ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΑΠΟΨΗ

Η Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: Δεδομένα - Σχεδιασμός – Αναγκαιότητες

Δημοσίευση: 27/08/2020
Σχολείο λύκειο
Alt Text: 
Σχολείο λύκειο
Title Text: 
Σχολείο λύκειο
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

του Παντελή Γαλίτη

«Η Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση (ΕΕΚ) πρέπει να νοείται ως η εκπαίδευση και η κατάρτιση που στοχεύει στον εφοδιασμό των νέων και των ενηλίκων, με γνώσεις, τεχνογνωσία, δεξιότητες και / ή ικανότητες που απαιτούνται σε συγκεκριμένα επαγγέλματα ή ευρύτερα στην αγορά εργασίας και μπορεί να παρέχεται στην τυπική και στην μη τυπική μορφή εκπαίδευσης, σε όλα τα επίπεδα του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων (EQF), συμπεριλαμβανομένης και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» .

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ΕΕΚ περιλαμβάνει τους μισούς περίπου μαθητές της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), ενώ δίνει την δυνατότητα στα δύο τρίτα των εργαζομένων της ΕΕ να αναβαθμίζουν ή να επαναπροσδιορίζουν τις επαγγελματικές τους δεξιότητες. Προετοιμάζει κατάλληλα τους νέους για την πρώτη τους εργασία, ενώ επιτρέπει στους ενήλικες να μάθουν νέες δεξιότητες και να αναπτύξουν τη σταδιοδρομία τους .

Εδώ και καιρό έχει προαναγγελθεί νέα μεταρρύθμιση στην ΕΕΚ. Ήδη οριστικοποιείται το Σχέδιο Νόμου, προκειμένου τον Σεπτέμβριο να κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή. Είναι όμως αναγκαία μια ακόμη μεταρρύθμιση για την πολύπαθη ΕΕΚ;

Τα δεδομένα για την ΕΕΚ σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ  για το 2018, το 48,4% των νέων Ευρωπαίων εγγράφηκαν στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κατάρτιση, ενώ το 80% των αποφοίτων ΕΕΚ βρίσκουν την πρώτη μακροχρόνια δουλειά τους εντός έξι μηνών από την ολοκλήρωση των σπουδών τους. Και ακόμη, ενώ όλα τα άτομα σε ηλικία εργασίας που ζουν στην ΕΕ θα πρέπει να συμμετάσχουν σε περαιτέρω επαγγελματική κατάρτιση για να συμβαδίζουν με τις αλλαγές στην αγορά εργασίας, αυτοί που φροντίζουν για την επικαιροποίηση των επαγγελματικών τους δεξιοτήτων είναι λιγότεροι από τους μισούς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ποσοστά απασχόλησης των αποφοίτων της ΕΕΚ αυξάνονταν σταδιακά από 73,7% το 2009 σε 79,5% το 2018 .

Οι προβλέψεις του CEDEFOP για το 2030 εκτιμούν ότι το μερίδιο στην αγορά εργασίας των επαγγελμάτων ανάλογα με το επίπεδο προσόντων θα προσεγγίσει το 14% για τα χαμηλών προσόντων επαγγέλματα, το 45% για τα μεσαίων προσόντων επαγγέλματα και το 41% για τα υψηλών προσόντων επαγγέλματα, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά το 2016 ήταν: 19%, 48% και 32% .

Συγκριτικά για τα έτη 2013 και 2017 σε επίπεδο ΕΕ, το μεγαλύτερο μερίδιο των μαθητών της ΕΕΚ συγκεντρώνεται σε εκπαιδευτικά προγράμματα στο ανώτερο δευτεροβάθμιο επίπεδο, αποτελώντας σχεδόν τους μισούς από τους μαθητές που εγγράφονται στο επίπεδο αυτό .

Κατά την σύγκριση μεταξύ των αποφοίτων της ΕΕΚ ανώτερου – δευτεροβάθμιου επιπέδου, οι οποίοι δεν συνεχίζουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και των αποφοίτων γενικής εκπαίδευσης, που επίσης δεν συνεχίζουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εξάγονται τα παρακάτω συμπεράσματα :

•    Οι απόφοιτοι της ΕΕΚ σε ανώτερο – δευτεροβάθμιο επίπεδο έχουν υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης και χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας από τους αποφοίτους γενικής εκπαίδευσης ίδιου εκπαιδευτικού επιπέδου.

•    Η ένταση εργασίας μεταξύ των αποφοίτων ΕΕΚ είναι επίσης ελαφρώς υψηλότερη από ό, τι στους αποφοίτους της γενικής εκπαίδευσης.

•    Οι απόφοιτοι ΕΕΚ έχουν γενικά τα ίδια αποτελέσματα όσον αφορά στην ποιότητα εργασίας με αυτούς της γενικής εκπαίδευσης, αν και υπάρχουν ορισμένες διαστάσεις στις οποίες η προηγούμενη ομάδα έχει ελαφρώς χειρότερη απόδοση από άλλους πτυχιούχους, ακόμη και όταν έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και εργασία σε παρόμοιες θέσεις εργασίας (ΟΟΣΑ).

•    Οι απόφοιτοι ΕΕΚ έχουν λίγο υψηλότερο επίπεδο μισθών από τους πτυχιούχους γενικής εκπαίδευσης. Πάντως, θα πρέπει να τονιστεί ότι το επίπεδο μισθών είναι σημαντικά χαμηλότερο συγκρινόμενο με το αντίστοιχο των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ακόμη και όταν εργάζονται σε παρόμοιες δουλειές.

•    Οι απόφοιτοι ΕΕΚ είναι λιγότερο πιθανό από τους αποφοίτους της γενικής εκπαίδευσης  να αναφέρουν ότι δεν είναι προετοιμασμένοι για τη δουλειά τους και είναι πιο πιθανό να εργαστούν σε επαγγέλματα που ταιριάζουν με το επίπεδο εκπαίδευσης τους. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό των αποφοίτων της ΕΕΚ  εργάζονται σε επαγγέλματα που δεν ταιριάζουν με το πεδίο σπουδών τους.

•    Λιγότεροι απόφοιτοι της ΕΕΚ απασχολούνται σε επαγγέλματα υψηλών δεξιοτήτων, σε σύγκριση με τους αποφοίτους της γενικής εκπαίδευσης (ΟΟΣΑ).

Από τις έρευνες της ΕΕ έχει διαπιστωθεί ότι προκειμένου οι απόφοιτοι ΕΕΚ να είναι ανθεκτικοί σε μια μεταβαλλόμενη αγορά εργασίας, είναι επιτακτική ανάγκη να έχουν ισχυρές θεμελιώδεις δεξιότητες.

Ωστόσο, η έρευνα για τις δεξιότητες ενηλίκων δείχνει ότι, σε πολλές χώρες, οι απόφοιτοι ΕΕΚ έχουν χαμηλότερες δεξιότητες αριθμητικής, αλφαβητισμού και επίλυσης προβλημάτων από ό,τι οι απόφοιτοι της γενικής εκπαίδευσης. Αυτό το γεγονός θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τους έχοντες το πρόταγμα του εκπαιδευτικού σχεδιασμού.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις δεξιοτήτων ως το 2030 του CEDEFOP , κατά την μετάβαση στην επαγγελματική απασχόληση, η πόλωση της εργασίας αναμένεται να μεγαλώσει περαιτέρω: οι θέσεις εργασίας στο υψηλότερο και χαμηλότερο φάσμα δεξιοτήτων αναμένεται να αυξηθούν, ενώ οι μεσαίες θέσεις αναμένεται να μειωθούν. Συνολικά, τέσσερις στις πέντε νέες θέσεις εργασίας (το 80%) θα είναι σε επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης. Οι ίδιες προβλέψεις εκτιμούν ότι έως το 2030 οι ανάγκες της οικονομίας για εργατικό δυναμικό με υψηλό επίπεδο προσόντων θα αντιπροσωπεύουν περίπου το 41% της συνολικής απασχόλησης. Αυτό σημαίνει ότι ένα μη ασήμαντο ποσοστό εργαζομένων υψηλών προσόντων θα καταλήξουν σε θέσεις εργασίας που δεν ταιριάζουν με το επίπεδο εκπαίδευσης τους, με συνέπεια να κατευθυνόμαστε προς ένα εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, ένα σημαντικό μέρος του οποίου μπορεί να μην έχει την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τις δεξιότητες που έχουν συσσωρευτεί.

Ταυτόχρονα, ενδέχεται να υπάρξει εντατικοποίηση της εργασίας σε χαμηλότερα επίπεδα, αυξάνοντας τις ανάγκες δεξιοτήτων και καθιστώντας τα επαγγέλματα μεσαίου επιπέδου ακόμη πιο απαιτητικά.

Στοιχεία από την έρευνα δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας του Cedefop δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού βρήκε τις δεξιότητές τους κατά τον χρόνο πρόσληψής τους να είναι κατώτερες από εκείνες που απαιτούνται για την επαρκή εκτέλεση της εργασίας. Επομένως, είναι σημαντικό οι εκπαιδευτικές πολιτικές να συνεργάζονται με τους κοινωνικούς φορείς προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι εργαζόμενοι είναι εφοδιασμένοι με τις σωστές δεξιότητες. Επιπρόσθετα, τίθεται το ερώτημα για το πώς οι χαμηλά ειδικευμένοι, που μπορεί να ωθήθηκαν να αποδεχτούν χαμηλότερους μισθούς και εργασία σε κατώτερες θέσεις εργασίας, μπορούν να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο της χαμηλής παραγωγικότητας και των χαμηλών μισθών.

Στις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προκειμένου η ΕΕΚ να αποκτήσει στέρεη βάση για το μέλλον, περιλαμβάνονται τα παρακάτω:

➢    Ενίσχυση της δυνατότητας προσαρμογής των εκπαιδευτικών δομών και των διδασκόντων στις ολοένα αυξανόμενες και ευμετάβλητες διδακτικές απαιτήσεις, καθώς και στις ψηφιακές δεξιότητες.
➢    Περισσότερες ευκαιρίες μάθησης στον χώρο εργασίας, ιδιαίτερα μέσω του θεσμού της Μαθητείας
➢    Τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών της ΕΕΚ θα πρέπει να καλύπτουν τις ανάγκες της πράσινης ανάπτυξης και της ψηφιακής οικονομίας

Στα επόμενα πέντε χρόνια, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), θα πρέπει :

•    Το ποσοστό των απασχολούμενων πτυχιούχων να είναι τουλάχιστον 82%.

•    Το 60% των πρόσφατα αποφοίτων από την ΕΕΚ να επωφελούνται από την μάθηση στους χώρους εργασίας κατά την επαγγελματική τους εκπαίδευση και κατάρτιση.

•    Το 8% των μαθητών στην ΕΕΚ να επωφελούνται από μια μαθησιακή κινητικότητα στο εξωτερικό.

Η πανδημία του κορονοϊού χαρακτηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως μια ευκαιρία προκειμένου η ΕΕΚ να καταστεί πιο μοντέρνα, ελκυστική, ευέλικτη και ευπροσάρμοστη στα νέα δεδομένα της ψηφιακής εποχής και της πράσινης μετάβασης. Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι η ΕΕΚ θα αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο βοήθειας προκειμένου οι νέοι και οι ενήλικες να καταστούν ικανοί στην εύρεση εργασίας στην μετά πανδημίας κορονοϊού εποχή. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, ο ρόλος της επαγγελματικής εκπαίδευσης επαναπροσδιορίζεται εκ νέου. Ειδικά για τους νέους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανακοίνωσε στις 01 Ιουλίου 2020 ένα πακέτο μέτρων, που συνθέτουν μία γέφυρα προς την απασχόληση (Youth Employment Support: A Bridge to Jobs for the Next Generation) για την επόμενη γενιά. Κεντρικό πυλώνα της νέας αυτής δέσμης μέτρων αποτελεί η βελτίωση της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας της ΕΕΚ, για την υποστήριξη του βιομηχανικού μετασχηματισμού και της μετάβασης στην ψηφιακή και στην πράσινη οικονομία .

Τα δεδομένα για την ΕΕΚ στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τον δείκτη ESI (European Skills Index) , για το 2020, σε επίπεδο δείκτη η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στην προτελευταία θέση.

Ειδικότερα:

•    Στον πυλώνα: «Ανάπτυξη δεξιοτήτων» η χώρα μας κατατάσσεται στην 26η θέση, αποδίδοντας καλύτερα μόνο στην αναλογία μαθητή προς δάσκαλο στην προσχολική εκπαίδευση (κατάταξη στην 9η θέση), καθώς και στις υψηλές δεξιότητες υπολογιστών (15η θέση).  

•    Στον πυλώνα: «Ενεργοποίηση δεξιοτήτων» η Ελλάδα κατατάσσεται στην 27η θέση, παρουσιάζοντας χαμηλά ποσοστά στην «Ενεργοποίηση των δεξιοτήτων στους νέους ηλικίας 20-24 ετών» (30η θέση). Στην τελευταία θέση βρίσκεται η χώρα μας και στον δείκτη: «συμμετοχή στην αγορά εργασίας πρόσφατα αποφοιτησάντων», ενώ εμφανίζει καλύτερη θέση στον δείκτη: «Πρόωρη εγκατάλειψη της εκπαίδευσης και της κατάρτισης» (8η θέση).

•    Στον πυλώνα: «Αντιστοίχιση δεξιοτήτων», η Ελλάδα κατατάσσεται στην τελευταία θέση, με χαμηλές βαθμολογίας σε όλους τους δείκτες του πυλώνα αυτού. Την καλύτερη (25η θέση) από τους δείκτες αυτούς έχει ο δείκτης: «Εργαζόμενοι εκπαιδευτικού επιπέδου ISCED 5-8, με χαμηλά εισοδήματα».

•    Η Ελλάδα κατατάσσεται στην χαμηλότερη (χειρότερη) θέση και στον υποπυλώνα: «Αναντιστοιχία δεξιοτήτων». Στην τελευταία αυτή θέση η Ελλάδα παρέμεινε τόσο το 2016 όσο και το 2017.

Γενικότερα, από το 2018 ως το 2020 η χώρα μας συνεχίζει να βρίσκεται στην προτελευταία θέση του δείκτη, μη σημειώνοντας καμία θετική μεταβολή .

Σύμφωνα με στοιχεία των ετών 2015-2017 , στην Ελλάδα, το 2017, μόνο το 28,8% των σπουδαστών της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (έναντι 29,9 %, το 2015) επιλέγει την αρχική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι στο 47,8%. Επίσης, στην χώρα μας η απασχόληση των αποφοίτων της αρχικής ΕΕΚ είναι σχεδόν κατά μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερη από την αντίστοιχη των αποφοίτων της γενικής εκπαίδευσης, όταν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι απόφοιτοι της αρχικής ΕΕΚ απολαμβάνουν υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης. Αυτό αναδεικνύει και τη δυσκολία κάλυψης κενών θέσεων εργασίας που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις .

Το 2018, το ποσοστό απασχόλησης των αποφοίτων της αρχικής ΕΕΚ ηλικίας 20-34 ετών και μεσαίου επιπέδου εκπαίδευσης (ISCED 3-4) ανέρχονταν μόλις σε 63,1%, επίδοση που κατατάσσει την Ελλάδα στην τελευταία θέση, με σημαντική απόκλιση από τον αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ-28 (80,5%) . Αντίστοιχα, η χώρα μας εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας των αποφοίτων της ΕΕΚ (ISCED 3-4), ηλικίας 20-34 ετών, με συντριπτική απόκλιση από τα περισσότερα κράτη-μέλη (30,9% έναντι 8,5% στην ΕΕ, το 2018) .

Κατηγοριοποιώντας τα επαγγέλματα με κριτήριο το επίπεδο των προσόντων που απαιτούνται για την εκτέλεσή τους, από την ίδια έρευνα προκύπτει ότι οι μεγαλύτερες ελλείψεις σε δεξιότητες στην χώρα μας αφορούν στα επαγγέλματα μεσαίων προσόντων (42,6%), έναντι 35,2% για τα επαγγέλματα υψηλών προσόντων και 22,2% για αυτά των χαμηλών προσόντων). Οι επιχειρήσεις ιεραρχούν ως σημαντικότερο εμπόδιο στην κάλυψη κενών θέσεων εργασίας, τις ελλείψεις σε δεξιότητες και όχι τη μη διαθεσιμότητα τυπικών προσόντων (τίτλοι σπουδών κλπ.) .

Πρόσφατη, επίσης, έρευνα του ΣΕΒ  έδειξε ότι το 35,6% των επιχειρήσεων του παραγωγικού τομέα της οικονομίας ήδη αντιμετωπίζει δυσκολίες στην κάλυψη κενών θέσεων εργασίας.

Μάλιστα, οι επιχειρήσεις που δήλωσαν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολία στην κάλυψη κενών θέσεων απασχόλησης αναφέρουν ως σημαντικότερο λόγο την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι γνώσεις και δεξιότητες που είναι δυσκολότερο να εξευρεθούν είναι αυτές που αφορούν στη συγκεκριμένη θέση εργασίας (τεχνικές/επαγγελματικές δεξιότητες) .

Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από την αξιολόγηση των γνώσεων και δεξιοτήτων του υφιστάμενου προσωπικού των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα. Ειδικότερα, το 46,2% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι το προσωπικό τους δεν διαθέτει τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες .

Είναι γεγονός ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παράγει υπεράριθμους πτυχιούχους σε αντικείμενα που δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις για τον αναγκαίο παραγωγικό μετασχηματισμό της χώρας, προκαλώντας την αναντιστοιχία μεταξύ των γνώσεων και δεξιοτήτων που απαιτούνται για την κάλυψη των θέσεων εργασίας και αυτών που διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό που αποφοιτά από το εκπαιδευτικό σύστημα.

Εκτός, όμως, από τις δυσκολίες στην κάλυψη των κενών θέσεων εργασίας, η έρευνα δείχνει ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ελλείψεις γνώσεων και δεξιοτήτων και στο ανθρώπινο δυναμικό που ήδη απασχολούν, και μάλιστα σε ακόμη υψηλότερο ποσοστό .

Επίσης ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα παρακάτω ευρήματα :

•    Το ποσοστό της υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης στην Ελλάδα το χρονικό διάστημα 2008 – 2017 αυξήθηκε από 20,8% σε 33,4%, σημειώνοντας αύξηση κατά 60,6%. Απλουστευτικά, αυτό σημαίνει ότι 1 στους 3 Έλληνες εργάζεται σε δουλειά κατώτερη των προσόντων του.

•    Το ποσοστό αποφοίτων Λυκείων από Τεχνικά Επαγγελματικά Λύκεια στην Ελλάδα είναι 25% έναντι 40% στις χώρες του ΟΟΣΑ.

•    Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα είναι από τις χαμηλότερες στις χώρες του ΟΟΣΑ: Ελλάδα: $33,1 έναντι ΟΟΣΑ: $47,6 (ΑΕΠ/ώρα εργασίας, $ σταθερές τιμές 2010) .

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα της υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης είναι εντονότερο μεταξύ των νέων. Μόλις το 55,8% των νέων που είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης βρίσκουν εργασία σε διάστημα από ένα έως τρία έτη μετά την αποφοίτησή τους, ποσοστό που είναι και το χαμηλότερο μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ .

Επιπλέον, από τους απασχολούμενους νεαρής ηλικίας που είναι απόφοιτοι Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, το 43,3% δεν απασχολείται σε θέσεις εργασίας που είναι ανάλογες των προσόντων τους .

Σύμφωνα με το World Economic Forum (WEF):

➢    Οι απαιτούμενες δεξιότητες στην αγορά εργασίας μεταξύ των ετών 2015 και 2020 κατά σειρά αυξητικής ζήτησης, ως ποσοστό % του βασικού συνόλου δεξιοτήτων, είναι : Δεξιότητες επίλυσης σύνθετων προβλημάτων  (36%), Κοινωνικές δεξιότητες (19%), Δεξιότητες διαχείρισης (18%), Δεξιότητες συστημάτων (17%), Γνωστικές ικανότητες (15%), Δεξιότητες διαχείρισης πόρων (13%), Τεχνικές δεξιότητες (12%), Δεξιότητες περιεχομένου (10%), Φυσικές ικανότητες (4%).

➢    Οι 10 δεξιότητες που είναι απαραίτητες σε έναν εργαζόμενο στην εποχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης είναι : Επίλυση σύνθετων προβλημάτων, Κριτική σκέψη, Δημιουργικότητα, Διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, Συντονισμός με άλλους, Συναισθηματική νοημοσύνη, Κρίση και λήψη αποφάσεων, Προσανατολισμός υπηρεσίας, Διαπραγμάτευση, Γνωστική ευελιξία.

Γίνεται φανερό ότι η ΕΕΚ στην χώρα μας έχει ανάγκη ουσιαστικής αναβάθμισης του συνόλου της παρουσίας της στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, στο πλαίσιο της αποτελεσματικής προσφοράς της σε μια εποχή συνεχών αλλαγών και αναδιαρθρώσεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Η εναρμόνισή της με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και η ετοιμότητά της να προσφέρει σύγχρονη επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση είναι μονόδρομος, χωρίς αυτό να γίνεται σε βάρος της απόκτησης εκείνων των γνώσεων που απαιτούνται, προκειμένου οι απόφοιτοι της ΕΕΚ να είναι σε θέση να αναπτύξουν τις ικανότητές τους και τις δεξιότητές τους στην επαγγελματική του διαδρομή, καθώς και να έχουν το γνωσιακό υπόβαθρο που είναι απαραίτητο για την συνέχιση των σπουδών τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια που θα έχει ως επίκεντρό της την αναμόρφωση της ΕΕΚ, προκειμένου αυτή να καταστεί ικανή να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της σύγχρονης πραγματικότητας είναι όχι απλά ευπρόσδεκτη, αλλά, σύμφωνα με τα παραπάνω παρατεθέντα στοιχεία, περισσότερο από απαραίτητη: είναι επιτακτική. Είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας μας. Όχι όμως άλλη μία μεταρρύθμιση για την ΕΕΚ, αλλά μια άλλη μεταρρύθμιση για την πολύπαθη Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση της χώρας μας. Μια μεταρρύθμιση που θα επιδιώξει την επικαιροποίηση των προσφερόμενων ειδικοτήτων, τον εκσυγχρονισμό των προγραμμάτων σπουδών, των βιβλίων, της εκπαιδευτικής και εργαστηριακής υποδομής. Μια μεταρρύθμιση που θα επιτρέψει στην ΕΕΚ να αποκτήσει όραμα και προοπτική, να αναπτυχθεί στα επίπεδα που οι σύγχρονες εξελίξεις απαιτούν και να μην παρουσιάζει τα σκαμπανεβάσματα παροδικών, εφήμερων εξάρσεων που οφείλονται στην δημιουργία εντυπώσεων εύκολων εκπαιδευτικών διαδρομών. Μια μεταρρύθμιση που, έχοντας ως πρώτο μέλημα την εναρμόνιση της ΕΕΚ με τις επιταγές της σύγχρονης εποχής, θα θέσει στο επίκεντρό της τον σεβασμό των δικαιωμάτων και του ρόλου των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητάς της: των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Προσφέροντας στους πρώτους στέρεο γνωσιακό υπόβαθρο και σύγχρονες τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες και στους δεύτερους όλα εκείνα τα εφόδια και την κατάλληλη επιμόρφωση, που θα  τους ενισχύσουν στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του ρόλου της ΕΕΚ στη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ