Placeholder

ΒΟΥΛΗ

Θέσεις της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών επί του σχεδίου νόμου «Επενδύω στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις»

Δημοσίευση: 15/10/2019
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) έχει επανειλημμένα επιχειρηματολογήσει σχετικά με το ότι η απομάκρυνση της Έρευνας & Τεχνολογίας από την Ανώτατη Εκπαίδευση είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με την αποδεδειγμένα επιτυχημένη διεθνή και Ευρωπαϊκή πρακτική και εμπειρία και θα οδηγήσει, αναπόφευκτα, στον κατακερματισμό και βαθμιαία στη διάλυση του ερευνητικού-ακαδημαϊκού ιστού.

Η απροσδόκητη και βίαιη μεταφορά της ΓΓΕΤ και όλων των εποπτευόμενων φορέων, δηλαδή του κύριου κορμού του ερευνητικού συστήματος της χώρας, από το πρώην Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στο νέο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων (ΥΠΑΝ), θα αποθαρρύνει τις συνεχώς αυξανόμενες συνεργασίες και συνέργειες μεταξύ των Ερευνητικών Κέντρων και των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και θα αναιρέσει τη θετική πορεία προς την υλοποίηση του Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας & Τεχνολογίας. Επιπλέον, κατευθύνει τα Ερευνητικά Κέντρα και τα Πανεπιστήμια σε χωριστούς δρόμους, δυσχεραίνει την πρόσβαση των Πανεπιστημίων στις υποδομές των Ερευνητικών Κέντρων και αφαιρεί από τα Ερευνητικά Κέντρα τη δυνατότητα υποδοχής και εκπαίδευσης νέων επιστημόνων. Ο θεσμικός διαχωρισμός της Έρευνας & Τεχνολογίας από την Ανώτατη Εκπαίδευση έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την υποβάθμιση της βασικής έρευνας. Χωρίς πρόοδο στη βασική έρευνα δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η εφαρμοσμένη έρευνα. Χωρίς πρόοδο στην εφαρμοσμένη έρευνα δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν καινοτόμες εφαρμογές και νέα τεχνολογικά προϊόντα που θα μπορούν να δώσουν νέα ώθηση στην Οικονομία.

Η διεθνής και η Ευρωπαϊκή πρακτική, που ακολουθείται επί δεκαετίες από πολλές χώρες, έχει αποδείξει ότι ο τομέας της Έρευνας είναι και πρέπει να είναι θεσμικά και ουσιαστικά συνδεδεμένος με την Παιδεία και ιδιαίτερα με την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Ακόμη και στην Φινλανδία, που χρησιμοποιήθηκε από τον Υπουργό ΥΠΑΝ ως επιχείρημα υποστήριξης του «εγχειρήματος», η έρευνα και τα ερευνητικά Ινστιτούτα εποπτεύονται από το Υπουργείο Εκπαίδευσης και Πολιτισμού (https://minedu.fi/en/higher-education-and-research), ο φορέας χρηματοδότησης εντάσσεται στο Υπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων (https://tem.fi/en/research-development-and-innovation-funding),  ενώ το συμβουλευτικό όργανο για την Έρευνα και Καινοτομία, το αντίστοιχο δικό μας ΕΣΕΚ, λειτουργεί παρά τῳ Πρωθυπουργῴ (https://valtioneuvosto.fi/en/research-and-innovation-council).

Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) θεωρεί ότι μέσω του Ενιαίου Χώρου Παιδείας και Έρευνας, οι φορείς της Ανώτατης Εκπαίδευσης και της Έρευνας στη χώρα μας (ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα) μπορούν να αποτελέσουν ένα αλληλοσυμπληρούμενο, δυναμικό σύστημα, το οποίο θα αξιοποιήσει, θα συνδυάσει και θα μεγιστοποιήσει τα πλεονεκτήματα που έχουν οι δύο επιμέρους χώροι. Τα ΑΕΙ και τα Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ) είναι αφιερωμένα στην έρευνα και την παραγωγή νέας γνώσης και αποτελούν χώρους που θέτουν τα θεμέλια για νέους ποιοτικούς τύπους εργασίας και επιχειρηματικότητας, βασισμένους στη γνώση, την τεχνολογία και την καινοτομία.

Ως ΕΕΕ τονίζουμε την ακαδημαϊκότητα των ΕΚ και επισημαίνουμε την αναγκαιότητα ενίσχυσης της διασύνδεσης των ΕΚ και των Πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις. Για το λόγο αυτό θα πρέπει η Πολιτεία να εστιάσει σε θέματα μείωσης της γραφειοκρατίας, στην αξιοποίηση και την αύξηση της προστιθέμενης αξίας της έρευνας στη χώρα μας και στην αύξηση των συνεργειών μεταξύ των φορέων της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας με απώτερο στόχο την κοινή χρήση υποδομών και ανθρώπινου δυναμικού.

Το παρόν σ/ν περιλαμβάνει τις πρώτες νομοθετικές  ρυθμίσεις της νέας εποπτεύουσας αρχής (ΥΠΑΝ) για τα ΕΚ και την έρευνα και δυστυχώς για πρώτη φορά η ΕΕΕ δεν προσκλήθηκε για να παρουσιάσει τις θέσεις της ερευνητικής κοινότητας στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.   

Στη βάση των προαναφερθέντων καταθέτουμε τις κύριες επισημάνσεις και τις προτάσεις μας ως προς την αναγκαιότητα για νομοτεχνικές βελτιώσεις ή/και τροπολογίες στο κατατεθέν ν/σ:

Άρθρο 142

Παρατηρήσεις / προτεινόμενες ρυθμίσεις:

Η ΕΕΕ έχει πολλές φορές επισημάνει ότι υπάρχει «σύγκρουση συμφερόντων» (conflict of interests) όταν Ο ΙΔΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΑΞΙΟΛΟΓΕΙ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ. Οι συνέπειες αυτής, στο σύστημα ΕΤΑΚ της χώρας είναι και αρνητικές και ορατές εδώ και πολλά χρόνια. Η ΓΓΕΤ μέχρι σήμερα σχεδιάζει, συντονίζει, υλοποιεί την ΕΣΕΤΑΚ, ενώ ταυτόχρονα αξιολογεί και χρηματοδοτεί φορείς, προγράμματα, έργα και μελέτες.

Δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός της αρχής αξιολόγησης από την αρχή χρηματοδότησης (μέχρι σήμερα αρμοδιότητες της ΓΓΕΤ για τα ΕΚ), η ΕΕΕ έχει επανειλημμένα προτείνει ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των ΕΚ και Ινστιτούτων την «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (ΑΔΙΠ, ν. 4009/2011). Ειδικότερα, έχει προτείνει τη μετονομασία της ΑΔΙΠ σε «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την Έρευνα» (ΑΔΙΠΑΕ), με στόχο να αποτελέσει σταδιακά τον ανεξάρτητο, ενιαίο φορέα αξιολόγησης όλων των ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων της χώρας (για τη συγκριτική-συνολική μελέτη των στοιχείων της ερευνητικής δραστηριότητας σε ΑΕΙ και ΕΚ), στο πλαίσιο του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης-έρευνας, ενώ το Συμβούλιο της Αρχής θα πρέπει να διευρυνθεί με τη συμμετοχή περισσότερων Ερευνητών.

Τα ΕΚ της ΓΓΕΤ αποτέλεσαν τον πρώτο φορέα του δημοσίου που αξιολογούνταν με ακαδημαϊκά κριτήρια από το 1995, ανά πενταετία, από Διεθνείς Επιτροπές εξωτερικών αξιολογητών που αποτελούνταν από 5 έως 7 μέλη, με την κατάλληλη τεχνογνωσία, διεθνές κύρος και διεθνή εμπειρία αξιολογήσεων ΕΚ (ανά θεματικό αντικείμενο έρευνας). Οι μέχρι σήμερα αξιολογήσεις, τις οποίες η ερευνητική κοινότητα υποστηρίζει διαχρονικά, αποτυπώνουν ότι τα ΕΚ της ΓΓΕΤ αποτελούν ένα δυναμικό κλάδο, στον οποίο η χώρα θα πρέπει να επενδύσει τόσο για την ανάπτυξή της, όσο και για την αναχαίτιση του ακραία εκφυλιστικού φαινομένου της διαρροής Ελλήνων επιστημόνων προς το εξωτερικό. Ειδικότερα, τα αποτελέσματα της τελευταίας διεθνούς αξιολόγησης (2014) των Ερευνητικών Κέντρων δίνουν στην ερευνητική κοινότητα το ηθικό δικαίωμα να μιλά όχι απλώς για νησίδες Αριστείας, αλλά συνολικά για Αριστεία στον ερευνητικό ιστό της ΓΓΕΤ. Η ΕΕΕ έχει πολλές φορές επισημάνει τη σημασία της αξιοποίησης  των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων με απώτερο στόχο την ενίσχυση της έρευνας και των ΕΚ.

Επίσης η ΕΕΕ διαχρονικά ζητά από την ΓΓΕΤ να δημοσιοποιεί τις αξιολογήσεις των ΕΚ και των Ινστιτούτων τους, όπως γινόταν αρχικά στις διεθνείς αξιολογήσεις.

Με το παρόν άρθρο προτείνεται η αντικατάσταση των Διεθνών Επιτροπών εξωτερικών αξιολογητών με «νομικά πρόσωπα», για λόγους αντικειμενικότητας, διαφάνειας και ταχύτητας, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σ/ν. Είναι απορίας άξιο γιατί το Υπουργείο σκοπεύει να αναθέσει σε «νομικό πρόσωπο» (= εταιρεία), δηλαδή έναν ιδιωτικό φορέα την αξιολόγηση των ΕΚ & Ινστιτούτων. Η επίκληση λόγων αντικειμενικότητας, διαφάνειας και ταχύτητας δεν δικαιολογείται από την ομαλή και αξιόπιστη ολοκλήρωση των μέχρι σήμερα αξιολογήσεων από διεθνείς επιτροπές εξωτερικών αξιολογητών. Η ΕΕΕ θεωρεί ότι σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να πραγματοποιούνται οι αξιολογήσεις ερευνητικών και ακαδημαϊκών φορέων από ιδιωτικές εταιρείες. Η πρακτική αυτή προσκρούει στην παντελή έλλειψη ακαδημαϊκότητας στις ιδιωτικές εταιρείες, είναι εντελώς αντιδεοντολογική δεδομένου ότι οι τρόποι λειτουργίας, οι στόχοι και οι σκοποί των ακαδημαϊκών ΕΚ & Ι είναι εντελώς διαφορετικοί από αυτούς των ιδιωτικών εταιρειών και τέλος εμπεριέχει σοβαρές ανησυχίες ως προς την διασφάλιση της αντικειμενικότητας και διαφάνειας των αξιολογήσεων.

Ως ΕΕΕ θεωρούμε ότι το θέμα της ανάθεσης των ακαδημαϊκών αξιολογήσεων σε εταιρείες είναι μείζον και υποδηλώνει την αντιμετώπιση της ηγεσίας του Υπουργείου προς τα ΕΚ και την έρευνα.  

Πρόταση της ΕΕΕ:

Απόσυρση του άρθρου.

Δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός της αρχής αξιολόγησης από την αρχή χρηματοδότησης, η ΕΕΕ προτείνει ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των Ερευνητικών Κέντρων  και Ινστιτούτων την «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (ΑΔΙΠ, ν. 4009/2011). Επιπλέον, η ΑΔΙΠ θα πρέπει να μετονομαστεί σε «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την Έρευνα» με στόχο να αποτελέσει σταδιακά τον ανεξάρτητο, ενιαίο φορέα αξιολόγησης όλων των ερευνητικών φορέων της χώρας (για τη συγκριτική-συνολική μελέτη των στοιχείων της ερευνητικής δραστηριότητας σε ΑΕΙ και ΕΚ/Ι), στο πλαίσιο του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης-έρευνας.

Άρθρα 143-144

Παρατηρήσεις / προτεινόμενες ρυθμίσεις:

(α) Ο θεσμός του ΕΣΕΚ (Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Καινοτομίας) λειτουργεί εδώ και περίπου δύο δεκαετίες (ως Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας - ΕΣΕΤ) και αποτελεί μια θετική πρόνοια της νομοθεσίας. Η συγκρότησή του όμως με αποκλειστική ευθύνη της εκάστοτε κυβέρνησης καθιστά τη λειτουργία του ευεπίφορη σε πολιτικές πιέσεις χωρίς να υφίστανται εξισορροπητικοί μηχανισμοί ελέγχου. Τούτο οδήγησε, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην κατάχρηση από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας του συμβουλευτικού ρόλου του ΕΣΕΤ και στην εκμετάλλευση του υψηλού επιστημονικού κύρους των μελών του Συμβουλίου, προκειμένου να δικαιολογηθούν αποφάσεις ισχυρής μεν πολιτικής χροιάς, αμφιλεγόμενης δε επιστημονικής βαρύτητας. Σε κάθε περίπτωση η ΕΕΕ θεωρεί ότι το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Καινοτομίας θα πρέπει να λειτουργεί ως ανώτατο γνωμοδοτικό όργανο για την Έρευνα και την Καινοτομία και να  αφορά σε  όλους τους δημόσιους φορείς (ΑΕΙ και ΕΚ)  που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση.

(β) Τα ΤΕΣ δημιουργούνται και καταργούνται κατά τη βούληση του εκάστοτε Υπουργού, ενώ δεν υπάρχει κανένα κριτήριο για την επιλογή των μελών τους και κυρίως καμία αναφορά για τις αρμοδιότητές τους.

(γ) Δεν είναι σαφές για ποιο λόγο με απόφαση Υπουργού το ΕΣΕΤΕΚ θα μπορεί να λαμβάνει δημόσια χρηματοδότηση, καθώς η λειτουργία του καλύπτεται σύμφωνα με την παράγραφο 10 (άρθρο 143, παράγραφος 9).

(δ) Θετική αποτιμάται η ρύθμιση για τη συμμετοχή εκπροσώπου της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών στο ΕΣΕΤΕΚ για πρώτη φορά, έστω και χωρίς δικαίωμα ψήφου. Εάν όμως η βούληση της Πολιτείας είναι πραγματικά  η συμμετοχή της ΕΕΕ τότε θα πρέπει το «δύναται να συμμετέχει» που αναφέρεται στο άρθρο να τροποποιηθεί σε «συμμετέχει».

Πρόταση της ΕΕΕ:

Θα πρέπει να προβλεφθεί μηχανισμός εκλογής των επιστημόνων, μελών του ΕΣΕΚ από την ακαδημαϊκή και ερευνητική κοινότητα και να μην διορίζεται από τον εκάστοτε Υπουργό.

Στο ΕΣΕΚ θα πρέπει να υπάρχει πρόνοια για την εκπροσώπηση όλων των γνωστικών αντικειμένων καθώς και για την αυξημένη συμμετοχή Ερευνητών, και όχι μόνο μελών ΔΕΠ όπως γινόταν μέχρι σήμερα.

Προτείνεται, τέλος, οι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου να προέρχονται από τομέα/τομείς με αποδεδειγμένη και έντονη -βάσει δεικτών- καινοτόμο δραστηριότητα στη χώρα.

Να διορθωθεί: από Σύλλογος Ελλήνων Ερευνητών σε ‘Ένωση Ελλήνων Ερευνητών που είναι το σωστό.

Να διορθωθεί  το «δύναται να συμμετέχει» σε «συμμετέχει».

Άρθρο 145

Παρατηρήσεις / προτεινόμενες ρυθμίσεις:

Η ΕΕΕ έχει επανειλημμένα διατυπώσει την άποψη ότι οργανισμοί που κάνουν στο εξής «έρευνα» με δημόσια χρηματοδότηση δεν είναι δυνατό να μην αξιολογούνται ούτε και να μην αποτιμάται το έργο τους, όπως γίνεται με τον δημόσιο εθνικό ερευνητικό ιστό των ΑΕΙ και των Ερευνητικών Κέντρων, που αξιολογείται σε τακτά διαστήματα από διεθνείς επιτροπές.

Πρόταση της ΕΕΕ:

Να προβλεφθεί νομοθετικά η αξιολόγηση όλων των φορέων που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση.

Να προβλεφθεί η αποτίμηση των έργων της ΕΤΑΚ.

Άρθρο 147

Η ΕΕΕ αποτιμά ως θετική τη ρύθμιση. Τα ΕΚ τα τελευταία χρόνια με τις αλλαγές στο θεσμικό τους πλαίσιο δεν ήταν σε θέση να προβούν σε κατανομή των κενών οργανικών θέσεων σε βαθμίδες. Η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν θα έπρεπε να έχει συμπεριληφθεί στον Ν.4386/2016 και σε συνδυασμό με την καθυστέρηση της έκδοσης των νέων Οργανισμών των ΕΚ έχει δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα στις προσλήψεις Ερευνητών.

Πρόταση της ΕΕΕ:

Να προβλεφθεί η αναδρομική ισχύς της διάταξης αυτής, ώστε να θεωρηθούν νόμιμα γενόμενες οι προσλήψεις ερευνητών καθώς και όσες είναι σε εξέλιξη.

Άρθρο 156

Παρατηρήσεις / προτεινόμενες ρυθμίσεις:

Η ΕΕΕ θεωρεί ότι ένα από τα κυριότερα προβλήματα του δημόσιου ερευνητικού χώρου στην Ελλάδα είναι η πολυδιάσπαση που επικρατεί σήμερα, τόσο όσον αφορά στη διοικητική ένταξη όσο και στο θεσμικό πλαίσιο, που διέπει τους διαφόρους φορείς. Η ΕΕΕ έχει επανειλημμένα διατυπώσει την άποψη ότι απαιτείται εθνικός συντονισμός, αξιολόγηση, κατάργηση των «αποκλειστικών αναθέσεων», με επιτελικό τον ρόλο της ΓΓΕΤ. Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής ένα απαραίτητο πρώτο βήμα είναι η ένταξη όσο το δυνατόν περισσότερων δημόσιων ερευνητικών φορέων της χώρας στο πεδίο εφαρμογής του νόμου για την ΕΤΑΚ.

Ως εκ τούτου, μια βασική μεταβολή που θα πρέπει να υπάρξει στο χώρο της Έρευνας, με στόχο την ενίσχυσή της, είναι η συγκέντρωση όλων των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων και των ερευνητικών δραστηριοτήτων τους, τα οποία είναι διεσπαρμένα σε διάφορα Υπουργεία και υπηρεσίες και διέπονται από διαφορετικά θεσμικά πλαίσια, σε μια ενιαία αρχή και σε ένα ενιαίο θεσμικό πλαίσιο. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να υπάρξουν κίνητρα, αν όχι νομοθετικές ρυθμίσεις, από πλευράς της Πολιτείας. Η ΓΓΕΤ θα πρέπει να είναι ο κύριος φορέας που θα διαχειρίζεται τα χρήματα όλων των Υπουργείων, τα οποία προορίζονται για έρευνα, ερευνητικές υποδομές και άλλες υποστηρικτικές για την έρευνα δράσεις. Ως προς το κομβικό αυτό θέμα, η Ένωση έχει προτείνει συμπληρωματικές ρυθμίσεις, σύμφωνα με τις οποίες «η ΓΓΕΤ, σε συνεργασία με λοιπά Υπουργεία, θα αναλαμβάνει για λογαριασμό τους τη διενέργεια προκηρύξεων, και τη διάθεση των κονδυλίων που κατευθύνονται για έρευνα, εθνικές ερευνητικές υποδομές και άλλες υποστηρικτικές για την έρευνα δράσεις».

Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αποτελούν ένα ακόμη «πισωγύρισμα» στην ένταξη των καταξιωμένων δημόσιων ερευνητικών φορέων στο θεσμικό πλαίσιο για την έρευνα. Το Υπουργείο απεμπολεί το όποιο κίνητρο είχε για τη θεσμική τουλάχιστον ενοποίηση των ερευνητικών φορέων με απώτερο στόχο την ενίσχυση της επιστημονικής αριστείας και της έρευνας.

Η πρακτική της αποσπασματικής και μόνο συμπαράθεσης ορισμένων δημόσιων καταξιωμένων ερευνητικών φορέων υπονομεύει τη διαχρονικά εκπεφρασμένη πρόθεση της Πολιτείας για τη θεσμική ενοποίηση του ερευνητικού ιστού και «ναρκοθετεί» τον ενιαίο χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

Προτείνουμε την ένταξη των δημόσιων ερευνητικών φορέων όλων των Υπουργείων στο θεσμικό πλαίσιο για την έρευνα χωρίς εξαιρέσεις.

Επιπλέον των παραπάνω:

Προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση

Η ΕΕΕ έχει τοποθετηθεί δημόσια σχετικά με την κατάφωρη αδικία και διάκριση που συντελείται με την Υποχρέωση απογραφής των Ερευνητών-Αξιολογητών στον ΕΦΚΑ ως ελεύθερων επαγγελματιών (https://www.eee-researchers.gr/ypochreosi-apografis-ton-ereyniton-axiolo...):

Όπως αναφέραμε οι Ερευνητές των ΕΚ συμμετέχουν στις αξιολογήσεις ερευνητικών προτάσεων Ελληνικών, Ευρωπαϊκών και Διεθνών χρηματοδοτικών φορέων εδώ και πολλά χρόνια. Κύριο κίνητρό τους, διαχρονικά, αποτελεί η επιθυμία τους να συμβάλλουν στη διαδικασία αξιολόγησης, σύμφωνα με την επιστημονική αριστεία και με κανόνες που παρέχουν όλες τις εγγυήσεις για διαφάνεια και αξιοκρατία. Επιπρόσθετα, οι Ερευνητές έχουν, πέραν κάθε αμφιβολίας, δείξει την προθυμία τους να συμβάλλουν στη διαδικασία της αξιολόγησης Εθνικών ερευνητικών προτάσεων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι αμοιβής. Κύριο «πιστεύω» τους είναι ότι η διαδικασία αξιολόγησης αποτελεί έναν ιδιαίτερα κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα της υλοποίησης κάθε προκηρυχθείσας ερευνητικής δράσης και η ορθή εφαρμογή της εγγυάται την αξιοπιστία και την επάρκεια του όλου μηχανισμού.

Δυστυχώς η Πολιτεία, για μία ακόμη φορά, δεν φαίνεται να αναγνωρίζει τη συμβολή των Ερευνητών και την έμπρακτη υποστήριξή τους σε κάθε προσπάθεια χρηματοδοτικής στήριξης της έρευνας. Μετά την επιβολή της υποχρέωσής τους σε δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης (Πόθεν Έσχες) σε όποιον/α έχει την ιδιότητα του αξιολογητή, συνεχίζει και επιβάλλει στους Ερευνητές την εκ νέου απογραφή τους στον ΕΦΚΑ και ως ελεύθερων επαγγελματιών. Επιπλέον, να τονίσουμε ότι οι Ερευνητές, ως εργαζόμενοι στα Ερευνητικά Κέντρα, μισθοδοτούνται από την Πολιτεία και υπόκεινται σε ασφαλιστικές κρατήσεις ΕΦΚΑ με την ιδιότητα του Ερευνητή.

Πρόταση της ΕΕΕ:

Προτείνουμε τη θεσμοθέτηση ρύθμισης αντίστοιχης με αυτής που ισχύει για τους συναδέλφους Καθηγητές στα Πανεπιστήμια, που να επιλύει το θέμα, ώστε να μπορούν οι Ερευνητές να συμμετέχουν στις αξιολογήσεις προτάσεων χωρίς επιπτώσεις:

Προτεινόμενη ρύθμιση:

 «Οι αμοιβές Ερευνητών των ερευνητικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 από παροχή εκπαιδευτικού έργου και από συμμετοχή σε επιτροπές (αξιολόγησης, εμπειρογνωμόνων, κ.λπ.) ή επιστημονικά ή διοικητικά συμβούλια του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ή σε διοικούσες επιτροπές Α.Ε.Ι. εισπράττονται μέσω του ερευνητικού φορέα όπου υπηρετούν και υπόκεινται σε παρακράτηση πέντε τοις εκατό (5%) επί του ακαθάριστου ποσού. Η ανωτέρω παρακράτηση αποτελεί πόρο του οικείου ερευνητικού φορέα.»

Για την Ένωση Ελλήνων Ερευνητών

Η Πρόεδρος     Η Γενική Γραμματέας

Μαρία A. Κωνσταντοπούλου  Γεωργία Κ. Τσιροπούλα

Σχόλια (1)

 
Έλληνες Ερευνητές
16 Οκτ 2019 17:22

Πόση έχουν ερευνητική εμπειρία στο εξωτερικό άνω των 5 ετών;

Πόσοι έχουν διδακτορικό από το εξωτερικό;

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

e-epimorfosi.aegean