Placeholder

ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ

Θέσεις της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών επί του σχεδίου νόμου του υπ. Παιδείας

Δημοσίευση: 16/01/2020
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Προς:     Πρόεδρο της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων

Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) έχει επανειλημμένα επιχειρηματολογήσει υποστηρίζοντας ότι με την απομάκρυνση της Έρευνας & Τεχνολογίας από την Ανώτατη Εκπαίδευση, η οποία πραγματοποιήθηκε με την πρόσφατη μεταφορά των Ερευνητικών Κέντρων από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, θα αποθαρρυνθούν οι συνεργασίες και συνέργειες μεταξύ των Ερευνητικών Κέντρων (EK) και των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (AEI) και θα αναιρεθεί η θετική πορεία προς την υλοποίηση του Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας. Επιπλέον, η απομάκρυνση αυτή κατευθύνει τα Ερευνητικά Κέντρα και τα Πανεπιστήμια σε χωριστούς δρόμους, δυσχεραίνει την πρόσβαση των Πανεπιστημίων στις υποδομές των Ερευνητικών Κέντρων και αφαιρεί από τα Ερευνητικά Κέντρα τη δυνατότητα υποδοχής και εκπαίδευσης νέων επιστημόνων.

Τα τελευταία χρόνια συντελούνται σοβαρές μεταβολές στην αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής πολιτικής για την έρευνα, με βασικά χαρακτηριστικά: α) τη χρηματοδότηση όλο και μεγαλύτερων ολιστικών ερευνητικών προγραμμάτων, τα οποία απαιτούν μεγάλες διεπιστημονικές συνέργειες και συμπράξεις μεταξύ ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων, β) τη διοχέτευση ερευνητικών κονδυλίων προς τα κράτη-μέλη, και γ) τη διοχέτευση σημαντικών ερευνητικών κονδυλίων μέσω των περιφερειών.

Προκειμένου οι μεταβολές αυτές να καταστούν θετικές προϋποθέσεις για τον ερευνητικό και ακαδημαϊκό ιστό της χώρας απαιτούνται: ορθολογικός και ρεαλιστικός σχεδιασμός, ισχυρές ερευνητικές δομές με το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό, μεγάλες και ισχυρές συνέργειες, δικτυακή οργάνωση και διασύνδεση καθώς και διοικητική και οικονομική ευελιξία.

Στη βάση των προαναφερθέντων καταθέτουμε τις κύριες επισημάνσεις και τις προτάσεις μας ως προς την αναγκαιότητα για νομοτεχνικές βελτιώσεις ή/και τροπολογίες στο κατατεθέν ν/σ, μέσα στο πολύ ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο, που μας δόθηκε.

ΕΘΝΙΚΗ ΑΡΧΗ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Στον Ν. 4009/2011 για την Ανώτατη Εκπαίδευση συμπεριλήφθηκαν οι πρώτες βασικές ρυθμίσεις για τη δημιουργία Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας (ΑΕ&Ε), με στόχο την ισοτιμία, ώσμωση και συνέργεια σε ισότιμη βάση των ΑΕΙ και των EK.

Μία από αυτές ήταν και η εκπροσώπηση των Ερευνητών στην «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (ΑΔΙΠ). Η εκπροσώπηση αυτή δεν περιλαμβάνεται, πλέον, στη νέα δομή που θεσμοθετείται (ΕΘΕΑΕ). Αντιθέτως, όπως αναφέρεται στο σ/ν, προβλέπεται ότι στις συνεδριάσεις της ΕΘΑΑΕ θα μπορούν να προσκαλούνται οι Διευθυντές των EK των ΑΕΙ.

Η ΕΕΕ είχε επανειλημμένα προτείνει ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των ΕΚ την ΑΔΙΠ με στόχο να αποτελέσει, σταδιακά, τον ανεξάρτητο ενιαίο φορέα αξιολόγησης όλων των ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων της χώρας, με σκοπό τη συγκριτική-συνολική μελέτη των στοιχείων της ερευνητικής δραστηριότητας σε ΑΕΙ και ΕΚ στο πλαίσιο του ενιαίου χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, καθώς και τη διεύρυνση του Συμβουλίου της Αρχής με τη συμμετοχή περισσότερων Eρευνητών. Δυστυχώς, όμως, και στο παρόν σ/ν ο θεσμικός διαχωρισμός της Έρευνας & Τεχνολογίας από την Ανώτατη Εκπαίδευση στη χώρα συνεχίζεται.

Ενώ στη χώρα μας ο ενιαίος χώρος ΑΕ&Ε είναι «υπό διωγμό», υπάρχει ειδική αναφορά στο άρθρο 15 του σ/ν ότι το πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού και της εθνικής στρατηγικής των ΑΕΙ θα ακολουθεί τις εξελίξεις και προοπτικές του Ευρωπαϊκού χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας!!

Θεωρούμε ότι η εδραίωση του ενιαίου χώρου ΑΕ&Ε το ενιαίο θεσμικό πλαίσιο έρευνας, η περιφερειακή διασύνδεση ερευνητικών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και η διευκόλυνση των ερευνητικών δραστηριοτήτων μπορούν να αποτελέσουν τη θεσμική, αλλά και αναπτυξιακή θωράκιση της χώρας στο πλαίσιο της εναρμόνισής της με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα.

Πρόταση της ΕΕΕ:

➢    Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης να μετονομαστεί σε «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας» και να είναι αρμόδια αρχή και για την αξιολόγηση των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων.

ΕΛΚΕ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Οι ερευνητικοί φορείς της χώρας από φορείς υλοποίησης έρευνας και νέας γνώσης έχουν μετατραπεί σε κέντρα λογιστικών διεκπεραιώσεων. Είναι άξιο απορίας το αίτιο και η στόχευση της ένταξης των ερευνητικών δραστηριοτήτων στο δημόσιο λογιστικό, ενώ ήδη η διαφάνεια και η λογοδοσία στη διαχείριση των ερευνητικών προγραμμάτων και των ΕΛΚΕ συνολικά, έως την ψήφιση του Ν.4485/2017, διασφαλίζονταν μέσω ενός συστήματος πολυεπίπεδων και απαιτητικών ελέγχων.

Η έρευνα, ως ένας εξαιρετικά δυναμικός και παραγωγικός τομέας κάθε αναπτυγμένης κοινωνίας, θα έπρεπε και στην Ελλάδα να διέπεται από νομικό πλαίσιο που να διευκολύνει την ευελιξία στη διαχείριση και αξιοποίηση των σχετικών πόρων και να ενισχύει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία μέσα από ελεγκτικούς μηχανισμούς (κατ’ αντιστοιχία με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς). Αντ’ αυτών, μετά την ψήφιση του Ν. 4485/2017, η έρευνα υφίσταται ασφυκτικά τη δαιδαλώδη, γραφειοκρατική και   αναποτελεσματική πρακτική του στενού δημόσιου τομέα, η οποία εντέλει θα επηρεάσει σημαντικά την απορρόφηση των κονδυλίων χρηματοδότησης της έρευνας από διάφορες πηγές (π.χ. ΕΣΠΑ, ευρωπαϊκά προγράμματα).

Στο σ/ν περιλαμβάνονται κάποιες θετικές ρυθμίσεις, οι οποίες όμως είναι άτολμες και πολύ μακριά από τις αρχικές ελπιδοφόρες εξαγγελίες της κυβέρνησης για τη μείωση της γραφειοκρατίας μέσω της εξόδου των ΕΛΚΕ από το δημόσιο λογιστικό. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις έχουν ως αποτέλεσμα να επιφέρουν οριακές μόνο βελτιώσεις στη συνολική δυσλειτουργία και τις τρομακτικές γραφειοκρατικές στρεβλώσεις που επιβλήθηκαν στους ΕΛΚΕ των ΕΚ.

Συμπερασματικά, δεν διαφαίνεται από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις η μείωση της γραφειοκρατίας για την έγκριση μιας δαπάνης και για την υλοποίησή της. Αναφερόμαστε ειδικότερα στις ποικιλώνυμες ιδιαιτερότητες που έχουν οι δαπάνες των ειδικών υλικών, προμηθειών και παροχών που απαιτούνται για τη διεξαγωγή αυτής της «άγνωστης» για το δημόσιο λογιστικό ερευνητικής δραστηριότητας.

Επιπλέον, στις ρυθμίσεις του σ/ν για τη διαχείριση των κονδυλίων έρευνας, η επιβάρυνση του Επιστημονικού Υπευθύνου (ΕΥ) συνεχίζεται. Σύμφωνα με το άρθρο 20, παρ. 8, οι ΕΥ των έργων αναλαμβάνουν και την ευθύνη της επιλεξιμότητας των δαπανών, ενώ μέχρι σήμερα είχαν την ευθύνη για την ορθή υλοποίηση και πιστοποίηση του φυσικού αντικειμένου του έργου και για τη σκοπιμότητα των δαπανών που συνδέονται με την εκτέλεση του φυσικού αντικειμένου του έργου και την παρακολούθηση του οικονομικού αντικειμένου. Η μεταβίβαση της ευθύνης της επιλεξιμότητας των δαπανών στον ΕΥ, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη διαχείριση των κονδυλίων έρευνας, προϋποθέτει γνώσεις νομικών και φορολογικών διαδικασιών που υπερκεράζουν τα όρια της αρμοδιότητάς του (ευθύνη για το φυσικό αντικείμενο, τη σκοπιμότητα των δαπανών και την παρακολούθηση του οικονομικού αντικειμένου) και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του ΕΛΚΕ/λογιστηρίου του ΕΚ, λόγος για τον οποίο άλλωστε γίνονται και σχετικές παρακρατήσεις από τα έργα/προγράμματα.

Στο άρθρο 21, παρ. 6, που αφορά στην έκδοση προκαταβολών, ορθώς συμπεριλήφθηκαν στους δικαιούχους, εκτός από τον ΕΥ, οι μόνιμοι και ΙΔΑΧ υπάλληλοι. Όπως όμως έχουμε ζητήσει, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στους δικαιούχους και οι συμβασιούχοι των έργων με την έγκριση πάντα του ΕΥ. Στην αντίθετη περίπτωση, υποχρεούται ο ΕΥ να λαμβάνει προκαταβολές εκ μέρους των συμβασιούχων του έργου, γεγονός που δημιουργεί φορολογικά και νομικά ζητήματα.

Επίσης, θα θέλαμε να προτείνουμε εκ νέου τη θεσμοθέτηση Επιτροπής Ερευνών και στα ΕΚ, κατ’ αντιστοιχία με τα ΑΕΙ. Μέχρι σήμερα, στα EK οι αντίστοιχες αρμοδιότητες της Επιτροπής Ερευνών και της Συγκλήτου των ΑΕΙ ασκούνται από τα Διοικητικά Συμβούλια.

Τέλος, ως ΕΕΕ, ζητούμε την ανάληψη των κατάλληλων νομοθετικών πρωτοβουλιών για την οριστική κατάργηση του γραφειοκρατικού και άκρως δυσλειτουργικού νομικού πλαισίου που ενέταξε τους ΕΛΚΕ των Ερευνητικών Κέντρων στο Δημόσιο Λογιστικό (Ν.4485/2017) καθώς και για τη νομοθέτηση ρυθμίσεων που θα εξαιρούν την Έρευνα από δημοσιονομικές αγκυλώσεις και θα διευκολύνουν την ευελιξία στη διαχείριση των κονδυλίων έρευνας, ώστε να αυξηθεί η απορρόφηση και η αξιοποίηση των ερευνητικών πόρων.

Επιπλέον των παραπάνω:

Προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση

Η ΕΕΕ έχει τοποθετηθεί δημόσια σχετικά με την κατάφωρη αδικία και διάκριση που συντελείται με την υποχρέωση απογραφής των Ερευνητών-Αξιολογητών στον ΕΦΚΑ ως ελεύθερων επαγγελματιών (https://www.eee-researchers.gr/ypochreosi-apografis-ton-ereyniton-axiolo...):

Όπως αναφέραμε, οι Ερευνητές των ΕΚ συμμετέχουν στις αξιολογήσεις ερευνητικών προτάσεων ελληνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών χρηματοδοτικών φορέων εδώ και πολλά χρόνια. Κύριο κίνητρό τους, διαχρονικά, αποτελεί η επιθυμία τους να συμβάλλουν στη διαδικασία αξιολόγησης, σύμφωνα με την επιστημονική αριστεία και με κανόνες που παρέχουν όλες τις εγγυήσεις για διαφάνεια και αξιοκρατία. Επιπρόσθετα, οι Ερευνητές έχουν, πέραν κάθε αμφιβολίας, δείξει την προθυμία τους να συμβάλλουν στη διαδικασία της αξιολόγησης Εθνικών ερευνητικών προτάσεων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι αμοιβής. Κύριο «πιστεύω» τους είναι ότι η διαδικασία αξιολόγησης αποτελεί έναν ιδιαίτερα κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα της υλοποίησης κάθε προκηρυχθείσας ερευνητικής δράσης και η ορθή εφαρμογή της εγγυάται την αξιοπιστία και την επάρκεια του όλου μηχανισμού.

Δυστυχώς, η Πολιτεία, για μία ακόμη φορά, δεν φαίνεται να αναγνωρίζει τη συμβολή των Ερευνητών και την έμπρακτη υποστήριξή τους σε κάθε προσπάθεια χρηματοδοτικής στήριξης της έρευνας.

Μετά την επιβολή της υποχρέωσής τους σε δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης (Πόθεν Έσχες) σε όποιον/α έχει την ιδιότητα του αξιολογητή, η Πολιτεία συνεχίζει και επιβάλλει στους Ερευνητές την εκ νέου απογραφή τους στον ΕΦΚΑ και ως ελεύθερων επαγγελματιών. Επιπλέον, να τονίσουμε ότι οι Ερευνητές, ως εργαζόμενοι στα Ερευνητικά Κέντρα, μισθοδοτούνται από την Πολιτεία και υπόκεινται σε ασφαλιστικές κρατήσεις ΕΦΚΑ με την ιδιότητα του Ερευνητή.

Πρόταση της ΕΕΕ:

➢    Προτείνουμε τη θεσμοθέτηση ρύθμισης αντίστοιχης με αυτής που ισχύει για τους συναδέλφους Καθηγητές στα Πανεπιστήμια, προκειμένου το θέμα να επιλυθεί έτσι ώστε οι Ερευνητές να μπορούν να συμμετέχουν στις αξιολογήσεις προτάσεων χωρίς επιπτώσεις:

Προτεινόμενη ρύθμιση:

«Οι αμοιβές Ερευνητών των ερευνητικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 από παροχή εκπαιδευτικού έργου και από συμμετοχή σε επιτροπές (αξιολόγησης, εμπειρογνωμόνων, κ.λπ.) ή επιστημονικά ή διοικητικά συμβούλια του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ή σε διοικούσες επιτροπές Α.Ε.Ι. εισπράττονται μέσω του ερευνητικού φορέα όπου υπηρετούν και υπόκεινται σε παρακράτηση πέντε τοις εκατό (5%) επί του ακαθάριστου ποσού. Η ανωτέρω παρακράτηση αποτελεί πόρο του οικείου ερευνητικού φορέα.»

Για την Ένωση Ελλήνων Ερευνητών

Η Πρόεδρος                         Η Γενική Γραμματέας
Μαρία A. Κωνσταντοπούλου    Γεωργία Κ. Τσιροπούλα

 

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

e-epimorfosi.aegean

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ