δεν αμφισβητεί την αξία τους. Είναι κρατικά αυτά τα πανεπιστήμια; Δεν είναι κρατικά. Είναι κερδοσκοπικά αυτά τα πανεπιστήμια; Δεν είναι κερδοσκοπικά. Είναι όλα μη κερδοσκοπικά, αλλά και μη κρατικά πανεπιστήμια ταυτοχρόνως.

Κάποτε –και το συγκράτησα- είπε ο Μπάρακ Ομπάμα, μιλώντας για τη χώρα του, είχε πει πως ένα από τα μεγάλα της πλεονεκτήματα, που την κάνουν πραγματικά μια εξαιρετική χώρα, είναι το υψηλό εκπαιδευτικό της σύστημα.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, μπορούμε σήμερα να πούμε κάτι ανάλογο; Όχι, βέβαια, κάτι ανάλογο δεν μπορούμε να πούμε. Κάτι ίσως σχετικό με όλα αυτά που να αφορά στην Ελλάδα; Δεν μπορούμε.

Και, όμως, θα μπορούσαμε χωρίς καν αλλαγές του Συντάγματος για το θέμα που τώρα αναπτύσσω και στα δημόσια πανεπιστήμια σήμερα με το ισχύον καθεστώς, επαναλαμβάνω, να έχουμε τμήματα που απευθύνονται σε αλλοδαπούς φοιτητές με δίδακτρα, με γλώσσα διδασκαλίας, άλλη από την ελληνική, και να έχουμε εστίες διεθνείς στη Θεσσαλονίκη, στην Κρήτη, στη Θράκη, στη Ρόδο. Δεν το επιτρέψατε εσείς και το σταματήσατε. Κανείς δεν έχει καταλάβει γιατί και κανένας Υπουργός σας, από τους τρεις που πέρασαν, δεν βγήκε να πει ότι αυτό δεν το θέλουμε και γι’ αυτό τον λόγο το καταργούμε.

Φυσικά, το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και αν είχαμε αλλάξει το άρθρο 16, αν αλλάξουμε το άρθρο 16 και αυτές τις διεθνείς εστίες τις βλέπουμε να δημιουργούνται στα μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια.

Να γυρίσουμε, όμως, πίσω στο άρθρο 16, για να υπογραμμίσω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πως αυτό που έχουμε σήμερα εδώ αποτελεί μια θλιβερή πρωτοτυπία: Να υπάρχει μονοπώλιο του κράτους στην ανώτατη εκπαίδευση, που κοστίζει πάρα πολύ και στην οικονομία, αλλά και στο ανθρώπινο δυναμικό.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση, τα τελευταία χρόνια η φυγή των Ελλήνων και των Ελληνίδων προς πανεπιστήμια του εξωτερικού παρουσιάζει έντονη αυξητική τάση. Το 2011 έφυγαν για σπουδές εκτός Ελλάδος, σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, είκοσι εννέα χιλιάδες πεντακόσια εβδομήντα επτά άτομα, ενώ το 2017 η αύξηση ήταν μεγάλη, έχουμε τριάντα επτά χιλιάδες τετρακόσιες ογδόντα τέσσερις περιπτώσεις, δηλαδή αύξηση 26,73%. Αυτό κοστίζει. Κοστίζει, επαναλαμβάνω, στην οικονομία, κοστίζει σε πόρους, κοστίζει επίσης γιατί αποκλείει και κάθε είδους ανταγωνισμό ανάμεσα στα ιδρύματα για την παροχή καλύτερης εκπαίδευσης.

Και είναι πραγματικά μια ευκαιρία, γιατί χάθηκαν πολλά χρόνια, να υπερβούμε κάποιους Ρουβίκωνες συγκεκριμένους επ’ αυτού του θέματος, για να δούμε εάν μπορούμε να κάνουμε χρήσιμες συνταγματικές αλλαγές. Και δεν μπορώ να καταλάβω για ποιον λόγο το αρνείται αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ πεισματικά, εκτός εάν πρέπει να σκεφτώ ότι κάποιοι ίσως από εσάς να το θέλουν, να βλέπουν την ανάγκη αλλαγής, να βλέπουν -τουλάχιστον όσοι είναι δικηγόροι και ξέρουν- ότι χίλιοι διακόσιοι Έλληνες και Ελληνίδες σπουδάζουν νομικά στην Κύπρο αυτήν τη στιγμή. Γιατί αυτό είναι καλό; Γιατί μας αρέσει αυτό; Ίσως και εσείς να βλέπετε την ανάγκη αλλαγής, αλλά να πλειοψηφεί σε εσάς η άποψη πως πρέπει να κρατηθούν κάποια προσχήματα επαφής με το εκλογικό σας σώμα. Όμως, αυτό που ενδιαφέρει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες δεν είναι το δικό σας πολιτικό πρόβλημα, εκλογικό σας πρόβλημα, αλλά είναι τι θα κάνουμε επί του συγκεκριμένου θέματος. Να πάψουμε σ’ αυτόν τον τόπο να είμαστε τραγικά αυτοδίδακτοι, όπως κάποιος πολύ σημαντικός Έλληνας έχει πει και να δούμε εάν μπορούμε να κάνουμε κάποια αλλαγή.

Σε ό,τι με αφορά προσωπικά, το 2006 είχα ψηφίσει «λευκό» στη συγκεκριμένη πρόταση. Μάλιστα, έχω μια συνέντευξη εδώ που είχα πει σε ραδιόφωνο πως τίθεται το θέμα της αναθεώρησης του άρθρου 16 για τα μη κρατικά και μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, που προσωπικώς με βρίσκει σύμφωνο, όπως είχα πει. Ωστόσο, η πρόταση που είχε διαμορφωθεί και από την Πλειοψηφία, αλλά και από εμάς τότε, δεν με κάλυπτε, διότι η δική μου πρόταση ήταν να πρωτοτυπούσαμε. Αυτό ήθελε έρευνα, ήθελε μελέτη για καλύτερη προσέγγιση, αλλά ήταν μια πρόταση και τη διατηρώ ακόμη. Να μπορούσε το Σύνταγμα στο άρθρο 16 να κατοχυρώσει τα νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακού δικαίου στο Σύνταγμα –ο νόμος το επιχειρεί αυτό για ειδικές κατηγορίες νομικών προσώπων, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία- μια sui generis νέα κατηγορία νομικών προσώπων πανεπιστημιακού δικαίου, ώστε να μπορεί ο κοινός νομοθέτης να συναιρέσει το στοιχείο του μη κρατικού αλλά και το στοιχείο του δημόσιου πανεπιστημίου ταυτοχρόνως για νέα ιδρύματα που θα δημιουργούνταν.

Αυτή η πρόταση δεν έγινε δεκτή από τον πολιτικό φορέα στον οποίο έχω την τιμή να ανήκω και συνεπώς καταψήφισα στην αντίστοιχη με τη σημερινή μας Επιτροπή τις προτάσεις και της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και του ΠΑΣΟΚ ή μάλλον ψήφισα «λευκό».

Δεν έχω τον χρόνο να κάνω αναφορά στα πολλά άρθρα που προτείνει η Νέα Δημοκρατία σε αυτό το κομμάτι των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά θα κάνω αναφορά σε ένα που είναι πρότυπο και για τα υπόλοιπα που προτείνετε, αλλά που προτείνει και ο ΣΥΡΙΖΑ, στα άρθρα 21 και 22.

Τι χρειαζόμαστε αναθεώρηση, όταν η εφαρμογή τα έχει λύσει τα προβλήματα και αυτά που θέλουμε να βάλουμε στο Σύνταγμα ήδη υπάρχουν;

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ (Ειδικός Εισηγητής του Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή): Εις ό,τι αφορά το άρθρο 16, σύμφωνα με την προωθούμενη αναθεώρηση, η ανώτατη εκπαίδευση παύει να είναι δημόσιο αγαθό, το οποίο παρέχεται δωρεάν από την πολιτεία σε όλους τους πολίτες.
 
Επιχειρείται εκχώρηση σε διάφορα κέντρα του δικαιώματος να πωλούν πτυχία ισότιμα με εκείνα των δημοσίων πανεπιστημίων. Για εμάς, τη Χρυσή Αυγή, εκείνο το οποίο επιδιώκεται με την προτεινόμενη εκχώρηση οδηγεί στη θεσμοθέτηση της εμπορευματοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης και της παιδείας. Γι’ αυτό είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι.
 
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΣ (Ειδικός Εισηγητής του ΚΚΕ): Δεν υπάρχει πιο εμβληματικό παράδειγμα για όλα αυτά από το άρθρο 16. Και δεν μιλάμε για την παράγραφο 4 αυτού του άρθρου, που κάνει λόγο για το δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες, παράγραφος που αποτελεί ίσως και το πιο σύντομο ανέκδοτο της εποχής για την εργατική και λαϊκή οικογένεια, αφού καλείται να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη για να αντιμετωπίσει τα τεράστια κενά και τις ελλείψεις της δημόσιας εκπαίδευσης, προκειμένου να σπουδάσει τα παιδιά της.

Μιλάμε για την παράγραφο 5 που υπάρχει και σωστά υπάρχει. Κι εμείς λέμε μάλιστα και προτείνουμε αυτή η πρόνοια να εφαρμοστεί και για την υπόλοιπη εκπαίδευση και για την πρωτοβάθμια και για τη δευτεροβάθμια και για την προσχολική αγωγή.

Μιλάμε, λοιπόν, για την παράγραφο 5 που υπάρχει και σωστά, όπως είπαμε, όπως άλλωστε και όλες οι θετικές διακηρύξεις του Συντάγματος σε αυτό το άρθρο 16, που μιλάει για την αποκλειστικότητα της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Η ύπαρξη, όμως, αυτού του άρθρου, λόγω ακριβώς της υπεροχής του ευρωενωσιακού δικαίου, σε τίποτε δεν εμπόδισε τη διαμόρφωση μιας ολόκληρης αγοράς στην ανώτατη εκπαίδευση, που ολοένα και επεκτείνεται με τα λογής λογής κολέγια και για τα οποία μάλιστα πρόσφατα Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, με βάση αυτές τις ευρωπαϊκές Οδηγίες, πιέζουν με ερώτηση τους να αναγνωριστούν τα πτυχία που χορηγούν. Για τέτοια αντινεοφιλελεύθερη συνέπεια μιλάμε.

Για να μην μιλήσουμε για την αποθέωση επί ΣΥΡΙΖΑ της επιχειρηματικότητας των πανεπιστημίων, γενικεύοντας τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά και εμπορευματοποιώντας κάθε ανάγκη των φοιτητών.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΩΤΑΣ (Γενικός Εισηγητής του «Ποταμιού»): Το βασικό κομμάτι της σημερινής μου ομιλίας θα το αφιερώσω στην παράγραφο 5 του άρθρου 16, τη διάταξη που μας δίνει μία παγκόσμια πρωτοτυπία, τη συνταγματική απαγόρευση ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, που δεν υπάρχει σε κανένα Σύνταγμα στον κόσμο. Είναι ένα άρθρο του οποίου η τροποποίηση δεν έχει να κάνει με ιδεοληψίες και αγορές, όπως ισχυρίζονται οι επικριτές και οι υποστηρικτές του αντίστοιχα, αλλά έχει να κάνει με τις επιλογές που δίνουμε στους νέους μας.

Σήμερα πολλά παιδιά μπαίνουν εκεί που τους κατανέμει το σύστημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, σε σχολές που δεν επέλεξαν στις πρώτες τους επιλογές, σε σχολές που θα σπουδάσουν -αν σπουδάσουν τελικά- με το ζόρι, ή ακόμα σε σχολές όπου θα είναι στοιβαγμένοι στην κυριολεξία, καθ’ ότι το μονοπώλιο της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης «κάνει λάστιχο» τη δυναμικότητα των σχολών και ας παραπονιούνται οι διάφορες πανεπιστημιακές σχολές και δεν πρέπει να τις ακούει κανείς για αυτό.

Αν το σύστημα αποκτήσει περισσότερους βαθμούς ελευθερίας, θα έχουμε καλύτερες λύσεις, περισσότερα παιδιά να σπουδάζουν αυτό που θέλουν. Όταν τα μη κρατικά πανεπιστήμια μπορεί να αποτελούν την πρώτη επιλογή για κάποια παιδιά, αυτό αμέσως αμέσως θα αδειάσει θέσεις στα δημόσια. Έτσι, λιγότερα παιδιά θα αναγκαστούν για τέσσερα ή πέντε χρόνια να βλέπουν από το skype τη χώρα μας και περισσότεροι ερευνητές και καθηγητές θα μένουν στη χώρα μας για να διδάξουν σε αυτά.

Μην χύνετε, λοιπόν, απλώς κροκοδείλια δάκρυα για το brain drain, όταν μπορείτε πράγματι να κάνετε κάτι για αυτό.

Πρέπει, λοιπόν, να ξεκινήσουμε με την αφετηρία ότι τα μη κρατικά πανεπιστήμια δεν είναι ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά με τα δημόσια, με κάποιες  βέβαια προϋποθέσεις, τις οποίες έχουμε στην πρότασή μας: πρώτον, ότι θα είναι υπό την εποπτεία της ΑΔΙΠ, που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως και τα δημόσια πανεπιστήμια σε ό,τι αφορά τις προδιαγραφές διδασκόντων, την αξιολόγηση, την πιστοποίηση προγραμμάτων σπουδών κ.λπ., δεύτερον, ότι ένα ποσοστό των εισακτέων και των φοιτητών, της τάξης του 15% με 20%, θα είναι με υποτροφίες, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν σε αυτά και όσοι δεν έχουν τα εισοδήματα και, τρίτον, ότι θα είναι μη κερδοσκοπικά, δηλαδή τα έσοδά τους θα πρέπει να ισοσκελίζουν τα έξοδα και δεν θα διανέμονται κέρδη, ώστε η βιωσιμότητά τους να μην έχει αποκλειστικά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Άκουσα αυτές τις μέρες κάποια επιχειρήματα από την πλευρά της Κυβέρνησης, από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, γιατί δεν πρέπει να αλλάξει το άρθρο 16. Τα ακούσαμε και σήμερα από τον κ. Κατρούγκαλο. Επιχειρήματα είναι και αυτό που ζήτησε ο κ. Τσίπρας στις 23 Νοεμβρίου του 2018 όταν στην Ώρα του Πρωθυπουργού -το διαβάζω από τα Πρακτικά- έλεγε: «Εμείς, λοιπόν, κύριε Μητσοτάκη, λέμε ότι αυτά τα ζητήματα είναι πάρα πολύ σημαντικά και είμαστε ανοιχτοί σε έναν πάρα πολύ ουσιαστικό διάλογο με επιχειρήματα. Να τα κουβεντιάσουμε ένα προς ένα», έλεγε ο κ. Τσίπρας. Και στη συνέχεια τόνιζε: «Δεν έχουμε, όπως λέτε, ούτε ιδεοληψίες ούτε παρωπίδες για κανέναν. Έχουμε απόψεις ισχυρές. Μπορεί να διαφωνείτε με αυτές, αλλά έχουμε απόψεις και επιχειρήματα».

Θα αντικρούσω, λοιπόν, σήμερα τα επιχειρήματα που έχω ακούσει από τον ΣΥΡΙΖΑ ένα προς ένα, επιχειρήματα που ακούσαμε και σήμερα, αλλά και στη συζήτηση που είχε γίνει στην Ολομέλεια.
Επιχείρημα πρώτο: Θα είναι οι ιδιώτες ανεξέλεγκτοι, με σκοπό το κέρδος. Μπορούμε να κάνουμε, όπως είπα προηγουμένως, το πρώτο βήμα απελευθερώνοντας μερικώς την ανώτατη εκπαίδευση από τα δεσμά του κρατισμού με μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά ιδρύματα. Τέτοια είναι άλλωστε τα περισσότερα από τα φημισμένα μη κρατικά πανεπιστήμια που υπάρχουν στον κόσμο. Οι προδιαγραφές θα καθορίζονται με νόμο και θα είναι όπως στα δημόσια. Θα μπορούν να δραστηριοποιηθούν κοινωφελή ιδρύματα, για τα οποία άλλωστε η Κυβέρνηση παινεύεται και παινεύει τη συνεργασία της σε άλλους τομείς, όπως για παράδειγμα στον πολιτισμό, με το ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» ή στην υγεία με το Ίδρυμα Ωνάση. Γιατί όχι, λοιπόν, και στην παιδεία; Τους εμπιστευόμαστε τις ζωές μας στα νοσοκομεία, δεν θα μπορούμε να τους εμπιστευτούμε τις σπουδές μας στα πανεπιστήμια;

Επιχείρημα δεύτερο: Θα είναι σούπερ μάρκετ πτυχίων και θα έχουν χαμηλή ποιότητα. Η προϋπόθεση του δημόσιου ελέγχου και της δημόσιας εποπτείας από την ΑΔΙΠ ή άλλη ανεξάρτητη αρχή αν δεν σας αρέσει η ΑΔΙΠ -που δεν θα σας αρέσει, απ’ ό,τι φαίνεται γιατί την έχετε παραμερίσει τελευταία- θα είναι το εχέγγυο.

Επιτρέψτε στο σημείο αυτό να πω ότι σε ανώτατες σχολές που μπαίνουν σήμερα οι μαθητές με βαθμό 3 και 4, ξεκινάει ήδη προβληματικά η διασφάλιση ποιότητας της συγκεκριμένης ανώτατης εκπαίδευσης. Η ποιότητα στα πανεπιστήμια δεν κινδυνεύει από τα μη κρατικά ιδρύματα, αλλά από τις ψηφοθηρικές πολιτικές των Κομμάτων.

Όσοι λένε ότι τα πτυχία από τα μη κρατικά πανεπιστήμια θα είναι «πέτσινα», τι λένε οι ίδιοι για τα πτυχία από τα δημόσια ιδρύματα, στα οποία οι φοιτητές περνούν επ’ αμοιβή -αποδεδειγμένα μάλιστα- τα μαθήματα; Εκεί γιατί δεν λέμε κάτι; Ή μήπως ό,τι είναι δημόσιο είναι καλό και τίμιο και ό,τι είναι ιδιωτικό μάς «μυρίζει»;

Χρειάζεται απλώς σωστός και ενιαίος έλεγχος, όπως έχουμε πει από την αρχή. Είναι δηλαδή σαν να λέμε ότι με το σημερινό καθεστώς έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη στα μη κρατικά ιδρύματα του εξωτερικού, των οποίων αναγνωρίζουμε τους αποφοίτους, όταν έρχονται από Αγγλία, Ολλανδία, Ρουμανία, Αλβανία, αλλά εδώ θα έχουμε πρόβλημα, δεν θα έχουμε εμπιστοσύνη στη δική μας Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας, η οποία είναι η ίδια που αξιολογεί και πιστοποιεί και τα δημόσια πανεπιστήμια. Εδώ, λοιπόν, υπάρχει οξύμωρο.

Πάμε στο τρίτο επιχείρημα: Δεν μπορούν οι φτωχοί να σπουδάσουν σε αυτά. Είναι για γόνους. Πρώτα απ’ όλα οι γόνοι, όπως λέτε, οι κληρονόμοι, οι πορφυρογέννητοι, όποτε θέλουν, φεύγουν έξω και πολλοί ήδη το κάνουν. Το μέτρο των υποχρεωτικών υποτροφιών με ένα ελάχιστο ποσοστό 15% έως 20%, όπως είπαμε προηγουμένως, που μπορεί να μπει στον νόμο, είναι αρκετό για να μην αποτελεί εμπόδιο το εισόδημα για ένα άξιο παιδί και έτσι να εξασφαλίζεται και η κοινωνική κινητικότητα στην οποία όλοι ομνύουμε.

Επιχείρημα τέταρτο: Θα φύγουν οι καθηγητές από τα δημόσια πανεπιστήμια και θα πάνε στα ιδιωτικά. Στο παγκοσμιοποιημένο εκπαιδευτικό περιβάλλον φεύγουν ήδη από τώρα. Έχω πολλούς συναδέλφους από το Πολυτεχνείο που έχουν ήδη φύγει στο εξωτερικό. Προτιμάμε να τους χάνουμε τελείως από τη χώρα;

Εξάλλου, υπάρχει τέτοια ποιότητα και ποσότητα από κάτω, διδάκτορες, μεταδιδάκτορες, με όρεξη και ενθουσιασμό, έτοιμοι να τους αντικαταστήσουν, αρκεί όλα αυτά να γίνουν με σωστές ανοιχτές διαδικασίες και όχι με προσωποπαγείς θέσεις, όπως βλέπουμε τελευταία να γίνεται επικίνδυνη πελατειακή μόδα. Βλέπουμε, λόγου χάρη, μονιμοποιήσεις λεκτόρων.

Επιχείρημα πέμπτο: Θα υπάρξει μεγαλύτερος ανταγωνισμός στα ερευνητικά προγράμματα. Αυτός είναι ένας άρρητος φόβος, που λέγεται μάλλον ψιθυριστά προς το παρόν, ότι δηλαδή φοβούνται τα δημόσια πανεπιστήμια ότι θα αποκτήσουν ανταγωνισμό στα ερευνητικά προγράμματα.

Μα, ήδη, τα δημόσια πανεπιστήμια λειτουργούν σε ένα απόλυτο ευρωπαϊκό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που είναι ανταγωνιστικό. Ίσα- ίσα πιστεύω ότι οι συνέργειες δημόσιων και μη κρατικών ελληνικών πανεπιστημίων μπορούν να δημιουργήσουν πιο ισχυρές και ελκυστικές ερευνητικές προτάσεις. Άλλωστε, οι προτάσεις πλέον στα ερευνητικά προγράμματα είναι από ομάδες ερευνητών, από ομάδες πανεπιστημίων.

Επιχείρημα έκτο: Στην Ευρώπη δεν υπάρχουν καλά ιδιωτικά πανεπιστήμια. Στην Ευρώπη τα καλύτερα πανεπιστήμια είναι τα δημόσια. Το ίδιο πιστεύω ότι θα συνεχίσει να ισχύει και για τη χώρα μας, λόγω παράδοσης κυρίως. Όμως, όσοι επικαλούνται αυτό το επιχείρημα ξεχνούν ότι πουθενά στην Ευρώπη δεν απαγορεύονται τα μη κρατικά, όπως συμβαίνει εδώ.

Επίσης, υπάρχουν και μη κρατικά, όπως για παράδειγμα το Bocconi στην Ιταλία, το Insead στη Γαλλία, που είναι κορυφαία στον κλάδο τους, που είναι –ας το πούμε- οι σπουδές διοίκησης, ενώ δίπλα μας, στην Τουρκία που δεν πρέπει να την υποβαθμίζουμε ακαδημαϊκά –μην νομίζετε ότι είναι πίσω από εμάς η Τουρκία ακαδημαϊκά- τα τρία κορυφαία πανεπιστήμιά τους, με βάση τη λίστα του Times Higher Education είναι μη κρατικά. Είναι το Sabanci, το Koc και το Bilkent University.

Άρα, στην Ευρώπη αυτή η συμπληρωματικότητα δημόσιων και μη κρατικών υπάρχει και λειτουργεί, όπως φαίνεται, προς όφελος των δημοσίων. Επαναλαμβάνω ότι στην Ευρώπη πουθενά δεν απαγορεύεται η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων. Αυτό λοιπόν πρέπει να είναι το βασικό μας συμπέρασμα.

Επιχείρημα έβδομο: Ποιος θα κάνει τέτοια επένδυση; Θεωρώ ότι καταρχήν μεγάλα κοινωφελή ιδρύματα, όπως το «Νιάρχος» και το «Ωνάσειο», θα ενδιαφέρονται. Επίσης, επειδή η Ελλάδα έχει ένα brand name και επιστημονικά, αλλά και πολιτιστικά θα ενδιαφέρει και φημισμένα ξένα πανεπιστήμια που δεν έχουν ως σκοπό το κέρδος, αλλά την ακαδημαϊκή φήμη. Ένα campus δικό τους στη χώρα μας το προσφέρει αυτό και επιστημονικά και πολιτιστικά και γεωπολιτικά.

Το επιχείρημα του Υπουργείου -που έχω ακούσει- ότι κανένας δεν έχει φέρει ένα business plan για ιδιωτικό ή μη κρατικό πανεπιστήμιο, επιτρέψτε μου να πω ότι είναι αστείο. Είναι σαν να λέει το Υπουργείο Ενέργειας ότι «κανείς δεν μου έχει φέρει σχέδια για πυρηνικό σταθμό», όταν ξέρουμε ότι αυτή η τεχνολογία απαγορεύεται στη χώρα μας. Όχι, λοιπόν, τέτοια φαιδρά επιχειρήματα.

Επιχείρημα όγδοο: Ακούστηκε και σήμερα το επιχείρημα για τα δάνεια των φοιτητών. Είναι 1,5 τρισεκατομμύρια στην Αμερική αυτός ο υπερδανεισμός. Το έχω ακούσει και από τον κ. Γαβρόγλου στην επιχειρηματολογία του. Αναφέρεται στην Αμερική, όπου εκεί όλες οι σπουδές ακόμα και σε δημόσια πανεπιστήμια έχουν δίδακτρα.

Άραγε, ο κ. Γαβρόγλου ξέρει στην Ελλάδα φοιτητές που έχουν πάρει δάνεια για πληρώσουν τα δίδακτρά τους στο ΕΑΠ, στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο ή στα μεταπτυχιακά προγράμματα στα ελληνικά πανεπιστήμια; Γιατί και εδώ -μην το ξεχνάμε- έχουμε σπουδές και προπτυχιακές στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο και μεταπτυχιακές που έχουν δίδακτρα. Ξέρει να δίνουν οι ελληνικές τράπεζες τέτοια δάνεια ή γενικότερα να δίνουν δάνεια σήμερα; Εδώ δεν δίνουν στις επιχειρήσεις. Πώς, λοιπόν, μπορούμε να το επικαλούμαστε αυτό ως επιχείρημα;

Επιχείρημα ένατο: Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα κάνουν κατευθυνόμενη έρευνα –ακούστηκε και αυτό-, θα μεροληπτούν ερευνητικά. Και τώρα όμως τα δημόσια πανεπιστήμια παίρνουν ερευνητικά προγράμματα από ιδιωτικούς φορείς. Στα αποτελέσματα μεροληπτούν υπέρ των εργοδοτών τους και ποιος το κρίνει αυτό;

Υπάρχουν επίσης ερευνητικά κέντρα που είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Η έρευνα εκεί είναι κατευθυνόμενη; Να το πούμε δυνατά, αν είναι αυτό. Οι έρευνες κρίνονται με επιστημονικά και όχι με ιδεολογικά κριτήρια. Τα εχέγγυα μεροληψίας μιας έρευνας είναι ανεξάρτητα από τον φορέα που την υλοποιεί, αν ικανοποιούνται τα βασικά επιστημονικά κριτήρια που είναι αντικειμενικά.  

Επιχείρημα δέκατο: Είναι η γνωστή καραμέλα του νεοφιλελευθερισμού. «Αιχμή του δόρατος του νεοφιλελευθερισμού» είχαμε ακούσει από τον κ. Παρασκευόπουλο στην εισήγησή του στην Ολομέλεια και από την κυρία Αναγνωστοπούλου, καθώς και από τον κ. Κατρούγκαλο σήμερα. Αυτό που λέτε ότι κάθε μη κρατικό είναι νεοφιλελεύθερο μην το χρησιμοποιείτε ως επιχείρημα γιατί είναι αστείο. Είναι νεοφιλελεύθερη, λοιπόν, η Βενεζουέλα που έχει είκοσι τρία ιδιωτικά πανεπιστήμια; Είναι νεοφιλελεύθερος ο κ. Μπαλτάς που τελείωσε το κολέγιο; Είναι νεοφιλελεύθερος ο κ. Μυλόπουλος που δίδαξε σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Κύπρου, στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου;

Είναι, τέλος, νεοφιλελεύθερος ο κ. Τσίπρας που στέλνει τα παιδιά του –και καλά κάνει- σε ιδιωτικό σχολείο; Η απάντηση είναι «όχι». Ούτε εγώ είμαι νεοφιλελεύθερος που πήγα σε δημόσιο σχολείο, τελείωσα το δημόσιο πανεπιστήμιο, έγινα καθηγητής σε δημόσιο πανεπιστήμιο, τα παιδιά μου πήγαν σε δημόσιο σχολείο και μετά μπήκαν σε δημόσιο πανεπιστήμιο. Απλώς δεν έχω κανένα σύμπλεγμα, καμία ανασφάλεια απέναντι στο μη κρατικό, γιατί το βλέπω συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά. Επαναλαμβάνω και πάλι ότι το καλό δημόσιο πανεπιστήμιο –και αυτό το λέω εκ των έσω, έχοντας ιδία άποψη- έχει τέτοια παράδοση και ιστορία που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από το μη κρατικό.

Επιχείρημα ενδέκατο: «Πώς θα μπαίνουν στα μη κρατικά πανεπιστήμια; Θα υπάρχει έλλειψη αξιοκρατίας». Είπαμε ότι ένα 15%-20% μπορεί να μπαίνει με υποτροφίες, οπότε εκεί θα μετρά ο βαθμός των Πανελλαδικών. Κατά τα άλλα, δεν θα ανακαλύψουμε τον τροχό. Υπάρχουν παραδείγματα από το εξωτερικό. Για τα υπόλοιπα παιδιά, λοιπόν, ανάλογα με τη ζήτηση θα πρέπει να υπάρχουν κριτήρια, με βάση τα οποία θα δημιουργείται και θα αξιολογείται ο φάκελος του υποψηφίου με τις μαθητικές, κοινωνικές, αθλητικές ή και άλλες επιδόσεις, γλώσσες, τέχνες κλπ. Αν δεν υπάρχει αξιοκρατία, εξάλλου, θα το πληρώσουν στην ποιότητα αυτά τα ιδρύματα, η οποία θα είναι και απόλυτα μετρήσιμη.

Και τέλος, έρχομαι στο δωδέκατο επιχείρημα: Θίγεται ο δημόσιος χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης και υποβαθμίζονται τα δημόσια πανεπιστήμια, αν γίνουν ιδιωτικά. Μα, δεν είπε κανένας ότι θα κλείσουμε τα δημόσια, για να κάνουμε μη κρατικά ή ότι τα μη κρατικά πανεπιστήμια θα αντικαταστήσουν τα δημόσια. Μιλήσαμε για συμπληρωματικές και όχι ανταγωνιστικές δραστηριότητες. Μάλιστα, με τα μη κρατικά θα αυξηθεί η δυναμικότητα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης να εκπαιδεύσει τους νέους μας.

Όσο για τη χρηματοδότηση των δημοσίων πανεπιστημίων, ο Πρωθυπουργός είπε στις 14 Νοεμβρίου στη δευτερολογία του –και το διαβάζω από τα Πρακτικά- «Διότι με βάση το ισχύον πλαίσιο ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει, αν υπάρχουν συνταγματικά κατοχυρωμένα ιδιωτικά πανεπιστήμια, το κράτος να δίνει ίση επιχορήγηση στα δημόσια και στα ιδιωτικά». Αυτό δεν είναι απλώς «fake news», είναι «super fake news». Μάλλον δεν είναι «fake news», αλλά είναι «make news», δηλαδή φτιαγμένα και κατασκευασμένα για να «ντύσουν» την ιδεοληψία και τον αφορισμό ότι τα μη κρατικά πανεπιστήμια τάχα θα στερήσουν πόρους από τα δημόσια.

Αυτό που είπε ο κ. Τσίπρας δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και απορώ ποιος ζηλωτής του κρατικού μονοπωλίου του το έγραψε και τον εξέθεσε. Αν, όμως, η άρνηση για την αναθεώρηση του άρθρου 16 στηρίζεται σε τέτοια «fake news», θα πρέπει να αναθεωρήσετε τη μη αναθεώρηση του άρθρου 16.

Εδώ κλείνω την αντίκρουση των δώδεκα επιχειρημάτων, τους μύθους δηλαδή που έχουν ακουστεί. Δεν θα αναφερθώ σ’ αυτά που είπαν και οι προηγούμενοι συνάδελφοι για τα πολύ σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη που έχουν χιλιοειπωθεί –τα είπα και στην ομιλία μου στις 14 Νοεμβρίου στην Ολομέλεια- όπως για τις επενδύσεις, τη δραστηριότητα στη χώρα μας, τα έσοδα στη χώρα, το ότι θα μένει συνάλλαγμα στη χώρα, το ότι θα μένει επιστημονικό προσωπικό, φοιτητές στη χώρα μας, ενώ θα μπορούμε να προσελκύσουμε και ξένους. Ακόμα και οι παθογένειες, οι παιδικές ασθένειες του δημόσιου πανεπιστημίου θα βελτιωθούν, γιατί συνέργεια δεν σημαίνει μόνο συνεργασία, αλλά σημαίνει και συναγωνισμός και όταν οι Έλληνες φοιτητές του δημόσιου πανεπιστημίου δουν δίπλα τους τις καλύτερες συνθήκες λειτουργίας και καθημερινότητας, θα απαιτήσουν και για τα δικά τους δημόσια πανεπιστήμια καλύτερες συνθήκες.

Μήπως αυτό είναι που φοβόμαστε τελικά; Πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε αυτό το βήμα τώρα. Αλλιώς θα πρέπει να περιμένουμε άλλα δέκα χρόνια μετά την επόμενη Αναθεώρηση. Μας ενδιαφέρει πρώτα το δημόσιο πανεπιστήμιο. Όμως, πρωτίστως μας ενδιαφέρει το ελληνικό πανεπιστήμιο και η ελληνική κοινωνία που βλέπει κάθε χρόνο χιλιάδες παιδιά της να ξενιτεύονται, όταν μπορούν να σπουδάσουν ποιοτικά και αξιοπρεπώς στη χώρα μας. Δεν πρέπει να χάσουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα που έχουμε, το οποίο είναι το διανοητικό μας κεφάλαιο ούτε να το αφήνουμε να γλιστρά σαν το νερό μέσα από τα δάχτυλά μας, μεταναστεύοντας σε πανεπιστήμια του εξωτερικού.

Νομίζω ότι μπορούμε να βρούμε win win λύσεις κάνοντας το πρώτο βήμα με την τροποποίηση του άρθρου 16 παράγραφος 5, που θα επιτρέπει υπό αυστηρούς όρους τα μη κρατικά πανεπιστήμια, βάζοντας στον νόμο αυστηρές προδιαγραφές: μη κερδοσκοπικά, εποπτεία ανεξάρτητης αρχής, υποχρεωτικές υποτροφίες. Αυτή πιστεύουμε ότι είναι μια συμβιβαστική λύση που δεν νομίζω ότι μπορεί να αρνηθεί η Κυβέρνηση, όταν συμφωνεί σχεδόν σύσσωμη η Αντιπολίτευση. Ακόμα και οι συγκυβερνώντες σας συμφωνούν.

Η συναίνεση άλλωστε είναι ένα τανγκό που θέλει δυο. Ξέρω ότι αυτό το άρθρο, το 16, έχει για εσάς ιδεολογική αξία. Όμως, για να βρούμε τις βέλτιστες λύσεις για την ελληνική κοινωνία πρέπει να βγαίνουμε από τα ιδεολογικά κουτάκια μας. Οι καιροί έχουν αλλάξει. Το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ανώτατης εκπαίδευσης έχει αλλάξει, και εμείς εδώ δίνουμε μάχες οπισθοφυλακών. Αντί να συζητούμε τις προδιαγραφές που πρέπει να έχουν τα μη κρατικά πανεπιστήμια προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας, συζητάμε το εάν θα συνεχίσουμε να είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο που τα απαγορεύει.

Μιλάτε για προοδευτική κατεύθυνση ή προοδευτική συμμαχία. «Προοδευτικός» σημαίνει όμως και ανοχή στο νέο, όχι φόβος και ανασφάλεια. Αυτός είναι ο ορισμός του συντηρητισμού, με τον οποίο υποτίθεται ότι έχετε μέτωπο. Για όλα αυτά που κατηγορείτε, λοιπόν, τη Νέα Δημοκρατία σε άλλα θέματα, για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, τα δικαιώματα, το Μακεδονικό πρόσφατα, τα ίδια κάνετε και εσείς στο θέμα της αναθεώρησης του άρθρου 16: ταμπουρώνεστε στο παλιό. Οι μεγαλύτερες μάχες που δίνουμε δεν είναι απέναντι στους άλλους, είναι απέναντι στον παλιό μας εαυτό.

Τολμήστε το, για να βοηθήσετε να τολμήσουμε όλοι και σε άλλα θέματα που η χώρα μας έχει ανάγκη τομές, που η χώρα μας έχει ευκαιρίες, που η χώρα μας θέλει συγκλίσεις. Αλλιώς θα είμαστε στο ίδιο έργο θεατές αυτής της άγονης αντιπαράθεσης, που μας βουλιάζει όλο και πιο κάτω.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

e-epimorfosi.aegean

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ