Placeholder

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΑΠΟΨΗ

Ο θεσμός των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και η σημασία του

θα δημιουργηθούν οι συνθήκες και το κατάλληλο περιβάλλον ώστε οι φοιτητές, καθώς και το διδακτικό, διοικητικό, τεχνικό και λοιπό προσωπικό εκάστου ιδρύματος να μπορεί να συνεργάζεται και να δημιουργεί σε έναν κοινό χώρο εκπαίδευσης και έρευνας
Δημοσίευση: 05/06/2021
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών ΕΚΠΑ
Alt Text: 
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών ΕΚΠΑ
Title Text: 
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών ΕΚΠΑ
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Του  Αντιπρύτανη του ΕΚΠΑ Δημήτρη Καραδήμα*

Το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο δεν είναι πλέον μια ιδέα ή ένα όραμα, αλλά αποτελεί έναν πολύ συγκεκριμένο ευρωπαϊκό θεσμό, ο οποίος αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντικές εξελίξεις και ουσιαστικές αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση της Ευρώπης.

Τα πρώτα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, δεκαεπτά (17) συνολικά στον αριθμό, άρχισαν να λειτουργούν επισήμως (είχε προηγηθεί ένα προπαρασκευαστικό στάδιο) τον Οκτώβριο του 2019.

Ένα χρόνο αργότερα ξεκίνησε η λειτουργία και άλλων είκοσι τεσσάρων (24), ώστε να γίνεται λόγος σήμερα για 41  Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια!


"Κάθε πανεπιστημιακό ίδρυμα που συμμετέχει στο νέο αυτό εγχείρημα εντάσσεται πλήρως σε ένα νέο διεθνές πλαίσιο λειτουργίας που απαντά στον παγκόσμιο ανταγωνισμό με τη συνεργασία"


Τι είναι, λοιπόν, αυτός ο νέος θεσμός του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου;

Τα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια (ΕΠ) δεν είναι νέα ιδρύματα τα οποία δημιουργούνται εκ του μηδενός.

Κάθε ΕΠ είναι στην ουσία μια Ένωση υπαρχόντων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων που κατά κανόνα έχουν μακρά ιστορία!

Ένα ΕΠ είναι η κοινή συνισταμένη των δυνάμεων ενός αριθμού πανεπιστημιακών ιδρυμάτων από διαφορετικές χώρες της Ευρώπης, τα οποία αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να συνεργαστούν στενά σε όλα τα επίπεδα.

Κάθε ΕΠ φέρει τη δική του διακριτή ονομασία που σε κάποιο βαθμό αντικατοπτρίζει και την ιδιαιτερότητά του.

Μεταξύ των πρώτων 17 ΕΠ συγκαταλέγονται και τα  CIVIS, EPICUR και ΕU-CONEXUS στα οποία συμμετέχουν, αντίστοιχα, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,  το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο.

Τέσσερα ακόμα ελληνικά ιδρύματα εντάχτηκαν σε κάποιο από τα 24 ΕΠ της δεύτερης φάσης.

Είναι αυτονόητο ότι ο θεσμός των ΕΠ είναι υπό διαμόρφωση και σταδιακά θα λάβει την τελική μορφή του.

Βασικό στοιχείο του είναι η ενίσχυση και εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων ιδρυμάτων με παράλληλη διατήρηση της αυτονομίας και του αυτοδιοικήτου εκάστου ιδρύματος.

Ποιος είναι, όμως, ο στόχος και τι εξυπηρετεί η υιοθέτηση αυτού του νέου θεσμού;

Τι προσδοκά και τι αναμένεται να επιτύχει ένα ΑΕΙ με τη συμμετοχή του σε ένα ΕΠ;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο αυτό που επιδιώκεται να επιτευχθεί είναι η δημιουργία στην πράξη ενός κοινού χώρου εκπαίδευσης και έρευνας, ο οποίος θα έχει τρία τουλάχιστον πολύ σημαντικά αποτελέσματα:

Πρώτον, θα δημιουργηθούν οι συνθήκες και το κατάλληλο περιβάλλον (ακαδημαϊκά, θεσμικά, διοικητικά, οικονομικά, κλπ) ώστε οι φοιτητές, καθώς και το διδακτικό, διοικητικό, τεχνικό και λοιπό προσωπικό εκάστου ιδρύματος να μπορεί να συνεργάζεται και να δημιουργεί (να διδάσκει, να μαθαίνει, να πραγματοποιεί έρευνα, να εργάζεται) σε έναν κοινό χώρο εκπαίδευσης και έρευνας, όπου όλοι θα αξιοποιούν τα ισχυρά σημεία όλων και κάθε ίδρυμα θα βελτιώνει τα αδύνατα σημεία του αξιοποιώντας την εμπειρία, τις καλές πρακτικές και τη συμβολή των άλλων.

Δεύτερον, ο κοινός χώρος εκπαίδευσης και η προσπάθεια για τη διαμόρφωση και ανάπτυξή του αναμένεται ότι θα ισχυροποιήσει την αίσθηση των κοινών ευρωπαϊκών στόχων και της κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας – ένα σημείο στο οποίο μέχρι σήμερα η ΕΕ δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη επιτυχία!

Τρίτον, η ένωση των δυνάμεων που περιγράφεται παραπάνω θα δημιουργήσει ισχυρές εκπαιδευτικές και ερευνητικές μονάδες, ικανές όχι μόνο να αντέξουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό που σταδιακά επιτείνεται, αλλά και να πρωταγωνιστήσουν τις επόμενες δεκαετίες, φέρνοντας την Ευρώπη στην πρωτοπορία των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και οικονομικών εξελίξεων.                          

Σε επίπεδο ιδρυμάτων τα οφέλη από τη συμμετοχή σε ένα ΕΠ είναι προφανή, αλλά αξίζει να αναφερθούμε σε ορισμένα από αυτά τα οποία σχετίζονται και με τη συζήτηση για την ανάγκη μετασχηματισμού των ΑΕΙ.

Η ένωση ιδρυμάτων που μοιράζονται τις ίδιες ευρωπαϊκές αρχές και αξίες (ακαδημαϊκή ελευθερία, αυτοδιοίκητο των ιδρυμάτων, ισότητα ευκαιριών, σεβασμό στη διαφορετικότητα, διαφάνεια, λογοδοσία, κλπ.) ισχυροποιεί τα ιδρύματα, ώστε να μπορούν να κινηθούν δυναμικά και δραστικά και προς τις δύο κατευθύνσεις:

  • την υπεράσπιση των κοινών ευρωπαϊκών αξιών, αφενός, έναντι όσων δεν αντιλαμβάνονται τον σεβασμό προς αυτές ως πρώτη προτεραιότητα,  και
  • την υιοθέτηση αλλαγών και δομικών μετασχηματισμών, αφετέρου, χωρίς φόβο για εκπτώσεις στις κοινές αυτές αξίες, δεδομένου ότι τα ίδια τα ιδρύματα είναι παρόντα και συνδιαμορφώνουν τη σχετική πολιτική και το νέο τοπίο.

Στο πλαίσιο αυτό, το πρώτο που θα κερδίσουν τα ΑΕΙ από τη συμμετοχή τους στα ΕΠ είναι η δυνατότητα που θα έχουν να εκπαιδεύουν τους φοιτητές τους σε ένα ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον, όπου η κινητικότητα όλων των ειδών (φυσική, εικονική ή μικτή), τόσο για τους φοιτητές όσο και για τους καθηγητές και το λοιπό προσωπικό, αποτελεί προτεραιότητα και θα ενισχυθεί σημαντικά.

Παράλληλα, η συμμετοχή σε ένα ΕΠ προσδίδει πρόσθετο κύρος στο ίδρυμα που συμμετέχει, καθώς του αυξάνει τη δύναμη, του ανοίγει νέους ορίζοντες και του προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες για εξωστρέφεια και δράσεις εκπαιδευτικές και ερευνητικές.

Εκτός, όμως, από τα προφανή και άμεσα οφέλη που αναφέρθηκαν, υπάρχουν και αυτά που θα προκύψουν από τις αλλαγές που θα προωθηθούν και τις προτεραιότητες που θα τεθούν στην πορεία του μετασχηματισμού που κάθε ΕΠ θα επιλέξει να ακολουθήσει στο πλαίσιο που χαράσσει η ΕΕ. 

Σε ό,τι αφορά στο CIVIS, η προσπάθεια στρατηγικού μετασχηματισμού θα στραφεί γύρω από συγκεκριμένους τομείς, όπως εκπαίδευση (διεπιστημονικότητα, φοιτητοκεντρική μάθηση, αξιοποίηση ψηφιακής διδασκαλίας και μάθησης, πολυγλωσσία, κλπ), έμφαση στην κινητικότητα, έμφαση στην προώθηση και ενίσχυση συνεργασιών με τις τοπικές κοινωνίες, προώθηση συνεργασιών με ιδρύματα εκτός CIVIS (με έμφαση σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Μεσογείου και Αφρικής), προώθηση ψηφιακού μετασχηματισμού και δημιουργία κοινού ψηφιακού Campus, δημιουργία εσωτερικών θεσμών δημοκρατικής και αποτελεσματικής λειτουργίας κλπ.

Μια γενικότερη και ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος είναι, όπως προκύπτει και από τα προαναφερθέντα, αυτή της διεθνοποίησης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, η οποία είναι ζητούμενο όχι μόνο για τα ιδρύματα της χώρας μας, αλλά και για τα ιδρύματα όλων των χωρών στην ΕΕ και εκτός αυτής.

Η συμμετοχή σε ένα ΕΠ αποτελεί ταυτόχρονα και απόφαση προσχώρησης του ιδρύματος σε μια διαδικασία ουσιαστικής διεθνοποίησης.

Κάθε πανεπιστημιακό ίδρυμα που συμμετέχει στο νέο αυτό εγχείρημα εντάσσεται πλήρως σε ένα νέο διεθνές πλαίσιο λειτουργίας που απαντά στον παγκόσμιο ανταγωνισμό με τη συνεργασία.

Το σύνηθες μοντέλο διεθνοποίησης που στηρίζεται απλά στην επιδίωξη προσέλκυσης ξένων φοιτητών και/ή δημιουργίας παραρτημάτων σε άλλες χώρες (που έχει βασική επιδίωξη το οικονομικό όφελος) φαίνεται πλέον μονοδιάστατο και δεν ικανοποιεί, αν το κρίνει κανείς με όρους ακαδημαϊκούς.

Ο θεσμός των ΕΠ προτείνει ένα νέο τύπο διεθνοποίησης.

Το περιβάλλον στο οποίο κινούνται τα ιδρύματα-μέλη ενός ΕΠ είναι εξ ορισμού διεθνές και εκεί δοκιμάζεται κάθε πτυχή της λειτουργίας τους και κάθε οργανωτική δομή τους (η ποιότητα της εκπαίδευσης, η δημιουργία κοινών προγραμμάτων και, σε κάποιο βάθος χρόνου, κοινών τίτλων, η έκταση των διεθνών ερευνητικών συνεργασιών, η συμβολή στην καινοτομία, η εξωστρέφεια σε τοπικό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, η προσέλκυση ξένων φοιτητών στο πλαίσιο ανταλλαγών ή φοιτητών εκτός του συγκεκριμένου ΕΠ σε προπτυχιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα, η αποτελεσματικότητα των διοικητικών δομών κλπ.), ενώ η ίδια η συγκρότησή των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων αποτελεί μια τεράστια καινοτομία στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τα Πανεπιστήμια είναι αποφασισμένα να προχωρήσουν μαζί, να θέσουν γερές βάσεις και να καταστήσουν τον θεσμό των ΕΠ ισχυρό παράγοντα ανάπτυξης της χώρας τους και της Ευρώπης.

Κάθε μέλος, ωστόσο, ενός ΕΠ ανήκει στο εκπαιδευτικό σύστημα της δικής του χώρας και, με αυτή την έννοια, έχει την υποχρέωση να υπηρετήσει πρώτιστα τη χώρα του και τους στόχους της εκπαιδευτικής της πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα θα αγωνίζεται να ξεπεράσει θεσμικά και οικονομικά εμπόδια στην πορεία προς την ολοκλήρωση του ΕΠ.

Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για σύγκρουση, αλλά συμπληρωματικότητα ρόλων.

Αυτό είναι ανάγκη να γίνει αντιληπτό από τις πολιτικές ηγεσίες σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, ώστε να δείξουν γρήγορα αντανακλαστικά και να στηρίξουν έγκαιρα τη νέα ευρωπαϊκή προοπτική θεσμικά και οικονομικά.   
__________________________________
•    Ο Δημήτρης Καραδήμας είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και Αντιπρύτανης Ακαδημαϊκών Υποθέσεων και Φοιτητικής Μέριμνας του ΕΚΠΑ

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ