Placeholder

ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ

Η θέση της ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α. για το Σχέδιο Νόμου του υπ.Παιδείας

Δημοσίευση: 20/01/2021
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Παιδείας αναφέρεται σε σημαντικά επιμέρους ζητήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Αυτό δυστυχώς δεν γίνεται στο πλαίσιο μιας συνολικής θεώρησης, που θα περιελάμβανε όχι μόνο τα Πανεπιστήμια, αλλά και τις άλλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης.  Η τακτική της τμηματικής αντιμετώπισης θα ήταν αποδεκτή επιλογή, αν ήταν σαφές ότι η αντιμετώπιση των ως άνω ζητημάτων αποτελεί μέρος ενός σχεδίου, ενός οράματος, ολικής ανάταξης του εκφυλισμένου εκπαιδευτικού συστήματος, που τόσο έχει ανάγκη η πατρίδα μας. Τέτοια πρόθεση από πλευράς της κυβέρνησης δεν έχει ακόμη διαφανεί, παρά την παρέλευση 20 μηνών διακυβέρνησης.

Τα τέσσερα κύρια θέματα του Νομοσχεδίου (θέσπιση Ελαχίστης Βάσης Εισαγωγής, σχέδιο Προστασίας των Ιδρυμάτων, που περιλαμβάνει και την ίδρυση  Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, περιορισμός στη Διάρκεια Φοίτησης και ζητήματα Πειθαρχικού Δικαίου) είναι όντως προβλήματα των Πανεπιστημίων, που χρήζουν ιδιαίτερης φροντίδας.

Τα συγκεκριμένα μέτρα, αν και κινούνται σε θετική κατεύθυνση, χαρακτηρίζονται ωστόσο από προχειρότητα, ατολμία και αδυναμία ουσιαστικής παρέμβασης στα προβλήματα που στοχεύουν να επιλύσουν. Έτσι, ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος τα αποτελέσματά τους να ενισχύσουν περαιτέρω κάποιες  αρνητικές πλευρές που στοχεύουν να εξαλείψουν.

Για την Πολιτική Ασφάλειας και Προστασίας
Αποτελεί γενική διαπίστωση ότι υπάρχει σημαντικό έλλειμμα στην ποιότητα της Ακαδημαϊκής  Ζωής μέσα στα ΑΕΙ της χώρας μας. Η σύγκριση με τα αντίστοιχα Ιδρύματα άλλων χωρών μπορεί να μας βοηθήσει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση κεντρικών πτυχών αυτού του ελλείμματος.

Τα επί δεκαετίες συνεχιζόμενα φαινόμενα βίας και παραβατικότητας στα πανεπιστήμια επιτάσσουν πράγματι την άμεση θεσμοθέτηση ειδικού Σώματος Φύλαξης. Τα μέλη του σώματος αυτού θα πρέπει να εκπαιδευτούν πάνω στις ιδιαιτερότητες, τους κινδύνους και τα γενικά και ειδικά προβλήματα, που παρουσιάζονται στο περιβάλλον, στις εγκαταστάσεις και στη λειτουργία ενός Πανεπιστημίου.

Προς εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Σώματος Φύλαξης επιβάλλονται η άρτια στελέχωσή του και η διάθεση από την Πολιτεία των απαραίτητων κονδυλίων για τις απαιτούμενες υλικοτεχνικές υποδομές, με έμφαση στην τεχνολογία.
Στα μέσα αυτά εντάσσονται και οι διατάξεις ελεγχόμενης πρόσβασης σε όλους τους πανεπιστημιακούς χώρους.
Θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικό, με φροντίδα των αρμοδίων κατά το νόμο και το Σύνταγμα οργάνων της Πολιτείας, και οπωσδήποτε πριν ή έστω παράλληλα με την εγκατάσταση του Σώματος Φύλαξης, την άμεση απόδοση με  ασφάλεια στο κάθε Πανεπιστήμιο όλων των χώρων που σήμερα βρίσκονται υπό κατάληψη, που αποτελούν άβατο για το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας και συχνά συνιστούν κέντρα ανομίας επιχειρηματικής και εγκληματικής φύσης.
Ως εκ της σημασίας τους για θέματα λειτουργίας και ασφάλειας σε κάθε Ίδρυμα, οι αποφάσεις όλων των συλλογικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητικών συλλόγων, πρέπει να απηχούν την άποψη της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών τους. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει θεσμικά να κατοχυρωθεί ότι οι εκλογές των διοικήσεών τους, αλλά και όλες οι αποφάσεις που σχετίζονται με την εύρυθμη λειτουργία των Ιδρυμάτων, θα πρέπει να λαμβάνονται από την πλειοψηφία των μελών, απαίτηση που μπορεί να διασφαλιστεί με ηλεκτρονική ψηφοφορία.  
Για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής στα ΑΕΙ

Η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση περιλαμβάνει όχι μόνο τα Πανεπιστήμια, που συνιστούν την Ανώτατη Εκπαίδευση, αλλά κάθε Οργανισμό που παρέχει εκπαίδευση σε Μεταλυκειακό Επίπεδο. Στην Ελλάδα παραδοσιακά τείνουμε να ταυτίζουμε την Τριτοβάθμια με την Ανώτατη Εκπαίδευση, πρακτική που οδηγεί σε σημαντικές στρεβλώσεις. Μία απ’ αυτές είναι ότι ενώ σε όλες τις χώρες του Ο.Ο.Σ.Α. πλην της Ελλάδας, στην Ανώτατη Εκπαίδευση εισάγεται κατά μέσο όρο το 30-40% των αποφοιτούντων από τα Λύκεια, στην Ελλάδα εισάγεται το 80-90% αυτών, ποσοστό συγκρίσιμο με εκείνο των εισαγομένων σε ολόκληρη την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση στις χώρες του Ο.Ο.Σ.Α.!

Παρά τις προσπάθειες αποσύνδεσης της διαδικασίας πρόσβασης από την εκπαιδευτική διαδικασία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση που έγιναν κατά καιρούς, το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση επηρέαζε και επηρεάζει καταλυτικά τη λειτουργία του Ελληνικού Σχολείου. Ιδιαίτερα το Λύκειο έχει απολέσει τον αυτόνομο εκπαιδευτικό και μορφωτικό ρόλο του, καθώς αντιμετωπίζεται ως προθάλαμος για την Ανώτατη Εκπαίδευση, με τους μαθητές να αφιερώνουν το σύνολο σχεδόν του χρόνου τους στα Φροντιστήρια.

Τα τελευταία χρόνια, για παράδειγμα, έχουμε Τμήμα, όπου η βάση εισαγωγής είναι λίγο πιο κάτω από το 10, εισάγονται  περίπου 320 φοιτητές άλλα αποφοιτούν 130, δηλαδή μόλις το ένα τρίτο. Με βάση εισαγωγής λίγο πάνω από το 10, εκτιμούμε ότι θα είχαμε σημαντική αλλαγή στο ποσοστό αποφοίτησης; Στην κατηγορία αυτή ανήκει ένα μεγάλο μέρος των Τμημάτων των Ελληνικών Πανεπιστημίων. Υπολογίσαμε το πόσο κοστίζουν όλα αυτά τα υπαρξιακά αδιέξοδα, στα οποία οδηγείται ο νέος και η οικογένειά του, στους ίδιους, στην οικονομία και την ανάπτυξη της χώρας, και τελικά στον έλληνα φορολογούμενο αλλά, ίσως το σημαντικότερο,  στον κοινωνικό πολιτισμό μας;

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η πρόσβαση στα ΑΕΙ της χώρας δεν είναι  μόνον ένα τεχνικό ζήτημα εξεταστικών διαδικασιών. Αντίθετα, η πρόσβαση στα ΑΕΙ είναι ανάγκη να συνδεθεί με αλλαγές σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αυτές οι αλλαγές πρέπει να κινηθούν σε δύο κατευθύνσεις:

Α) Αναβάθμιση της παιδευτικής λειτουργίας του Λυκείου (Σχολείο Γενικής Παιδείας) και της αξιοπιστίας της πιστοποίησης, που αυτό προσφέρει.

Β) Εξορθολογισμός της πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, μέσα από  την ουσιαστική συμμετοχή των ΑΕΙ στη θέσπιση κριτηρίων εισόδου (μαθήματα, συντελεστές βαρύτητας, κοινωνικά κριτήρια κ.ά.)  αλλά και του αριθμού των εισακτέων.

Πιο συγκεκριμένα, προτείνουμε:
 
•    Η διαδικασία εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση να ακολουθεί την απόκτηση του Εθνικού Απολυτηρίου, κατά τα διεθνή πρότυπα. Η οργάνωση των Σπουδών στο Λύκειο προσαρμόζεται αναλόγως.
•    Η εισαγωγή στα ΑΕΙ να γίνεται με βάση τον βαθμό του Εθνικού Απολυτηρίου και τον βαθμό σε ένα μικρό αριθμό μαθημάτων (από 2 έως 3), τα οποία καθορίζονται από το Τμήμα, στο οποίο επιθυμεί να εισαχθεί ο υποψήφιος.
•    Την οικοδόμηση εξ αρχής μιας σοβαρής, αξιόπιστης και θελκτικής δημόσιας δομής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης στην τριτοβάθμια (μεταλυκειακή) ζώνη, όπως υπάρχει σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, αλλά και στη χώρα μας μέχρι τη δεκαετία του ‘80, που θα πείθει τη νέα γενιά αλλά και γενικότερα την ελληνική οικογένεια. Μια δομή η οποία, αφού απορροφήσει όλες τις υπάρχουσες παρεμφερείς δομές και χρηματοδοτηθεί επαρκώς, θα μπορέσει να εκπαιδεύσει σημαντικό τμήμα των αποφοίτων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Ας ακολουθήσει το Υπουργείο Παιδείας σε αυτό το θέμα την πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή των δεκαετιών του ‘50 και του ‘70 ή έστω  τη σχετική  πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου!

Για λογούς αρχής, θεωρούμε τη θέσπιση ελάχιστης βάσης εισαγωγής, που προτείνεται στο Νομοσχέδιο, ως ένα πρώτο, θετικό, βήμα, που όμως από μόνο του θα έχει πενιχρά αποτελέσματα.  

Για τη Διάρκεια Φοίτησης

Το φαινόμενο των χιλιάδων «αιωνίων» ή «λιμναζόντων» φοιτητών αποτελεί άλλη μια θλιβερή πρωτοπορία των Ελληνικών ΑΕΙ.  Kατ’ αναλογία με όσα ισχύουν διεθνώς, πρέπει να υπάρξει σαφής διαχωρισμός σε φοιτητές πλήρους φοίτησης (full-time) και φοιτητές μερικής φοίτησης (part-time). Η διάρκεια σπουδών των φοιτητών πλήρους φοίτησης θα πρέπει να είναι αυστηρά Ν έτη, όπου Ν ο αριθμός των κανονικών ετών φοίτησης (Ν=4 ή 5 ή 6), με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις.

Ως κανόνας αρχής, για να  επιτευχθεί ο στόχος της μείωσης του μέσου χρόνου αποφοίτησης [σήμερα κυμαίνεται στο  Ν+(Ν/2)] πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένα όρια και έγκαιρες, ει δυνατόν αυτόματες, προειδοποιήσεις. Επίσης  να προβλέπονται παράλληλες διέξοδοι (αλλαγή κατεύθυνσης, μεταγραφή με αυστηρά κριτήρια, π.χ. κατοχύρωσης πιστωτικών μονάδων, και με προϋποθέσεις εισδοχής σε άλλο τμήμα του ίδιου ή άλλου ΑΕΙ).          

Κατ’ αρχήν με τις ρυθμίσεις περί ελάχιστης βάσεως εισαγωγής οι εισαγόμενοι θα είναι τόσοι σε αριθμό και σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορούν να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα σπουδών από την αρχή. Ο αριθμός των μαθημάτων ανά εξάμηνο πρέπει να είναι σε γενικές γραμμές μικρότερος σε σχέση με το παρόν και η ύλη σταθμισμένη με πιστωτικές μονάδες σε συνάφεια με τις διεθνείς πρακτικές του κάθε κλάδου.

Όπου είναι εφικτό από τη σχετική επιστημονική κατεύθυνση (discipline) να προταθούν αλυσίδες μαθημάτων (προαπαιτούμενα) ή τουλάχιστον να θεσμοθετηθεί ένα ελάχιστο ποσοστό πιστωτικών μονάδων (π.χ. 75 ή 80%) για την μετάβαση από την πρώτη βαθμίδα σπουδών (μαθήματα κορμού) στην επόμενη (μαθήματα ειδίκευσης).  Οι εξετάσεις πρέπει να μπουν σε πιο ευέλικτο πλαίσιο (π.χ. να μην αξιολογείται ο φοιτητής από μία και μόνο τελική εξέταση αλλά από πολλαπλές, διαρκείς και διαφορετικού τύπου δοκιμασίες, quiz κλπ.) και να ορίζεται μέγιστος αριθμός εξέτασης ανά μάθημα.

Οι φοιτητές μερικής φοίτησης θα πρέπει να ανέρχονται σε μικρό και προκαθορισμένο ποσοστό επί του συνόλου των φοιτητών ενός Τμήματος ή Προπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών. Θα αναγνωρίζονται κατόπιν τεκμηρίωσης στη βάση οικονομικής ή επαγγελματικής ανάγκης ή για λόγους υγείας και θα έχουν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους σε χρόνο που θα καθορίζεται κατά περίπτωση αλλά δεν θα ξεπερνά  τα Ν+(Ν/2) έτη όπου Ν = 4, 5 ή 6 έτη της κανονικής πλήρους φοίτησης.

Σε ό,τι αφορά την τωρινή κατάσταση και την προοδευτική μετάβαση για μια μεταβατική περίοδο  της πλήρους φοίτησης στο ζητούμενο της αυστηρής τήρησης των 4, 5 ή 6 ετών, να διατηρηθεί η προτεινόμενη από το νομοσχέδιο πρόβλεψη της διάρκειας πλήρους φοίτησης στα Ν + (Ν/2) έτη, αλλά μόνο έως ότου επέλθει η κανονικοποίηση του συστήματος.

Τέλος, θα πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα αναστολής των σπουδών (για όχι περισσότερο από συνολικά ένα χρόνο), περίοδος που δεν θα προσμετράται στο όριο,  καθώς και ανάλογες ρυθμίσεις για σοβαρούς λόγους υγείας.

Για το Πειθαρχικό Δίκαιο

Με τα άρθρα 15 έως 22 εισάγονται άρθρα, που αφορούν τις πειθαρχικές διώξεις για παραπτώματα στα οποία υποπίπτουν φοιτητές/τριες. Θυμίζουμε ότι ήταν υποχρέωση των Διοικήσεων των Πανεπιστημίων να εντάξουν σχετικές διατάξεις στους Εσωτερικούς Κανονισμούς των Ιδρυμάτων τους, όμως ελάχιστα Ιδρύματα έχουν ανταποκριθεί σε αυτή την υποχρέωση μέχρι σήμερα.

Οι διατάξεις που αφορούν το πειθαρχικό δίκαιο κρίνεται ότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, ενσωματώνοντας διαδικασίες, αρχές και επιμέρους ρυθμίσεις που εναρμονίζονται με τη διεθνή πρακτική και το εν γένει πειθαρχικό δίκαιο. Ένα ζήτημα που τίθεται ίσως είναι ο βαθμός ελευθερία-αυτονομίας που θα διαθέτει πλέον το κάθε ΑΕΙ στο πλαίσιο διαμόρφωσης των σχετικών ρυθμίσεων του κανονισμού λειτουργίας του.

Η επιλογή του νομοθέτη να ακολουθήσει τις αρχές του ποινικού δικονομικού δικαίου και του ποινικού δικαίου δίνει πλείστα δικαιώματα στον κατηγορούμενο και εισάγει στο πειθαρχικό δίκαιο την αρχή της ενοχής. Ακόμα, γίνεται περιοριστική απαρίθμηση των πειθαρχικών παραπτωμάτων και των προβλεπόμενων ποινών στα άρθρα 17 και 18 αντίστοιχα, ώστε να αποφευχθούν οι αυθαιρεσίες. Με βάση δε τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 18 επιβάλλεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας στην επιβολή των ποινών, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα παραδειγματικών τιμωριών και υπερβολικής αυστηρότητας.

Προβληματικό, ωστόσο, είναι το άρθρο 19. Στο εν λόγω άρθρο ορίζεται πως το ίδιο πρόσωπο που ασκεί την πειθαρχική δίωξη επιβάλλει και τις πειθαρχικές ποινές ή είναι μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, που τις επιβάλλει. Ωστόσο, αυτή η ταύτιση του διώκτη και του κριτή στο ίδιο πρόσωπο δημιουργεί προβλήματα μεροληψίας. Το όργανο που επιβάλλει τις ποινές είναι πιθανό να είναι προκατειλημμένο απέναντι στον κατηγορούμενο, καθώς αυτό το ίδιο άσκησε την δίωξη. Η εν λόγω ταύτιση έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις αρχές τις ποινικής δίκης, τις οποίες υιοθετεί ο πειθαρχικός κώδικας (βλ. άρθρο 16) όσο και με υπερνομοθετικές  και συνταγματικές διατάξεις. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα εντονότερο από τη στιγμή που δεν προβλέπεται προσφυγή σε διοικητικό δικαστήριο.

Προβληματικός είναι και ο χρόνος παραγραφής. Ο χρόνος παραγραφής δεν είναι εναρμονισμένος με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς είναι ο ίδιος για όλα τα παραπτώματα, όσο βαριά και αν είναι, και είναι ίσος με τον χρόνο παραγραφής των πλημμελημάτων του ποινικού κώδικα (βλ. άρθρο 111 ΠΚ). Είναι προφανώς δυσανάλογο η παραβίαση του αδιάβλητου των εξετάσεων (κοινώς αντιγραφή) να έχει τον ίδιο χρόνο παραγραφής με μια υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών.

Τέλος, αυτονόητο είναι ότι το πειθαρχικό δίκαιο σχετικά με τα φοιτητικά παραπτώματα θα πρέπει να συνδυάζεται με αντίστοιχες διατάξεις για τα πειθαρχικά παραπτώματα των μελών ΔΕΠ.

Ετικέτες: 
Πρω- Παιδεία

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ