Placeholder

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΑΠΟΨΗ

Homo homini lupus est», ή πως καταρρέει η «Ακαδημαϊκή Κοινότητα» σε 16 μήνες!

Kείμενο-παρέμβαση για τις αλλαγές της τελευταίας 2,5ετίας (κυρίως των τελευταίων 16 μηνών, με τις συγχωνεύσεις ΑΕΙ)
Δημοσίευση: 24/05/2019
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Διονύσης Γουβιάς
Αν. Καθηγητής Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Πριν περίπου 2,5 χρόνια, είχα δημοσιεύσει ένα κείμενο, το οποίο τιτλοφόρησα «Ο Διάλογος που δεν έγινε (και, ίσως, δεν γίνει ποτέ…)», εκφράζοντας την αγωνία μου ότι, για ακόμα μια φορά, η πρόσφατη τότε (Νοέμβριος 2016) αλλαγή στην ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας & Θρησκευμάτων (ΥΠΠΕΘ) σηματοδότησε μια συμβολική κίνηση «υποχώρησης» της κυβέρνησης πάνω σε μια σειρά θεμάτων εκπαιδευτικής πολιτικής, με έμφαση στην έλλειψη οποιασδήποτε έννοιας «διαλόγου» μέσα στον ακαδημαϊκό χώρο, αλλά και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού για την ανώτατη εκπαίδευση, όχι μόνο σε επίπεδο ΥΠΠΕΘ, αλλά και μεμονωμένων ΑΕΙ. Δυστυχώς, επαληθεύθηκα, αλλά με έναν τρόπο διαφορετικό και πολύ χειρότερο από εκείνον που φοβόμουν εκείνη την εποχή.

Οι εξελίξεις στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΕ) τα τελευταία 2 χρόνια (μετά την ψήφιση του Ν. 4485/2017) είναι ραγδαίες και θυμίζουν σε πολλές περιπτώσεις ένα νέο «Δόγμα του Σοκ», όπως το βίωσε τουλάχιστον η ελληνική κοινωνία από την άνοιξη του 2010 και μετά. Όπως στην εξαετία 2010-2015 βλέπαμε μέσα εκατοντάδες –συχνά και χιλιάδες— σελίδες νομοθετικών παρεμβάσεων να ψηφίζονται σε ένα βράδυ με τη διαδικασία του κατεπείγοντος,  χωρίς να έχει προηγηθεί κανένας «κοινωνικός διάλογος» (το φύλλο συκής της μεταπολεμικής συναίνεσης σε κάθε προηγμένη καπιταλιστική κοινωνία), έτσι και τώρα, μέσα από μία «βιομηχανία νομοσχεδίων» (κατά την ΠΟΣΔΕΠ) έχουμε την ίδια μεθοδολογία εισαγωγής «μεταρρυθμίσεων» --χωρίς απαραίτητα να υφίσταται η ίδια στοχοθεσία με τα νομοθετήματα 2010-2015…

Μέσα σε λιγότερο από μια διετία (σε 16 μήνες για την ακρίβεια, αν λάβουμε ως αφετηριακό σημείο την ψήφιση του πρώτου σχετικού νόμου, που αφορούσε στην ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής), το ΥΠΠΕΘ πέτυχε τη μείωση του αριθμού  των ΑΕΙ από 38 σε 23, μέσα από τις συγχωνεύσεις πανεπιστημίων με ΤΕΙ (με προτάσεις «ειδικών επιτροπών» που όρισε ο ίδιος ο Υπουργός, και όχι με βάση προτάσεις θεσμοθετημένων φορέων όπως η ΑΔΙΠ), ιδρύθηκαν σχολές και πολυάριθμα νέα τμήματα, σε ποικίλα γνωστικά αντικείμενα χωρίς να εντάσσονται σε έναν στρατηγικό σχεδιασμό για τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας. Τις περισσότερες φορές τα νέα τμήματα –και σχολές—προέκυψαν από απλή αντιγραφή των ονομάτων των αντιστοίχων τμημάτων των ιδρυμάτων προέλευσης.

Σε αυτό το κείμενο δεν θα ασχοληθώ με θέματα μακρο-επιπέδου εκπαιδευτικής πολιτικής και «κανονικοτήτων» που αφορούν στην εφαρμογή των επιταγών της Μπολόνιας ή της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ (βλ. έκθεση επιτροπής του τελευταίου που παραδόθηκε στο ΥΠΠΕΘ τον Απρίλιο του 2018). Αυτό γίνεται γιατί για την πρώτη (τη διαδικασία της Μπολόνιας) έχω γράψει σχετικό κείμενο (περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ, τ. 145), ενώ για τη δεύτερη (εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ) πέρα από το γεγονός ότι θα ασχοληθώ στο μέλλον, δεν νομίζω ότι οι υπό εξέταση αλλαγές εμπίπτουν στη στοχοθεσία της –η οποία, μην ξεχνάμε τονίζει την «αξιολόγηση» θεσμών, δομών και ατόμων, προκειμένου, ανάμεσα στα άλλα, να υπάρξουν «αναδιαρθρώσεις» στα ελληνικά ΑΕΙ που θα ενισχύουν την «αυτονομία» τους και τη «σύνδεσή τους με την αγορά εργασίας», ενώ οι αλλαγές του ΥΠΠΕΘ δεν μπήκαν σε καμιά λογική αξιολόγησης, όπως θα δούμε σε λίγο (βλ. http://www.oecd.org/greece/education-for-a-bright-future-in-greece-97892...).

Στο παρόν κείμενο θα ασχοληθώ με το μεσο- και τι μικρο-επίπεδο, σχολιάζοντας κριτήρια, διαδικασίες, επικοινωνιακές στρατηγικές που επικράτησαν στις «αναδιαρθρωτικές» αυτές κινήσεις, όχι τόσο για να μπω σε μια απλουστευτική περιπτωσιολογία –η οποία θα συσκοτίσει την ευρύτερη εικόνα της εφαρμοζόμενης εκπαιδευτικής πολιτικής και θα δημιουργήσει παρεξηγήσεις περί των αληθινών προθέσεών μου— αλλά για να καταδείξω το πως τα παραπάνω επίπεδα από τη μια αντανακλούν τις ευρύτερες δομικές συνθήκες του σύγχρονου καπιταλισμού, όπως αυτός επηρεάζει –μέσα από πολύπλοκες διεργασίες—το «πεδίο» (κατά την ορολογία του Bourdieu) της ελληνικής ΑΕ, ενώ από την άλλη εκφράζουν τις ιδιαιτερότητες του πεδίου αυτού, το οποίο έχει διαμορφωθεί μέσα από τη μεταπολεμική ανάπτυξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Είναι σημαντικό εδώ να αναφέρουμε τις ιδιαιτερότητες των σημαντικότερων «παικτών» στο πεδίο της ΑΕ στον ελληνικό χώρο, ούτως ώστε να μπορέσουμε να εξηγήσουμε πιο ουσιαστικά κάποιες πρόσφατες εξελίξεις.

Ας δούμε πρώτα τα μέλη Διδακτικού & Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) των ΑΕΙ (συμπεριλαμβάνω καθηγητές/τριες και των πανεπιστημίων αλλά και των ΤΕΙ), τα οποία χαρακτηρίζονται από ορισμένες ιδιοτυπίες οι οποίες αντανακλούν τόσο την ταξική τους θέση, όσο και τις ιδιαιτερότητες ανάπτυξης του «πεδίου» της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, ιδίως μετά τις αλλαγές του νόμου 1268/1982. Αυτή η επαγγελματική ομάδα χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη ταξική θέση μέσα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Από την άποψη της θέσης τους στον οικονομικό τομέα, είναι δημόσιοι υπάλληλοι και «άμεσοι παραγωγοί» (γνώσης), οι οποίοι δεν έχουν καμία μορφή οικονομικού κεφαλαίου, εκτός από ένα συγκεκριμένο και εξαιρετικά εξειδικευμένο πολιτιστικό (ακαδημαϊκό) κεφάλαιο, το οποίο και πάλι συνδέεται πάντα με το συγκεκριμένο ΑΕΙ, ενώ διαδραματίζουν ρόλο «νομιμοποίησης των όρων αναπαραγωγής των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων», κατατασσόμενοι στη «νέα μικροαστική τάξη». Υπάρχει επίσης μια οριζόντια οικονομική διαφοροποίηση μεταξύ των σχολών του διαφόρων ΑΕΙ, με τις περισσότερο προσανατολισμένες προς την αγορά να προσελκύουν χρηματοδότηση για διάφορα ερευνητικά έργα. Από τις αρχές της δεκαετίας του '80 και εφεξής, αρκετοί/ές από αυτούς/ές (οι πιο ριζοσπαστικοποιημένοι/ες) έχουν βρεθεί στην πρωτοπορία της προσπάθειας να προστατεύσουν τις «ακαδημαϊκές αξίες» (δηλαδή την κριτική έρευνα, την ακηδεμόνευτη επιστήμη, την πνευματική ελευθερία κ.λπ.). Τα αντιπροσωπευτικά τους όργανα (σύλλογοι και ομοσπονδίες) επέκριναν επανειλημμένα τις ελληνικές κυβερνήσεις για προσπάθειες ιδεολογικής παρέμβασης και πολιτικής καταπίεσης και αρκετά συχνά αντιτάχθηκαν έντονα –συνήθως με επιτυχία— σε ορισμένες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, ειδικά όταν επηρέασαν την ιδρυματική αυτονομία. Ωστόσο, εξαιτίας των ευρύτερων πολιτικών εξελίξεων και των οικονομικών μετασχηματισμών των τελευταίων δύο δεκαετιών (ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, με τα προγράμματα δημοσιονομικής πειθαρχίας), σε συνδυασμό με ορισμένες νομικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν υπό το πρίσμα της εναρμόνισης της εκπαιδευτικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο (βλ. Μπολόνια), ο ρόλος τους έχει υπονομευθεί σοβαρά. Έχουν επίσης επηρεαστεί βαθιά από τις τακτικές ροές χρηματικών πόρων της ΕΕ στην ελληνική ΑΕ, οι οποίοι διανέμονται πάντοτε σε εξαιρετικά ανταγωνιστική βάση, και προκαλούν τον/την κάθε ακαδημαϊκό να εργαστεί και κυρίως να σκεφτεί ως «επενδυτής» ή «επιχειρηματίας» που προσπαθεί να μεγιστοποιήσει τη δουλειά τα κέρδη του/της, ξεπερνώντας τους άλλους. Ο νέος πανεπιστημιακός δάσκαλος, για να θυμηθούμε τον S. Ball, είναι ένας «ετερόκλητος εαυτός», ο οποίος πιεσμένος κάτω από ολοένα και αυξανόμενα διδακτικά, ερευνητικά και διοικητικά καθήκοντα, και αναγκασμένος να επιβιώνει με μια ολοένα και συρρικνούμενη αγοραστική δύναμη, οργανώνει και κυρίως κατευθύνει την εργασία του «ως απάντηση σε στόχους, αξιολογήσεις» σε καθαρά ατομικό επίπεδο, χωρίς να ενδιαφέρεται για το τι γίνεται στο «δίπλα μαγαζί». Με αυτή την έννοια, οι νέες μεταρρυθμίσεις έχουν έρθει να «κουμπώσουν» πάνω σε ένα ήδη καθιερωμένο σύνολο πρακτικών των μελών ΔΕΠ. Αν και φάνηκε να ορθώνουν ένα έντονο αντιπαραθετικό λόγο στις αλλαγές που επιχειρήθηκαν από το καλοκαίρι του 2011 και εφεξής, και συγκρούσθηκαν –τόσο σε ακτιβιστικό όσο και σε νομικό επίπεδο— για μια σειρά αλλαγών-σοκ τη διετία 2013-2014 (π.χ. εκλογές για τα «Συμβούλια Διοίκησης», διαθεσιμότητες υπαλλήλων σε 8 ΑΕΙ, σχέδιο ΑΘΗΝΑ-1), εντούτοις η «συνθηκολόγηση» (ή «στρατηγική υποχώρηση», όπως λένε μερικοί) της ελληνικής κυβέρνησης στις επιταγές των «θεσμών», το καλοκαίρι του 2015, η (προσωρινή;) ήττα των ριζοσπαστικών δυνάμεων και κινηματικών στοιχείων μέσα (και) στον ακαδημαϊκό χώρο (αν και αυτό είχε ήδη συντελεστεί στο 9ο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ, το Μάρτιο του 2009), καθώς και η απογοήτευση, παραίτηση και ιδιώτευση πολλών μεμονωμένων ακαδημαϊκών έκτοτε, συνετέλεσαν στο να μην υπάρχει καμιά σοβαρή αναχαιτιστική δύναμη στις όποιες πολιτικές πρωτοβουλίες ελήφθησαν μετά την αλλαγή ηγεσίας στο ΥΠΠΕΘ, το φθινόπωρο του 2016.

Οι εκπρόσωποι των φοιτητών/τριών, ενώ τυπικά είχαν για πολλά χρόνια –μετά το Ν. 1268/82— πολύ σημαντικό ρόλο στη διοίκηση της ΑΕ, στην ουσία διαδραμάτισαν ως επί το πλείστον διακοσμητικό ρόλο, αφού όλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονταν –βάσει νόμου ή πρακτικής— είτε από διάφορες, επιτροπές, συνελεύσεις και συμβούλια του κάθε ΑΕΙ, είτε από το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας (αν και αυτό δε σημαίνει πως δεν υπήρξαν πολύ ενδιαφέρουσες και σημαντικές κινηματικές διαδικασίες και ενέργειες, με μαζική συμμετοχή).  Αυτή η κατάσταση επισημοποιήθηκε με το Ν. 4485/2017, σύμφωνα με τον οποίο η συμμετοχή των φοιτητών, από το εκπληκτικά υψηλό –και πρωτοφανές στα παγκόσμια χρονικά–  ποσοστό του Ν. 1268/1982 εξαφανίστηκε στην εκλογή των μονοπρόσωπων οργάνων (Πρύτανη, Κοσμήτορα κ.ά.), ενώ η συμμετοχή τους στα συλλογικά όργανα (Σύγκλητο, Σχολή - Τμήμα, κ.λπ.) έχει γίνει διακοσμητική (10-15% των μελών ΔΕΠ). Έχει ενδιαφέρον να τονίσουμε ότι η «εξαφάνιση» της φοιτητικής εκπροσώπησης συνέβη παρόλο που το κυβερνόν κόμμα στο ν/σχέδιο που παρουσίασε τον Ιούνη του 2015 (δηλαδή πριν την ολομέτωπη, άτακτη υποχώρηση εκείνου του καλοκαιριού) σε δημόσια διαβούλευση είχε προβλέψει μια σαφώς μικρότερη από το παρελθόν, αλλά αρκετά σημαντική συμμετοχή των φοιτητών (στάθμιση της ψήφου τους στο 60% εκείνης των μελών ΔΕΠ για την εκλογή Πρύτανη, και ένας/μία εκπρόσωπος εκ των προπτυχιακών φοιτητών από κάθε Σχολή στη Σύγκλητο). Βέβαια, η ίδια έλλειψη φοιτητικής συμμετοχής δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, αλλά ευρύτερα ευρωπαϊκό και παγκόσμιο, με κάποιους ερευνητές να πρεσβεύουν ότι η νέα τάση των αλλαγών στην ΑΕ σε διεθνές επίπεδο είναι η μετατόπιση από ένα σύστημα λήψης  αποφάσεων από συλλογικά όργανα διοίκησης, στα οποία εκπροσωπούνται τυπικά οι φοιτητές, σε διευθυντικά σώματα («managerial bodies») όπου αντιπροσωπεύονται λιγότερο ή καθόλου οι φοιτητές, παρόλες τις μεγαλόσχημες ρητορικές περί προώθησης της «συμμετοχής των φοιτητών/τριών» στη διακυβέρνηση των ΑΕΙ σε όλα τα κράτη της Διαδικασίας της Μπολόνιας (βλ. κυρίως τα Ανακοινωθέντα της Πράγας [2001] και του Παρισιού [2018]).

Το ίδιο συμβαίνει και με το διοικητικό προσωπικό των ΑΕΙ, το οποίο αν και ανέκαθεν αποτελούσε μια κατηγορία εργαζομένων με νευραλγικής σημασίας καθήκοντα για την εύρυθμη λειτουργία των ΑΕΙ, είχε και εξακολουθεί να έχει –και με τον νέο θεσμικό πλαίσιο για τα ΑΕΙ— μηδαμινή σημασία στις συλλογικές διαδικασίες διαμόρφωσης εκπαιδευτικής πολιτικής.

Οι Πρυτάνεις και οι Πρόεδροι των ΤΕΙ αποτελούν ένα πολύ ισχυρό επαγγελματικό σώμα με εκτεταμένες διοικητικές, οικονομικές και ακαδημαϊκές εξουσίες. Λόγω της τεχνικής πολυπλοκότητας της καθημερινής λειτουργίας των ΑΕΙ, λειτουργούν ως «ταγοί» της γνώσης, της εμπειρογνωμοσύνης και της εκτελεστικής εξουσίας σε διάφορα θέματα. Με αυτή την έννοια, λειτουργούν ως βασικοί συντελεστές στην άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής στο μεσο- και μικρο-επίπεδο, εφαρμόζοντας ατομικά ή συλλογικά στρατηγικές για να βελτιώσουν ή να υπερασπιστούν τις θέσεις τους σε σχέση με άλλους «παίκτες» στο πεδίο της ελληνικής ΑΕ.

Δοθέντων των παραπάνω, δεν είναι παράλογη η πανσπερμία αντιδράσεων ατόμων και ομάδων στις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις περί συγχωνεύσεων, απορροφήσεων κ.λπ. πρακτικών. Παρόλα αυτά, αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση ότι λόγω της αντικειμενικής τους θέσης στο συγκεκριμένο «πεδίο» (της δημόσιας ΑΕ), άτομα και ομάδες με παρόμοια (υλικά, αν όχι ακαδημαϊκά) συμφέροντα θα ανέμενε κανείς να αντιδράσουν με κάποιο συγκλίνοντα τρόπο. Και όμως, βλέπουμε, για παράδειγμα:
•    Συνελεύσεις τμημάτων να ομονοούν στις συγχωνεύσεις, και Σύγκλητοι να αντιστέκονται –συχνά με έντονο τρόπο.
•    Συνελεύσεις τμημάτων να αρνούνται τις συγχωνεύσεις, αλλά οι πρόεδροί τους να δίνουν το οκ σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις με το Υπουργείο.
•    Σύγκλητοι να δέχονται να συζητήσουν τις συγχωνεύσεις, αλλά τμήματα ή σχολές να αντιδρούν, προτάσσοντας ως κύρια ένσταση τα επαγγελματικά δικαιώματα.

Για μένα τα παραπάνω φανερώνουν την έλλειψη μια ξεκάθαρης ακαδημαϊκής κουλτούρας, με σαφή κριτήρια για το τι αποτελεί –σε ποσοτικό και ποιοτικό επίπεδο—τους βασικούς σκοπούς, στόχους, μηχανισμούς και λειτουργίες μια ακαδημαϊκής μονάδας. Ο Ν. 1268/82, ο οποίος κατήργησε το μονοκρατορία της «έδρας» και (υποτίθεται πως) την αντικατέστησε με το σαφώς δημοκρατικότερο «τομέα», δεν κατάφερε να εμφυσήσει ούτε μια κουλτούρα «δημοκρατικής συμμετοχής» (σε μια χώρα που μόλις έβγαινε από μια μακρά περίοδο αυταρχισμού και αγωνιζόταν να αποβάλλει το «γύψο» στον οποίο είχε μπει από την ίδρυση του νεο-ελληνικού κράτους), αλλά ούτε και να καλλιεργήσει μια κουλτούρα εξισορρόπησης μεταξύ ερευνητικής αριστείας, ακαδημαϊκού ήθους και δημοκρατικής συμμετοχής.

Για πάρα πολλούς/ές επιστήμονες –με ή χωρίς διδακτορικό—στα ΑΕΙ (βλ. και διαδικασίες «καθηγητοποίησης» των πρώην «βοηθών») ήταν μια διαδικασία βολέματος αντίστοιχης με την επιδίωξη μεγάλων μερίδων των μη προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων του πληθυσμού να ενταχθούν στο Δημόσιο Τομέα, μέσα και από τις κατάλληλες κομματικές διασυνδέσεις, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή ασφάλεια σε μια αγορά εργασίας που χαρακτηριζόταν και τότε (αρχές του ’80) και τώρα (Μνημονιακή Ελλάδα) από επισφάλεια και εκμετάλλευση.

Δεν πρεσβεύω φυσικά ότι δεν είχαμε βελτίωση του επιπέδου επιστημονικής παραγωγής τα τελευταία 37 χρόνια (οι εκθέσεις του ελληνικού Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, αλλά και τα κατά καιρούς global rankings το πιστοποιούν αυτό, ακόμα και σε συνθήκες δημοσιονομικής ασφυξίας), ούτε ότι όσοι/ες εκλέχθηκαν ή μονιμοποιήθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις στα ελληνικά ΑΕΙ είναι «άχρηστοι» ή «βολεμένοι κηφήνες». Φρονώ όμως ότι οι διαδικασίες «ανοίγματος» της ελληνικής ΑΕ και επέκτασης του επιστημονικού-ερευνητικού της δυναμικού δεν έγινε με ένα ενιαίο (εθνικό) σχεδιασμό και δεν βασίστηκε σε κοινά αποδεκτά κριτήρια, έστω και στις βασικές προϋποθέσεις. Γι’ αυτό, για παράδειγμα, δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός ορισμός για το τι θεωρείται «επιστημονική δημοσίευση», δεν έχουν όλα τα ιδρύματα Οργανισμό & Εσωτερικό Κανονισμό, εκλείπουν, ως επί το πλείστον, γραπτοί κανόνες δεοντολογίας στις σχέσεις των μελών ΔΕΠ των ιδρυμάτων, κ.ο.κ.

Η πανσπερμία διατάξεων –συχνά ακόμα και φωτογραφικών—για τον τρόπο και τα κριτήρια εξέλιξης των μελών ΔΕΠ, ή πρόσφατα των άλλων κατηγοριών διδακτικού προσωπικού (ΕΔΙΠ, ΕΕΠ), σε συνδυασμό με τη διαχρονική στοχοθεσία των κυβερνώντων κομμάτων να «ελέγξουν» τις εσωτερικές εξελίξεις των ΑΕΙ, καθώς και οι συλλογικές (μέσω των Συλλόγων ΔΕΠ) και ατομικές πιέσεις των ίδιων των διδασκόντων για υπεράσπιση των «κεκτημένων», δίνει μια εικόνα συνεχούς συνδιαλλαγής, στην οποία όποιος κατέχει το ισχυρότερο ακαδημαϊκό (φήμη, δημοσιεύσεις, ερευνητικές ομάδες) και κοινωνικό «κεφάλαιο» (δικτύωση στην ευρύτερη κοινωνία), και φυσικά οικονομικό κεφάλαιο (ιδρύματα ή και μεμονωμένα τμήματα με αυξημένους χρηματικούς πόρους από ερευν. προγράμματα, ακίνητη περιουσία και κληροδοτήματα), αλλά και «ανθρώπινο κεφάλαιο» (πολυπληθή ιδρύματα), μπορεί να επιτύχει τα πάντα. Ο γιγαντισμός ορισμένων ιδρυμάτων και ο ρόλος που έπαιξαν στις πρόσφατες συγχωνεύσεις αποδεικνύει μια τάση που είναι παρούσα σε διεθνές επίπεδο (από την Κίνα μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο) για δημιουργία υπερ-πανεπιστημίων & ερευνητικών κέντρων, τα οποία, στο σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο (υποτίθεται πως) καλούνται να λειτουργήσουν τα ιδρύματα της ΑΕ, έχουν τον πλεονέκτημα των «οικονομιών κλίμακας» (βλ. περίπτωση του «ομοσπονδιακού» πλέον University of London, το οποίο έχει απορροφήσει μεμονωμένα ΑΕΙ, με μεγάλο κύρος, όπως το UCL, το Imperial College, το LSE ή το Institute of Education).

Βέβαια, οι παραπάνω δεν είναι απλά «τάσεις» --με την έννοια της «μόδας»-- οι οποίες αντιγράφονται και στην Ελλάδα, ούτε αναπόφευκτοι, «σιδερένιοι» νόμοι που αντανακλούν τις γενικότερες οικονομικές τάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού στο εκπαιδευτικό πεδίο. Δύσκολα, όμως, θα μπορούσε κάποιος να ξεκαθαρίσει, με όρους στοιχειώδους δεοντολογίας Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού, ή αρχών της Διοικητικής Επιστήμης-Management (υλικών & άϋλων πόρων ή ανθρωπίνου δυναμικού), τη στόχευση των παραπάνω αλλαγών, πέρα από τις γενικές ομοιότητες με ευρύτερες στρατηγικές αναδιάρθρωσης της ΑΕ σε παγκόσμια κλίμακα (βλ. Μπολόνια, «εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ», κ.λπ.)

Εδώ μια θεωρία περί «δικτύων διακυβέρνησης» ή «δικτύων πολιτικής» θα ήταν χρήσιμη στη διερεύνηση των πρόσφατων αλλαγών στα ελληνικά ΑΕΙ (έχουν υπάρξει κάποιες προσπάθειες, αλλά για παλαιότερες αλλαγές), και σε μια ικανοποιητική απάντηση ερωτημάτων που φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, αναπάντητα, αφού παραπέμπουν σε κινήσεις καταρχήν αντιφατικές –με εργαλειακούς όρους— ακόμα και παράλογες (π.χ. τα ασφυκτικά όρια αμοιβών των διδασκόντων σε ΠΜΣ εκτός των ελάχιστων διδακτικών υποχρεώσεων, οι περίεργες υποχρεώσεις για απασχόληση σε «1+1» ΠΜΣ, κ.λπ.). Αν και σε μερικά από αυτά έκανα ήδη κάποιες –βάσιμες πιστεύω— υποθέσεις (βλ. άρθρο μου στο περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ, τ. 145), θεωρώ ότι συχνά ξεχνάμε ότι και τα άτομα  παίζουν καθοριστικό ρόλο στις όποιες αλλαγές, ιδίως σε ένα τόσο συγκεντρωτικό σύστημα όπως το ελληνικό, όπου τα πάντα εξαρτώνται από ένα/μία υπουργό (ή έναν/μία φίλο/η του…).

Είναι διαφωτιστικό όταν μιλά κανείς με συναδέλφους από το ίδιο ή και άλλα ιδρύματα, οι οποίοι/ες διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους για το σχέδιο ΑΘΗΝΑ-1, να διαπιστώνει ότι τώρα οι ίδιοι/ες επιχειρηματολογούν υπέρ μιας «ρεαλιστικής» οπτικής του Χάρτη της ΑΕ. Είναι σοκαριστικό να ανταλλάσσει κανείς πληροφορίες με «αριστερούς» πανεπιστημιακούς (της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς μάλιστα), και ξαφνικά να μαθαίνει ότι έχουν οι ίδιοι/ες συμμετάσχει σε ενδο-τμηματικές συζητήσεις για συγχωνεύσεις, απορροφήσεις, χωρίς να το θεωρούν ύψιστης σημασίας για να αναδειχθεί σε αντικείμενο προβληματισμού και διαλόγου μέσα στις συλλογικότητες που συμμετέχουν (κόμματα, συνδικαλιστικοί φορείς, άτυπες συλλογικότητες). Είναι ενοχλητικό –έως εξοργιστικό θα έλεγα—όταν ακούει ή διαβάζει κανείς μέλη ΔΕΠ που αντιδρούσαν έντονα στο θεσμικό πλαίσιο του «νόμου Διαμαντοπούλου» να υπερψηφίζουν τώρα τη διάλυση περιφερειακών ΑΕΙ και την απορρόφηση των τμημάτων τους, χωρίς να έχουν κάποιο συνειδησιακό πρόβλημα!

Γενικά, όσο μιλά κανείς με συναδέλφους στα ελληνικά ΑΕΙ, τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η ένδεια επιχειρημάτων υπέρ της όποιας αναδιάρθρωσης∙ τόσο πιο περίτρανα αποκαλύπτεται ότι όσο πρόχειρα έγινε η διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (συνοψίζεται στο ρητό «σε κάθε πρωτεύουσα νομού ένα πανεπιστημιακό τμήμα, σε κάθε κωμόπολη ένα τμήμα ΤΕΙ»), άλλο τόσο πρόχειρα θα γίνει η συρρίκνωσή της. Αν τουλάχιστον η διεύρυνση –την προηγούμενη εικοσαετία—κατάφερε να απαντήσει σε συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες, και έδωσε ευκαιρίες πρόσβασης των λιγότερο ευνοημένων στρωμάτων στην ΑΕ, και βελτιωμένες –σε σχέση με το παρελθόν— επαγγελματικές προοπτικές, η συρρίκνωση που επιχειρείται τώρα είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα αντιστρέψει τις τάσεις, και θα δώσει λιγότερες ευκαιρίες εκπαιδευτικής και επαγγελματικής κινητικότητας στην ελληνική νεολαία.

Προς το παρόν, εξασφαλίζονται οργανικές θέσεις –σε διδακτικό & διοικητικό προσωπικό—στα υπό συγχώνευση ιδρύματα. Μην ξεχνάμε όμως ότι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο (βλ. άρθρο 5 του Ν. 4485/2017), προβλέπει ότι «Με προεδρικό διάταγμα […] ιδρύονται, συγχωνεύονται, κατατέμνονται, μετονομάζονται και καταργούνται ΑΕΙ […] όταν […] η λειτουργία μεμονωμένων ΑΕΙ όχι μόνο δεν δικαιολογείται επιστημονικά […] αλλά, αντιθέτως, δυσχεραίνει την έρευνα και τη διδασκαλία στα αντίστοιχα γνωστικά πεδία, ή δ) συνάδει με τις οικονομικές και κοινωνικές αναπτυξιακές ανάγκες και τις δυνατότητες της χώρας ή μιας συγκεκριμένης περιφέρειας».

Πάντα πίστευα ότι η ρήση του Μαρξ (σε έργο του 1859) «το τι είναι οι άνθρωποι δεν καθορίζεται από τη συνείδησή τους, αλλά αντίστροφα, το κοινωνικό τους είναι καθορίζει τη συνείδησή τους» είναι επίκαιρη και ικανή στο να περιγράψει και ζητήματα αναδιαρθρώσεων στην ΑΕ. Δεν περίμενα όμως ποτέ ότι σε αυτό το «κοινωνικό είναι» των πανεπιστημιακών δεν υπάρχει κάποιος πυρήνας «κοινού συμφέροντος», έστω και υλικού, το οποίο επιτάσσει την προάσπιση του δημοσίου ΑΕΙ και τη συνεργασία των ιδρυμάτων προκειμένου να επιτευχθεί ένας εθνικός σχεδιασμός. Στο νέο σκηνικό που διαμορφώνεται –με όλες τις συνέχειες και ασυνέχειες, αντιφάσεις, αντιδράσεις και αντιστάσεις—αναδεικνύεται περίτρανα η παντελής έλλειψη μιας κοινής ακαδημαϊκής κουλτούρας και, φυσικά, η ανυπαρξία της λεγόμενης «Ακαδημαϊκής Κοινότητας»! Μπορεί, κατά καιρούς, πολλοί/ές να επικαλούνται, για λόγους αμυντικής τακτικής, την περίφημη αυτή «Κοινότητα», αλλά οι εξελίξεις των τελευταίων δύο ετών αποδεικνύουν ότι το μόνο που ισχύει είναι ο κανόνας «Homo homini lupus est»!

[1] Μια μελέτη για τη σημασία των διοικητικών και τεχνικών υπαλλήλων των ΑΕΙ για την ποιότητα της ενδο-ιδρυματικής δημοκρατίας, αλλά και τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες της άσκησης πολιτικής σε μεσο- και μικρο-επίπεδο, θα ήταν μια αρκετά χρήσιμη ερευνητική απόπειρα.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

e-epimorfosi.aegean