ΒΟΥΛΗ

Πειθαρχικό Δίκαιο μελών ΔΕΠ και λοιπού προσωπικού των ΑΕΙ

Δημοσίευση: 05/07/2022
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Με 18 άρθρα του  του Σχεδίου Νόμου για τα ΑΕΙ, το οποίο κατατέθηκε , προς ψήφιση, στη Βουλή,  ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του πειθαρχικού δικαίου για τα μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) και το λοιπό εκπαιδευτικό προσωπικό των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Όσον αφορά στα πειθαρχικά παραπτώματα γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά που συνδέονται με τη φύση του αντικειμένου εργασίας των ανωτέρω κατηγοριών προσωπικού και προβλέπεται συμπληρωματικά η εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α ́ 26).

Επίσης ορίζονται ρητά οι προθεσμίες για την παραγραφή των παραπτωμάτων και διαμορφώνεται μια κλιμακωτή διαβάθμιση των πειθαρχικών ποινών, ανάλογη του παραπτώματος. Παράλληλα ορίζονται σαφώς τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα, οι βασικοί κανόνες που διέπουν την πειθαρχική διαδικασία και προβλέπεται το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου.

Άρθρο 176
Πεδίο εφαρμογής

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται τα μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), περιλαμβανομένων και αυτών που κατέχουν προσωποπαγείς θέσεις, του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.).

Άρθρο 177
Πειθαρχικά παραπτώματα – ποινές

1. Πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή παράλειψη μέλους Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), εντός ή εκτός υπηρεσίας, η οποία αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος του Α.Ε.Ι.

2. Ειδικότερα πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε παράβαση διάταξης της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διδασκαλία, τη διεξαγωγή έρευνας, την εσωτερική οργάνωση, την οικονομική διαχείριση και λειτουργία των Α.Ε.Ι., την ιδιότητα και την κατάστασή του ως μέλους και ιδίως:

α) η μη τήρηση των κανονισμών και των αποφάσεων των οργάνων του ιδρύματος,
β) η άρνηση συμμετοχής στις διαδικασίες και τα όργανα του Α.Ε.Ι., η παρακώλυση του έργου τους και η διατάραξη της ομαλής λειτουργίας τους,
γ) η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας έναντι των φοιτητών, καθώς και κατάτις διαδικασίες επιλογής και εξέλιξης προσωπικού,
δ) η χρησιμοποίηση χώρων, εγκαταστάσεων και υποδομών του Α.Ε.Ι. με τρόπο αντίθετο προς τον προορισμό τους και η αποσιώπηση απασχόλησης σε έργα ξένα προς τα καθήκοντά του ή κατοχής δεύτερης θέσης,
ε) η απασχόληση σε έργα ασυμβίβαστα προς την ιδιότητά του ή σε έργα που απαγορεύονται,
στ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων του και η ατελής εκπλήρωσή τους,
ζ) η λογοκλοπή και κάθε προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συναφών δικαιωμάτων, η συνειδητή αποσιώπηση της άμεσης ή έμμεσης συνεισφοράς άλλων προσώπων στο αντικείμενο της επιστημονικής του έρευνας και διδασκαλίας και η παράλειψη δήλωσης οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων αναφορικά με έρευνα στην οποία μετέχει,
η) η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με τον ν.3896/2010 (Α’ 207), η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, καθώς και η χρήση γλώσσας έμφυλης διάκρισης, καθώς και η εκδήλωση κάθε μορφής βίας και παρενόχλησης στην εργασία σύμφωνα με τον ν.4808/2021 (Α’ 101), κατά την άσκηση των καθηκόντων,
θ) η τέλεση πράξεων που προσβάλλουν τη γενετήσια ελευθερία, τη γενετήσια αξιοπρέπεια άλλου προσώπου ή και οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, η σεξουαλική παρενόχληση, καθώς και η τέλεση αθέμιτων πράξεων που εμπεριέχουν διακρίσεις λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.ι) η μη ορθή ή ανακριβής χρήση ακαδημαϊκού τίτλου που φέρει,
ια) κάθε συμπεριφορά που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. δυνάμει ειδικής διάταξης.

Άρθρο 178
Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται πέντε (5) έτη μετά από την ημέρα τέλεσής τους. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος που τελείται κατ’ εξακολούθηση αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έπαυσε η τέλεσή του.

2. Πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή.

3. Ειδικά το πειθαρχικό παράπτωμα της απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α ́ 26), παραγράφεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 112 του Κώδικα αυτού.

4. Η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση πειθαρχικής δίωξης, ο χρόνος όμως της διακοπής αυτής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη.

5. Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται λόγω τέλεσης νέου πειθαρχικού παραπτώματος που αποσκοπεί στη συγκάλυψη ή στην παρεμπόδιση της άσκησης της πειθαρχικής δίωξης για το πρώτο. Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.

6. Δεν παραγράφεται το πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο εκδόθηκε πειθαρχική απόφαση που επιβάλλει πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό.

Άρθρο 179 Πειθαρχικές ποινές

1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στο μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι). είναι οι ακόλουθες:

α) έγγραφη επίπληξη,
β) πρόστιμο μέχρι του ύψους των αποδοχών έξι (6) μηνών, το οποίο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει το μέλος κατά τον χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης,
γ) στέρηση δικαιώματος εξέλιξης σε ανώτερη βαθμίδα από ένα (1) έως τρία (3) έτη,
δ) προσωρινή παύση ενός (1) μηνός έως ενός (1) έτους με πλήρη στέρηση αποδοχών,
ε) οριστική παύση, η οποία δύναται να επιβληθεί ιδίως για τα ακόλουθα παραπτώματα: της τέλεσης πράξεων με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση υπακοής στο Σύνταγμα, της παράβασης καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019, Α ́ 95) ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, της απόκτησης αθέμιτου οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, της τέλεσης των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, της αδικαιολόγητης αποχής από την άσκηση των καθηκόντων άνω των τριάντα (30) ημερών συνεχώς κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους και της χαρακτηριστικώς ανάρμοστης ή ανάξιας συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας. Η ποινή της οριστικής παύσης δύναται να επιβληθεί για οποιοδήποτε παράπτωμα αν κατά την προηγούμενη της διάπραξής του πενταετία είχαν επιβληθεί στο μέλος από το αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δύο (2) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες της έγγραφης επίπληξης.

2. Όταν επιβάλλονται οι ποινές των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλλει επιπλέον την κύρωση της στέρησης του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία εκλογής για την ανάδειξη μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. για χρονικό διάστημα έως πέντε (5) ετών.

3. Στις περιπτώσεις τέλεσης των αδικημάτων της δωροληψίας, της δωροδοκίας, της λογοκλοπής και των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δεν δύναται να επιβληθεί ποινή κατώτερη της προσωρινής παύσης.

4. Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία (1) φορά πειθαρχική ποινή. Αν έχουν τελεσθεί περισσότερα παραπτώματα, επιβάλλεται κατά συγχώνευση μία (1) πειθαρχική ποινή.

5. Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται χωρίς την προηγούμενη κλήση σε απολογία.

6. Το είδος της ποινής και η επιμέτρησή της προσδιορίζονται κατόπιν συνεκτίμησης της προσωπικότητας και του βαθμού υπαιτιότητας του διωκομένου, της βαρύτητας και της φύσης του παραπτώματος, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε αυτό και ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών περιστάσεων. Η υποτροπή συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου εφαρμόζονται αναλόγως, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος.

7. Σε περίπτωση τέλεσης πράξεων που προσβάλλουν τη γενετήσια αξιοπρέπεια, επιβαρυντική περίσταση συνιστά η τέλεση των πράξεων αυτών σε βάρος ανηλίκων. Σε περίπτωση τέλεσης πράξεων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, επιβαρυντική περίπτωση αποτελεί η τέλεση των πράξεων αυτών κατά κατάχρηση των καθηκόντων μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.

8. Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, το πειθαρχικό όργανο μπορεί, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί και την προσωπικότητα του διωκομένου, να μην επιβάλλει ποινή.

9. Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και πρόκειται για το παράπτωμα της απόκτησης αθέμιτου οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από δέκα χιλιάδες (10.000) έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.

Άρθρο 180
Έναρξη και λήξη πειθαρχικής ευθύνης

1. Η πειθαρχική ευθύνη αρχίζει από την απόκτηση της ιδιότητας μέλους Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.). Με την επιφύλαξη της παρ. 3, παραπτώματα που διαπράχθηκαν πριν την απόκτηση της ως άνω ιδιότητας χωρίς να έχει εκδοθεί επ’αυτών πειθαρχική απόφαση από όργανο προγενέστερης υπηρεσίας στο Δημόσιο ή σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), τιμωρούνται πειθαρχικώς σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, αν δεν έχουν παραγραφεί. Οι εν λόγω πειθαρχικές υποθέσεις παραπέμπονται στα Πειθαρχικά Συμβούλια των άρθρων 184 και 186.

2. Αν ασκηθεί πειθαρχική δίωξη πριν από την με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π, ή Ε.Τ.Ε.Π. από το Α.Ε.Ι., η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εκτός αν ο πειθαρχικώς διωκόμενος αποβιώσει. Στην περίπτωση αυτή το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές. Αν η πειθαρχική ποινή που επιβάλλεται είναι ανώτερη του προστίμου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο τη μετατρέπει, ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος, σε ποινή προστίμου.

3. Η τέλεση, κατά τη διαδικασία επιλογής και έως την αποδοχή του διορισμού, πράξης σχετικής με τη συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής ή τις προϋποθέσεις διορισμού, που είναι παράνομη ή ασυμβίβαστη προς το αξίωμα του μέλους, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού.

Άρθρο 181 Πειθαρχική δίωξη

1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται είτε με την παραπομπή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου είτε με την κλήση σε απολογία. Το παραπεμπτήριο έγγραφο και η κλήση σε απολογία περιέχουν: α) το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου και β) την περιγραφή, κατά τόπο και χρόνο, των πραγματικών περιστατικών τα οποία στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέσθηκε και μνεία των διατάξεων που το προβλέπουν.

2. Δεν επιτρέπεται δεύτερη πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα. Δεν επιτρέπεται, μετά από την έκδοση οριστικής απόφασης, η εκ νέου πειθαρχική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

3. Πειθαρχική δίωξη περισσοτέρων για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα επιτρέπεται εφόσον ανήκουν στην αρμοδιότητα του ιδίου πειθαρχικού οργάνου ή συμβουλίου.

4. Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα που φέρονται ότι έχουν διαπραχθεί από τον ίδιο διωκόμενο, δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο της ίδιας πειθαρχικής δίωξης. Αν ασκήθηκαν χωριστές πειθαρχικές διώξεις, οι υποθέσεις δύνανται, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών, να συνεκδικασθούν.

5. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται.

6. Το παραπεμπτήριο έγγραφο και η κλήση σε απολογία επιδίδονται αμελλητί στον διωκόμενο. Η επίδοση αυτών, καθώς και όλων των εγγράφων της διαδικασίας, διενεργείται με την αποστολή τους μέσω του ηλεκτρονικού υπηρεσιακού ταχυδρομείου στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική διεύθυνση του διωκομένου. Τεκμαίρεται ότι ο αποδέκτης του εγγράφου αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο αυτού το αργότερο δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση, εκτός αν ο αποδέκτης αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο του εγγράφου ή αν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε λόγους που αφορούν στον φορέα του δημόσιου τομέα. Αν η επίδοση με τον τρόπο αυτόν δεν καθίσταται, για οποιονδήποτε λόγο, εφικτή, τότε διενεργείται με υπάλληλο του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή με δικαστικό επιμελητή, με απόδειξη παραλαβής. Αν ο διωκόμενος αρνηθεί την παραλαβή, αυτός που διενεργεί την επίδοση συντάσσει πράξη, στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση.

7. Η πειθαρχική δίωξη που ασκείται από τον Πρύτανη γνωστοποιείται υποχρεωτικά στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχεινόμιμη περίπτωση θέσης του διωκομένου σε κατάσταση αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του.

Άρθρο 182
Σχέση πειθαρχικής διαδικασίας και ποινικής δίκης

1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο δύναται, ωστόσο, με απόφασή του η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει, για εξαιρετικούς λόγους, την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται αν το πειθαρχικό παράπτωμα, λόγω των συνθηκών τέλεσης και αποκάλυψής του, θίγει σοβαρά το κύρος και τη δημόσια εικόνα του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.).

2. Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος.

3. Στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και στον αρμόδιο Πρύτανη έχουν υποχρέωση να ανακοινώνουν χωρίς καθυστέρηση, εφόσον αφορούν σε μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.):

α) ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, κάθε ποινική δίωξη που ασκείται,

β) ο Γραμματέας του Δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου, τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα καθώς και τις καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και

γ) ο Διευθυντής φυλακών, την περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα.

Επί καταδικαστικών αποφάσεων η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική. Στις λοιπές περιπτώσεις, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα οφείλουν, εντός ενός (1) μηνός από την ενημέρωσή τους σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, να αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. του Α.Ε.Ι.

Άρθρο 183
Πειθαρχικά όργανα μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού

1. Στα μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) την πειθαρχική εξουσία ασκούν:

α) ο Πρύτανης ή ασκών χρέη Πρύτανη ή ο Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής και, αν κωλύεται, ο νόμιμος αναπληρωτής του, οι οποίοι δύνανται να επιβάλλουν την ποινή προστίμου μέχρι του ύψους αποδοχών ενός (1) μηνός,
β) το Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Δ.Ε.Π. των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), το οποίο δύναται να επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή.

2. Ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων δύναται να ασκήσει πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που προβλέπονται στον παρόντα ή σε άλλον ειδικό νόμο: α) σε βάρος μέλους Δ.Ε.Π. διά του Πρύτανη και β) σε βάρος του Πρύτανη ή Αντιπρύτανη, Κοσμήτορα ή Προέδρου Τμήματος ή του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Διοικούσας Επιτροπής δια της παραπομπής του ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

3. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο εισάγονται τα πειθαρχικά παραπτώματα μελών Δ.Ε.Π. που, κατά την κρίση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, μπορεί να επισύρουν ποινή ανώτερη του προστίμου μέχρι του ύψους αποδοχών ενός (1) μηνός.

4. Αν τελεσθεί παράπτωμα σε άλλο Α.Ε.Ι, πειθαρχική εξουσία ασκεί ο Πρύτανης του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκει το μέλος Δ.Ε.Π.

5. Αν τελεσθεί παράπτωμα από μέλος Δ.Ε.Π. κατά την άσκηση καθηκόντων Πρύτανη ή Αντιπρύτανη, Κοσμήτορα ή Προέδρου Τμήματος ή Προέδρου και Αντιπροέδρου Διοικούσας Επιτροπής Α.Ε.Ι., αρμόδιο πειθαρχικό όργανο καθίσταται, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. Αν κατά τον χρόνο της παραπομπής το μέλος Δ.Ε.Π. δεν ασκεί τα καθήκοντα αυτά, η παραπομπή ενεργείται από τον Πρύτανη ή τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής και, αν κωλύεται, από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων.

6. Στους ιατρούς μέλη Δ.Ε.Π. που υπηρετούν σε πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και ειδικές μονάδες νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας εφαρμόζεται, κατά την άσκηση του κλινικού τους έργου εντός των νοσοκομείων, το πειθαρχικό δίκαιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και ελέγχονται πειθαρχικά για τις πράξεις ή παραλείψεις τους από τα αντίστοιχα πειθαρχικά όργανα. Η παρούσα εφαρμόζεται και στα μέλη Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.).

Άρθρο 184
Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού

1. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) προεδρεύει, κατ’ εναλλαγή ανά διετία, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, ο οποίος αναπληρώνεται από Αντιπρόεδρο του οικείου δικαστηρίου. Ο αναπληρωτής αυτός, μαζί με έναν (1) ακόμη Αντιπρόεδρο, ορίζονται, με πράξη του Προέδρου, στην αρχή κάθε δικαστικού έτους.

Στη σύνθεση του Συμβουλίου μετέχουν ως μέλη:
α) ένας (1) Αρεοπαγίτης, όταν προεδρεύει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο αναπληρωτής του ή ένας (1) Σύμβουλος Επικρατείας, όταν προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ή ο αναπληρωτής του,

β) ένας (1) Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τα οικεία δικαστικά συμβούλια,

γ) ο Αντιπρύτανης στον οποίον ανατίθεται ο τομέας ευθύνης των ακαδημαϊκών θεμάτων, ή ο Αντιπρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Α.Ε.Ι. στο οποίο ο διωκόμενος είναι μέλος Δ.Ε.Π. και, αν κωλύεται, ο Αντιπρύτανης στον οποίον ανατίθεται ο τομέας ευθύνης των οικονομικών θεμάτων του Α.Ε.Ι. ή το μέλος Δ.Ε.Π. της Διοικούσας Επιτροπής που έχει τα περισσότερα έτη υπηρεσίας στη βαθμίδα του Καθηγητή, του Αναπληρωτή Καθηγητή και, αν δεν υπάρχουν, του Επίκουρου Καθηγητή,

δ) ένας (1) Πρύτανης άλλου Α.Ε.Ι. της χώρας, με τον αναπληρωτή του, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων.

2. Αν παραπέμπεται Πρύτανης ή Πρόεδρος Διοικούσας Επιτροπής, στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μετέχει, στη θέση του Αντιπρύτανη ή Αντιπροέδρου Διοικούσας Επιτροπής, ένας (1) επιπλέον Πρύτανης άλλου Α.Ε.Ι., που ορίζεται με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων.

3. Δεν επιτρέπεται να μετέχει ως μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου το πρόσωπο που άσκησε την πειθαρχική δίωξη, ανεξάρτητα από την ιδιότητα που κατείχε κατά τον χρόνο άσκησής της.

4. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο εδρεύει στην Αθήνα. Οι συνεδριάσεις του διενεργούνται στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Χρέη γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκεί ο Γραμματέας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο αναπληρωτής του που ορίζεται από αυτόν.

5. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η θητεία του Συμβουλίου είναι διετής και αρχίζει από την πρώτη ημέρα του ακαδημαϊκού έτους.

Άρθρο 185
Διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού

1. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται της πειθαρχικής υπόθεσης είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν παραπομπής από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο. Με το παραπεμπτήριο έγγραφο συνυποβάλλονται και τα στοιχεία που στηρίζουν την παραπομπή.

2. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, αφού λάβει το παραπεμπτήριο, ορίζει εισηγητήαπό τα μέλη του Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά. Ο ορισμός του εισηγητή επιδίδεται στον διωκόμενο δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Συμβουλίου.

3. Ο εισηγητής αντικαθίσταται αν κωλύεται ή αν γίνει αποδεκτή από το Πειθαρχικό Συμβούλιο αίτηση εξαίρεσης εκ μέρους του διωκομένου, η οποία υποβάλλεται μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της πράξης ορισμού του εισηγητή.

4. Ο εισηγητής ασκεί καθήκοντα ανακριτή και μπορεί να ενεργεί κάθε κατά την κρίση του αναγκαία εξέταση, να καλεί μάρτυρες και να ζητά από οποιοδήποτε πρόσωπο ή Αρχή τα απαραίτητα έγγραφα για τη διακρίβωση του πειθαρχικού αδικήματος. Ενώπιον του εισηγητή ο διωκόμενος εξετάζεται ανωμοτί. Ύστερα από τη συμπλήρωση της δικογραφίας, ο εισηγητής την υποβάλλει μαζί με έγγραφη πρότασή του στο Συμβούλιο.

5. Ο Πρόεδρος ορίζει ημέρα και ώρα μη δημόσιας συνεδρίασης. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να κρίνει, με αιτιολογημένη απόφασή του, ότι δεν στοιχειοθετείται πειθαρχική κατηγορία, αν θεωρήσει αυτήν ως προφανώς αβάσιμη, ή να διατάξει περαιτέρω ανάκριση ή να κρίνει ώριμη την υπόθεση και να διατάξει την κλήση του διωκομένου σε απολογία, σε ημέρα δημόσιας συνεδρίασης που ορίζεται από τον Πρόεδρο.

6. Η κλήση σε απολογία, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 181, πρέπει να περιέχει και κλήση προς τον διωκόμενο να προσέλθει και να λάβει γνώση, κατόπιν αίτησής του, των στοιχείων του φακέλου, να υποβάλει υπόμνημα, να προσκομίσει αποδείξεις και να παραστεί κατά τη συζήτηση. Ο διωκόμενος μπορεί να προτείνει την εξέταση μέχρι πέντε (5) μαρτύρων.

7. Η κλήση σε απολογία επιδίδεται δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση στον διωκόμενο, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 181.

8. Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως ή και προφορικώς κατά τη συνεδρίαση ενώπιον του Συμβουλίου. Ο διωκόμενος μπορεί να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και δια ή μετά πληρεξουσίου. Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ή δεν προσήλθε λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Αν ο διωκόμενος απουσιάζει χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τρίτου εδαφίου, θεωρείται ωσεί παρών. Το Συμβούλιο δύναται, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, να αναβάλει για μια (1) μόνο φορά τη συζήτηση, λόγω της μη προσέλευσης του διωκομένου ή μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία, ή για άλλον σπουδαίο λόγο. Για την προσαγωγή μαρτύρων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α ́ 96, διόρθ. σφάλμ. Α ́122).

9. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο εισηγητής διαβάζει περίληψη της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου για εισαγωγή της υπόθεσης προς δημόσια συζήτηση και εκθέτει περαιτέρω κρίσιμα στοιχεία. Στη συνέχεια, καλούνται για εξέταση οι μάρτυρες και δίνεται ο λόγος στον διωκόμενο να αναπτύξει, αν επιθυμεί, αυτοπροσώπως ή και με τον πληρεξούσιό του, την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, καθορίζει, αν παρίσταται ανάγκη και ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, τον χρόνο αγορεύσεων, απευθύνει ερωτήσεις στους μάρτυρες ή στον διωκόμενο και δίνει την άδεια στα μέλη του Συμβουλίου και στον διωκόμενο να υποβάλουν ερωτήσεις. Στο τέλος της συζητήσεως ο Πρόεδρος δύναται, κατά την κρίση του, να χορηγήσει στον διωκόμενο προθεσμία μέχρι επτά (7) ημερών για την υποβολή υπομνήματος. Για τη συνεδρίαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου συντάσσεται από τον γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον Πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την προφορική απολογία του διωκομένου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο Πρόεδρος δύναται να διατάξει την αυτολεξεί καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση, καθώς και να επιτρέψει την υπαγόρευσή τους.

10. Στην ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασία εφαρμόζονται οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 93 του Συντάγματος. Εφαρμόζονται επίσης οι περί εξαίρεσης δικαστών διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και καλείται για την εκδίκαση της ένστασης, αντί του μέλους για το οποίο ζητείται η εξαίρεση, ο αναπληρωτής αυτού.

11. Το Συμβούλιο αποφασίζει επί της κατηγορίας σε διάσκεψη, με φανερή ψηφοφορία και απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Η απόφαση περιλαμβάνει τον τόπο και χρόνο της έκδοσης αυτής, τη σύνθεση του Συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο και τον βαθμό του διωκομένου, το πειθαρχικό αδίκημα που του αποδόθηκε, την απολογία του ή τον λόγο μη παράστασης και απολογίας, την αιτιολογία τόσο ως προς την κρίση περί ενοχής εν όλω ή εν μέρει ή περί απαλλαγής όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής, τον τρόπο σχηματισμού της πλειοψηφίας, καθώς και τα ονόματα και τη γνώμη των μελών που τυχόν μειοψήφησαν. Η απόφαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα και απαγγέλλεται δημόσια.

12. Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.

Άρθρο 186
Πειθαρχικά όργανα μελών Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού

1. Στα μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.), πειθαρχική εξουσία ασκούν:

α) ο Πρύτανης, ή ο ασκών χρέη Πρύτανη ή ο Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής και, αν κωλύεται, ο νόμιμος αναπληρωτής του, ο οποίοι δύνανται να επιβάλλουν ποινή προστίμου μέχρι του ύψους των αποδοχών ενός (1) μηνός,
β) ο Κοσμήτορας της Σχολής, ο οποίος δύναται να επιβάλλει ποινή προστίμου μέχρι του ύψους των δύο τρίτων (2/3) των μηνιαίων αποδοχών,
γ) το Πειθαρχικό Συμβούλιο Μελών Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.), το οποίο δύναται να επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή.

2. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Μελών Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. συγκροτείται με απόφαση του Πρύτανη του Α.Ε.Ι. για θητεία δύο (2) ετών, η οποία αρχίζει την πρώτη ημέρα του ακαδημαϊκού έτους, και αποτελείται από:

α) έναν (1) Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων του Διοικητικού Εφετείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η έδρα του Α.Ε.Ι, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και ΚατάστασηςΔικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., ν. 4938/2022, Α ́ 35) με τον αναπληρωτή του, ως πρόεδρο,
β) τον αρμόδιο για τις ακαδημαϊκές υποθέσεις Αντιπρύτανη, ο οποίος αναπληρώνεται από τον αρμόδιο για τις οικονομικές υποθέσεις Αντιπρύτανη του Α.Ε.Ι. ή τον Αντιπρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής ο οποίος αναπληρώνεται από το αρχαιότερο μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) της Διοικούσας Επιτροπής του Α.Ε.Ι.,
γ) τον Κοσμήτορα άλλης Σχολής από αυτήν στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος, με τον αναπληρωτή του, δ) δύο (2) μέλη Δ.Ε.Π. που κατέχουν τη βαθμίδα του Καθηγητή ή του Αναπληρωτή Καθηγητή και αν δεν υπάρχουν, του Επίκουρου Καθηγητή, τα οποία κληρώνονται με τους αναπληρωτές τους από το σύνολο των μελών Δ.Ε.Π., ως μέλη. Η κλήρωση διενεργείται από τον Πρύτανη σε ειδική συνεδρίαση της Συγκλήτου.
Χρέη γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκεί διοικητικός υπάλληλος του Α.Ε.Ι., που ορίζεται από τον Πρύτανη, με τον αναπληρωτή του.

3. Στα μέλη Ε.Δ.Ι.Π. που υπηρετούν ως ιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) σε πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και ειδικές μονάδες νοσοκομείων εφαρμόζεται, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως ιατρών του Ε.Σ.Υ., το πειθαρχικό δίκαιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. καιελέγχονται πειθαρχικά για τις πράξεις ή παραλείψεις τους από τα αντίστοιχα πειθαρχικά όργανα.

Άρθρο 187
Επίδοση και εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων

1. Η επίδοση των πειθαρχικών αποφάσεων διενεργείται κατά την παρ. 6 του άρθρου 181.

2. Η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) διαβιβάζεται: α) στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και περίληψή της δημοσιεύεται δι ́ αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και β) στον Πρύτανη του Α.Ε.Ι., προκειμένου να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες. Οι απαλλακτικές αποφάσεις δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Οι αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων και των πειθαρχικώνσυμβουλίων εκτελούνται από την επίδοσή τους, εφόσον καταστούν τελεσίδικες.

4. Τελεσίδικη είναι η πειθαρχική απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε ένσταση ή της οποίας η προθεσμία άσκησης παρήλθε άπρακτη, καθώς και η απόφαση που εκδόθηκε επ’ αυτής.

5. Η εκτέλεση της απόφασης που επιβάλλει πρόστιμο γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών. Το ποσό του προστίμου παρακρατείται από τις αποδοχές του πρώτου μήνα από την περιέλευση της πειθαρχικής απόφασης στον εκκαθαριστή. Αν το πρόστιμο είναι ανώτερο από το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών του τιμωρημένου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερεςμηνιαίες δόσεις, οι οποίες ορίζονται από την πειθαρχική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία παρακράτηση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τέταρτο (1/4) τωνμηνιαίων αποδοχών. Αν ο τιμωρημένος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα ποσά που οφείλει εισπράττονται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν.δ. 366/1974, Α ́ 90) και περιέρχονται στα δημόσια έσοδα. Αν ο τιμωρημένος αποβιώσει, η οφειλή, κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί, διαγράφεται.

6. Η εκτέλεση της ποινής της στέρησης δικαιώματος εξέλιξης αρχίζει από την απαγγελία της πειθαρχικής απόφασης, ενώ η εκτέλεση της ποινής της προσωρινής παύσης αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης στον τιμωρημένο. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ποινής της προσωρινής παύσης ο τιμωρημένος: α) δεν επιτρέπεται να ασκεί τα καθήκοντά του, ούτε άλλη αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί σ` αυτόν με την ιδιότητά του ως μέλους Δ.Ε.Π., Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) και β) στερείται το σύνολο των αποδοχών του κάθε μήνα. Η παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών του και το ποσό που παρακρατείται περιέρχεται στα δημόσια έσοδα.

7. Οι πειθαρχικές αποφάσεις καταχωρίζονται στο σχετικό μητρώο του μέλους Δ.Ε.Π, Ε.Ε.Π, Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. που τηρείται στο Α.Ε.Ι. Οι ποινές της επίπληξης, του προστίμου, της στέρησης δικαιώματος εξέλιξης και της προσωρινής παύσης διαγράφονται από το μητρώο των μελών Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις τους, μετά ένα (1) έτος, τρία (3), τρία (3) και πέντε (5) έτη αντίστοιχα από την τελεσιδικία της απόφασης, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Αν στα χρονικά διαστήματα του δεύτερου εδαφίου επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι` αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη.

Άρθρο 188 Ένσταση και προσφυγή

1. Οι πειθαρχικές αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων, πλην της έγγραφης επίπληξης, υπόκεινται σε ένσταση από το μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) που τιμωρήθηκε ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την επίδοση. Δικαίωμα ένστασης εναντίον κάθε πειθαρχικής απόφασης μονομελούς πειθαρχικού οργάνου έχει ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η άσκηση ένστασης και η προθεσμία για την άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης.

2. Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. προσβάλλονται με προσφυγή ουσίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τα μέλη Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. δύνανται να ασκήσουν προσφυγή ουσίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των αποφάσεων που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου κατά των αποφάσεων που επιβάλλουν οποιαδήποτε άλλη ποινή.

3. Δικαίωμα ένστασης και προσφυγής έχει και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.), εφόσον τούτο προβλέπεται στις διατάξεις περί πειθαρχικής αρμοδιότητας του Διοικητή της Αρχής.

4. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Δύναται, όμως, να χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης, ύστερα από αίτηση του διωκομένου, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αναστέλλεται η εκτέλεση των αποφάσεων που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης μέχρι την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής ή μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της προσφυγής.

5. Με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας που απορρίπτει την προσφυγή, επέρχεται αυτοδίκαια η λύση της υπηρεσιακής σχέσης του μέλους που τιμωρήθηκε.

Άρθρο 189
Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας

1. Αν μετά από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστικήπαύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτωμάτων που δύνανται να επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται, μετά από αίτηση του Πρύτανη ή του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης.

2. Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική πειθαρχική απόφαση, χωρίς να προκύπτει ότι έχει ληφθεί υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε.

3. Αν μετά από την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά το μέλος Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π., η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται, μετά από αίτηση του μέλους που τιμωρήθηκε, εντόςπροθεσμίας δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης ή βουλεύματος.

4. Αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας δύναται να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση, δύναται να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή ή να εκδοθεί απαλλακτική απόφαση. Αν το μέλος Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. είχε τιμωρηθεί με οριστική παύση, δικαιούται, μετά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας και την έκδοση απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου με διαφορετικό περιεχόμενο, να επαναδιορισθεί στο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Α.Ε.Ι.), με απόφαση του Πρύτανη, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη κενής θέσης.

Άρθρο 190 Ομότιμοι καθηγητές

1. Για τη διάγνωση των πειθαρχικών παραπτωμάτων των ομότιμων καθηγητών που προσφέρουν διδακτικό ή ερευνητικό έργο στο πλαίσιο προγραμμάτων σπουδών πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου σπουδών και ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών ή συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα ή είναι επιστημονικοί υπεύθυνοι ερευνητικών προγραμμάτων, διενεργείται, με εντολή του Πρύτανη του Α.Ε.Ι., Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.) σύμφωνα με το άρθρο 126 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α ́ 26). Αν κριθεί από το αρμόδιο όργανο ανάθεσης των καθηκόντων ότι οι ανωτέρω καθηγητές υπέπεσαν σε πειθαρχικό παράπτωμα του παρόντος, ανακαλούνται η ανάθεση διδακτικών καθηκόντων και η συμμετοχή στο ερευνητικό πρόγραμμα. Η Σύγκλητος, κατόπιν εισήγησης του Πρύτανη, δύναται να αφαιρέσει τον τίτλο του ομότιμου καθηγητή.

Άρθρο 191 Πρόσθετο προσωπικό

Στο βοηθητικό και έκτακτο προσωπικό των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) που παρέχει διδακτικό, ερευνητικό ή κλινικό έργο βάσει συμβάσεως ορισμένου χρόνου, για τη διάγνωση συμπεριφοράς η οποία αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα, τις κείμενες διατάξεις και τους όρους της σύμβασής του ή είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος του Α.Ε.Ι., ο Πρύτανης του Α.Ε.Ι. δύναται να διατάσσει Ε.Δ.Ε. που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 126 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α ́ 26). Στο προσωπικό αυτό δύνανται να επιβληθούν, με απόφαση του Πρύτανη, οι πειθαρχικές ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου μέχρι του ύψους των αποδοχών ενός (1) μηνός. Αν η σοβαρότητα του παραπτώματος δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης, αυτή γίνεται με απόφαση του Πρύτανη μετά από σύμφωνη γνώμη της Συνέλευσης του Τμήματος. Η λύση της σύμβασης επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο.

Άρθρο 192
Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων

Οι πειθαρχικές διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α ́26) και οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α ́ 45), εφαρμόζονται αναλόγως και συμπληρωματικώς, σε όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται ειδικώς με τις διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 193
Οριστική παύση λόγω ποινικής καταδίκης, νόσου, αναπηρίας ή υπηρεσιακής ανεπάρκειας

1. Τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. δύνανται να παυθούν για τους ίδιους λόγους που παύονται και οι δικαστικοί λειτουργοί, λόγω ποινικής καταδίκης, νόσου, αναπηρίας ή αναίτιας υπηρεσιακής ανεπάρκειας, κατόπιν απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η σχετική δικαστική απόφαση διαβιβάζεται αμελλητί από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ή τον Πρύτανη στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

2. Η υπαλληλική σχέση των μελών Ε.Ε.Π, Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. λύεται κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ (ν. 3528/2007, Α ́ 26).

Άρθρο 194
Αποχή από την άσκηση καθηκόντων

1. Το μέλος Δ.Ε.Π. απέχει υποχρεωτικά από την άσκηση των καθηκόντων του με πράξη του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων: (α) Εάν καταδικάστηκε για οποιαδήποτε πράξη σε βαθμό κακουργήματος ή για έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, (β) εάν καταδικάστηκε τελεσίδικα για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, δωροληψία, δωροδοκία, πλαστογραφία, πλαστογραφία πιστοποιητικών κατά την παρ. 3 του άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) ή απιστία, σε στερητική της ελευθερίας ποινή που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, (γ) εάν στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν κρίθηκε προσωρινώς απολυτέος ή απολύθηκε με εγγύηση και για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή. Η αποχή στην περ. (α) παύει με την έκδοση τελεσίδικης αθωωτικής ποινικής απόφασης, στην περ. (β) διαρκεί έως την έκδοση απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και στην περ. (γ) διαρκεί μέχρι την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος ή αθωωτικής ποινικής απόφασης.

2. Το μέλος Ε.Ε.Π, Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. απέχει υποχρεωτικά από την άσκηση των καθηκόντων του με απόφαση του Πρύτανη ή του Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής ή του νόμιμου αναπληρωτή του, εάν καταδικάσθηκε για αδίκημα το οποίο μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία κατά τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α ́ 26) ή για ψευδορκία, ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμιση ή για έγκλημα σχετικά με το νόμισμα. Απέχει επίσης υποχρεωτικά εάν στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση έστω και αν κρίθηκε προσωρινώς
απολυτέος ή απολύθηκε με εγγύηση και για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή. Η υποχρεωτική αποχή παύει με την έκδοση τελεσίδικης αθωωτικής απόφασης.

3. Σε περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος μέλους Δ.Ε.Π, ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων δύναται να αποφασίσει, μετά από γνώμη της Συγκλήτου, ότι ο διωκόμενος πρέπει να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή, εάν το μέλος Δ.Ε.Π. έχει συγχρόνως την ιδιότητα οργάνου διοίκησης, το ερώτημα του Υπουργού προς την Σύγκλητο μπορεί να περιορισθεί στην αποχή μόνο ως προς καθήκοντα του οργάνου διοίκησης. Σε κάθε περίπτωση για τη λήψη απόφασης απαιτείται η προηγούμενη κλήση προς ακρόαση του διωκομένου ενώπιον του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων.

4. Σε περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος μέλους Ε.Ε.Π, Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π, ο Πρύτανης δύναται να αποφασίσει ότι ο διωκόμενος πρέπει να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

5. Κατά τη διάρκεια αποχής, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, από την άσκηση καθηκόντων του μέλους Δ.Ε.Π, Ε.Ε.Π, Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. καταβάλλονται το ήμισυ του βασικού μισθού και η οικογενειακή παροχή. Δεν καταβάλλονται τα επιδόματα που σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως εκάστοτε προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. Αν στο μέλος Δ.Ε.Π, Ε.Ε.Π, Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την άσκηση των καθηκόντων άνω των τριάντα (30) ημερών κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους, αυτό δεν δικαιούται τις αποδοχές του χρόνου αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του. Οι διατάξεις περί απασχόλησης σε έργα ασυμβίβαστα προς την ιδιότητά του ή σε έργα που απαγορεύονται ισχύουν και κατά τη διάρκεια της αποχής.
 

 

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.