Placeholder

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΑΠΟΨΗ

Ελληνικά Πανεπιστήμια-ξένα Κολλέγια: δρόμος συνύπαρξης, ανοιχτός ή… ναρκοθετημένος;

Δημοσίευση: 31/01/2020
Υπουργείο παιδείας
Alt Text: 
Υπουργείο παιδείας
Title Text: 
Υπουργείο παιδείας
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Γεωργία Γιώτα, Φιλόλογος

Μετά από πολλές συζητήσεις, έντονες αντιπαραθέσεις, ποικίλες αντιδράσεις που συμπεριελάμβαναν από γλωσσικούς διαξιφισμούς μέχρι πορείες διαμαρτυρίας, ψηφίστηκε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία το επίμαχο άρθρο 50 που αφορά μεταξύ άλλων και στην ισοτιμία πτυχίων ιδιωτικών Πανεπιστημίων-Κολλεγίων με αυτά των Ελληνικών. Η αλήθεια είναι πως το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των Κολλεγίων, εισήχθη προς αναγνώριση της ισχύος του το 2008 με το ν. 3696/2009 και ήδη από το 2009 Κολλέγια ισοδύναμα της ελληνικής Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης λειτουργούν νόμιμα. Από τότε και εφεξής καθίστανται ως αναγνωρίσιμοι τίτλοι σπουδών με γνωστικά αντικείμενα μεταξύ άλλων, Μάρκετιγκ, Πληροφορική, Ναυτιλία, Νομικές Σπουδές κ.λπ. Είναι όμως αρκετές δεκαετίες  που η αναγνώριση πτυχίων Πανεπιστημίων της Αλλοδαπής έχει τεθεί σε εφαρμογή. Από το 1979 με την ίδρυση του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α., προχωρήσαμε στο 2005, χρονιά κατάργησης του παραπάνω φορέα και μεταβίβασης των αρμοδιοτήτων στο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., ένα διεπιστημονικό οργανισμό υπεύθυνο για τον έλεγχο και την αναγνώριση ξένων ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών με στόχο την εξομοίωσή τους με τους αντίστοιχους ελληνικούς.

Αφήνοντας όμως κατά μέρος τη σύντομη πληροφόρηση για την πορεία των πραγμάτων, ας επιχειρήσουμε σήμερα  όχι μια προσπάθεια εκλογίκευσης της όλης κατάστασης, αλλά πρόκλησης μερικών προβληματισμών και ερωτημάτων, απότοκων της αγωνίας για το μέλλον της εκπαίδευσης, δηλαδή για το μέλλον των παιδιών μας(αφού και τα δύο είναι-και απολύτως εύλογα-άρρηκτα δεμένα).

Ας προσπαθήσουμε αρχικά και de jure να μην είμαστε απόλυτοι, αφοριστικοί και δογματικοί. Ας εξετάσουμε τα πράγματα καταθέτοντας λογικούς συνειρμούς, προσκαλώντας και προκαλώντας οποιαδήποτε καλοπροαίρετη και λογική αναίρεσή τους. Ας θεωρήσουμε λοιπόν a priori αγαθές τις προθέσεις της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, ας αναγνωρίσουμε ως απρόσκοπτη την επιδίωξη στόχων που αφορούν στη βελτιστοποίηση της ποιότητας της παρεχόμενης παιδείας και ταυτόχρονα στην καλύτερη και αποτελεσματικότερη οργανωμένη λειτουργία της, δηλαδή την εκπαίδευση.

Επίσης ας θεωρήσουμε αναμενόμενη και λογική την επιστολή 4061/2019(επιστολή και όχι επιταγή, συνεπώς με δυνητικό προς εφαρμογή χαρακτήρα!) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για «κακή» εφαρμογή της Οδηγίας 2005/36 που αφορά στην αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων φοιτητών των Κολλεγίων(έστω κι αν με επιστολή του προς το Υπουργείο Παιδείας το Σεπτέμβριο του 2019 το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., ως το πλέον αρμόδιο να εκφράζει άποψη, επιχειρηματολογεί υπέρ της σαφούς παράβασης του άρθρου 16 του Συντάγματος περί διασφάλισης της δωρεάν και δημόσιας παιδείας).Τέλος ας κατανοήσουμε την αντίδραση μερίδας κοινωνικού σώματος που θεωρεί  ότι μέχρι τώρα η μη αναγνώριση της συγκεκριμένης ισοτιμίας υπονόμευε την ισοτιμία και την ισοπολιτεία μεταξύ των μελών μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Έχοντας συνεπώς δεχθεί ως αληθείς και αντικειμενικές τις παραπάνω προκείμενες του γενικού μας συλλογισμού, ας βάλουμε  το δάκτυλο «εις τον τύπον των ήλων», θέτοντας τους εξής προβληματισμούς, επιχειρώντας όχι μια πολιτικού τύπου προσέγγιση(αυτή είναι επιδίωξη άλλων), αλλά μια προσέγγιση κοινωνιολογική, πιο ανθρώπινη.

Αρχικά οφείλουμε να  υπενθυμίσουμε πως ο μεγάλος δάσκαλος και φιλόσοφος Αριστοτέλης, παραθέτοντας στα «Πολιτικά» τις απόψεις του για την παιδεία μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει πως η παιδεία ως μέλημα του κράτους πρέπει να είναι κοινή για όλους και να παρέχεται από την οργανωμένη πολιτεία. Η δε φροντίδα της επιβάλλεται να ανήκει στο δημόσιο και όχι να αφήνεται στην ατομική πρωτοβουλία, καθώς  μόνο η πόλις-κράτος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τι είναι καλό για τους νέους που θα απαρτίσουν τον κορμό της αυριανής κοινωνίας. Ερχόμενοι όμως στο σήμερα(για να μην κατηγορηθούμε για αναχρονισμό και παρελθοντολαγνεία), ποιος νουνεχής άνθρωπος που διατηρεί μια μικρή -έστω-επαφή με τη σύγχρονη εκπαίδευση, δεν παραδέχεται και δεν ομολογεί πως στα σχολεία μας οι νέοι ασφυκτιούν, ενώ οι προβληματικές και πολλές φορές παραβατικές  συμπεριφορές αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς;(έχουμε , δυστυχώς, ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα!) Αν σήμερα στο Γενικό Λύκειο  συγκρατείται, κατά το δυνατό, η κατάσταση, καθώς τα παιδιά μας ωριμάζουν έχοντας μπροστά τους τις Πανελλαδικές Εξετάσεις-εισιτήριο για τα Ανώτατα Ιδρύματα και την επίτευξη των στόχων τους, είναι γιατί η μελέτη και η προσοχή  διευκολύνουν την πορεία προς την κορυφή. Μπορούμε επομένως να υποψιαστούμε τι θα επακολουθήσει αν τα παιδιά επαναπαυτούν πίσω από μια «εύκολη» επιλογή ενός  «άλλου» Πανεπιστημίου στο οποίο το εισιτήριο δεν θα είναι αδιάβλητες εξετάσεις, αλλά η κατάθεση ενός διόλου ευκαταφρόνητου ποσού, το οποίο μάλιστα θα έχει ανάγκη, γιατί από αυτό θα εξαρτάται η ίδια του η λειτουργία;

Συνακόλουθος όμως του παραπάνω συλλογισμού είναι και τούτος: έχουμε συνειδητοποιήσει το ειδεχθές βάρος (οικονομικό και ψυχολογικό και άρα ευρύτερα συστημικό) που θα αναγκαστούν να επωμιστούν κάποιες οικογένειες στην αγωνία  και τη λαχτάρα τους τα παιδιά τους να αποκτήσουν  ένα μαγικό χαρτί που θα τους προσφέρει ένα πιο ευοίωνο μέλλον, εξαγοράζοντας  ενδεχομένως την αδιαφορία του παιδιού όλα τα προηγούμενα χρόνια; Πώς να πείσουμε τον έφηβο να παλέψει, να μοχθήσει, να πειθαρχήσει σε κάτι, όταν του προσφέρεται αβίαστα και σίγουρα πιο εύκολα, αφού αποτελεί προνόμιο οικονομικής(εντάξει, όχι πρωτίστως, αλλά κυρίως) συναλλαγής; Και επεκτείνοντας το συλλογισμό ας προστεθεί και τούτο: μία από τις βασικές επιδιώξεις του Υπουργείου είναι ο συνυπολογισμός του γενικού βαθμού και των τριών τάξεων του Λυκείου για την εισαγωγή στην  τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό είναι πρωτίστως ορθό και λογικό, καθώς μια τρίωρη εξέταση δεν μπορεί να κρίνει το μέλλον ενός νέου ανθρώπου. Το ερώτημα όμως που προκύπτει και σε συνδυασμό με τις προηγούμενες σκέψεις είναι και το εξής: δεν θα υπάρξουν παιδιά και οικογένειες που θα αδιαφορήσουν για το «κυνήγι του θησαυρού», που δεν θα μπουν στην πράγματι επαχθή οικονομικά και ομολογουμένως επίπονη διαδικασία  της φροντιστηριακής συνδρομής, όταν προσφέρεται μια εξίσου επώδυνη οικονομικά, αλλά πιο σίγουρη εναλλακτική λύση φοίτησης σε ένα πολλά υποσχόμενο, αλλά σαφώς καλοπληρωμένο Κολλέγιο, με ό,τι συνέπειες αυτό προκαλεί στο ελληνικό, συνεξαρτώμενο οικονομικό σύστημα; Και αυτό κατ΄επέκταση δεν θα έχει αντίκτυπο στην ποιότητα των σπουδών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν θα προκαλέσει μια ευρύτερη απαξίωση του δημόσιου σχολείου και των λειτουργών του; Δεν θα επεκτείνει άραγε η επίσημη αναγνώριση παροχής υπηρεσιών τούτων των Ιδρυμάτων το ήδη απειλητικό φάσμα της ανεργίας των νέων πτυχιούχων;

Ως απόρροια των παραπάνω σκέψεων ακολουθεί βασανιστικά και τούτη: άλλη μια εξαγγελία-στόχος της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας είναι από το 2021 το 80% της τακτικής χρηματοδότησης στα Πανεπιστήμια να χορηγείται με αντικειμενικά κριτήρια, μεταξύ αυτών και ο αριθμός φοιτητών, ενώ το υπόλοιπο 20% με βάση την αποτελεσματικότητα  των ΑΕΙ επί συγκεκριμένων κριτηρίων-στόχων (όπως η εξωστρέφεια). Αν αυτό το θεωρήσουμε λογικό, γιατί σαφώς θα ενισχυθεί ο συναγωνισμός και άρα η απόδοση των πανεπιστημιακών μας ιδρυμάτων, πώς θα διασφαλιστεί το πρώτο ποσοστό, όταν ένα μικρό-έστω-αλλά διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό νέων κατευθυνθεί σε άλλες επιλογές;

Κλείνοντας ας προσθέσουμε και τούτο στην κατατιθέμενη τράπεζα προβληματισμών: τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά το 2010, έχει παρατηρηθεί ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός πτυχιούχων απασχολούμενων και μη στο δημόσιο τομέα να αποκτούν μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και είναι αξιέπαινοι γι΄αυτό. Δεν θα αναλύσουμε τους πραγματικούς λόγους  που οδηγούν σε αυτό το αέναο «κυνήγι μαγισσών», γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος τα ευρήματα να μας εκπλήξουν …και όχι απαραιτήτως ευχάριστα. Μέσα σε αυτούς τους συνανθρώπους μας  ένα σημαντικό ποσοστό καταφεύγουν σε «λύσεις» απόκτησης μεταπτυχιακών τίτλων προερχόμενων από χώρες όχι και τόσο αξιόπιστες ως προς το επίπεδο παροχής ενός υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης. Ακόμη όμως κι αυτό αν το αποδεχτούμε και το παραδεχτούμε ως καλώς γενόμενο (όλα γίνονται νόμιμα ή…τουλάχιστο νομότυπα), ας φανταστούμε τι θα επακολουθήσει όταν όλα αυτά τα ιδιωτικού δικαίου Ιδρύματα για να διασφαλίσουν τα δικαιώματα των «πελατών» τους και για να αυξήσουν τα έσοδά τους(γιατί όχι;) παρέχουν έναντι αδράς αμοιβής διαφόρους μεταπτυχιακούς τίτλους, βάζοντας έτσι την ελληνική οικογένεια σε ένα τζόγο που μοιάζει κάπως με …τον πίθο των Δαναϊδων!

Θα μπορούσαν να ειπωθούν κι άλλα και σαφώς υπάρχει και ο αντίλογος. Η σκέψη προκαλείται εξάλλου από ερεθίσματα και κάνει ενίοτε το παιγνίδι της. Όλα αυτά δεν έχουν σκοπό βέβαια να καταδικάσουν εκ προοιμίου προθέσεις και στόχους. Αντίθετα κατατίθενται για να μπουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων καλοπροαίρετοι προβληματισμοί που σκοπό έχουν όχι μόνο την καλύτερη ποιότητα της εκπαίδευσης, αλλά και την ηρεμία και την διασφάλιση  ποιότητας ζωής των νέων κυρίως ανθρώπων, που από την ψυχική και διανοητική τους αρμονία και ισορροπία  περιμένει πολλά τούτος ο ταλαίπωρος κόσμος για να αντέχει και να ελπίζει… « Εκ παιδείας άρξασθαι και εις παιδείαν αφικέσθαι»!

Ετικέτες: 
ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΙΩΤΑ

Σχόλια (1)

 
Μαρια
01 Φεβ 2020 13:10

Ορθοτατη τοποθέτηση που εκφράζει τη σκέψη πολλών. Και να προσθέσω την αναντιστοιχία στα έτη φοίτησης των κολλεγίων και των ελληνικών πανεπιστημίων που σημαίνει ότι ο απόφοιτος των κολλεγίων θα βγει νωρίτερα στην αγορά εργασίας. Γιατί άραγε να δαπανησω 40000 τουλάχιστον για 4ετη σπουδών σε μια άλλη πόλη και να μην πάω σε ένα κολλέγιο; Αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι δεν υπάρχουν 2επιλογες, αλλά μια και πιο ελκυστική.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

e-epimorfosi.aegean