Placeholder

ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ

Θέσεις της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών επί των προτάσεων της «Έκθεσης Πισσαρίδη» για την Έρευνα

Δημοσίευση: 19/10/2020
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Προς:     Πρωθυπουργό της Ελληνικής Δημοκρατίας, κύριο Κυριάκο Μητσοτάκη

Αξιότιμε Κύριε Πρωθυπουργέ,

η ενδιάμεση έκθεση του σχεδίου Ανάπτυξης για την οικονομία, γνωστή και ως «Έκθεση Πισσαρίδη», που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μία σειρά προτάσεων για τη «συνολική διακυβέρνηση και χρηματοδότηση της έρευνας», την «ενίσχυση της βασικής έρευνας» και τη «σύνδεση της έρευνας με τις επιχειρήσεις».

Βασικό στοιχείο πάνω στο οποίο χτίζονται οι προτάσεις της «Έκθεσης Πισσαρίδη» είναι η δραστική αλλαγή της διακυβέρνησης της έρευνας με τη δημιουργία ενός Εθνικού Οργανισμού Επιστημών (ΕΟΕ), ο οποίος θα αναλάβει/συντονίζει το σύνολο της χρηματοδότησης της έρευνας (συμπεριλαμβανομένης και της τακτικής επιχορήγησης των Ερευνητικών Κέντρων (EK) που ισοδυναμεί με την μισθοδοσία του προσωπικού τακτικού), αλλά και την αξιολόγησή της. Η χρηματοδότηση των EK θα εξαρτάται, πλέον, από τα αποτελέσματα κάποιων αόριστων αξιολογήσεων, γεγονός που θα επιφέρει σαρωτικές αλλαγές στον δημόσιο χαρακτήρα τους. Τα παραπάνω, παραδόξως, συνυπάρχουν στην Έκθεση με την αυτονόητη παραδοχή της αναγκαιότητας για την «ενίσχυση της βασικής έρευνας».

Η «Έκθεση Πισσαρίδη» αριθμεί περισσότερες από 120 σελίδες. Από αυτές, οι σελίδες που αναφέρονται στην έρευνα, στο ερευνητικό σύστημα στην Ελλάδα και τις προοπτικές του, είναι λιγότερες από 3. Είναι φανερό ότι, όπως όλες οι αναλύσεις και προτάσεις των προηγούμενων πολλών χρόνων, έτσι και αυτή δεν αξιοποιεί καθόλου την εμπειρία που έχει αποκτηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, δεν λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα των ανά πενταετία από το 1995 αξιολογήσεων των ΕΚ από διεθνείς επιτροπές, αγνοεί τα αποτελέσματα της αποτίμησης του ερευνητικού συστήματος της χώρας από την εταιρεία RAND το 2011, αδιαφορεί για τις αιτίες των δυσλειτουργιών στον ερευνητικό ιστό της χώρας και, τέλος, δεν μπαίνει στον κόπο να αξιολογήσει τις αρνητικές επιπτώσεις των πολιτικών επιλογών των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών στο ερευνητικό σύστημα της χώρας.

Ο προτεινόμενος ΕΟΕ, με το σκεπτικό και τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στην Έκθεση, απέχει πολύ από τη φιλοσοφία και τις αρμοδιότητες των National Science Foundations της συντριπτικής πλειονότητας των πρωτοπόρων στην έρευνα Ευρωπαϊκών χωρών, όπως Γαλλία, Γερμανία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία, Ολλανδία, Ιταλία, Ισπανία, Ρωσία, θεσμός που λειτουργεί επί δεκαετίες και αποτελεί δοκιμασμένη και πετυχημένη πρακτική. Όλες αυτές οι χώρες έχουν δημόσια (χρηματοδοτούμενα από το κράτος) και ιδιωτικά (χρηματοδότηση εν μέρει από το δημόσιο και από τον ιδιωτικό τομέα) ΕΚ, τα οποία διεκδικούν χρηματοδοτήσεις μέσω ανταγωνιστικών προγραμμάτων. Διαθέτουν, επίσης, πολλαπλούς φορείς χρηματοδότησης, με τακτικές προκηρύξεις, σταθερό πλαίσιο διαχείρισης, διαφάνεια στις αξιολογήσεις και αξιόπιστους μηχανισμούς αποτίμησης των αποτελεσμάτων των υλοποιηθέντων πολυετών προγραμμάτων Έρευνας Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΕΤΑΚ).

Επιπλέον, ο ΕΟΕ, όπως περιγράφεται στην «Έκθεση Πισσαρίδη», προβλέπεται να συγκεντρώνει στις αρμοδιότητές του τη χάραξη της ερευνητικής πολιτικής, την εφαρμογή της πολιτικής αυτής, τη διαχείριση των ερευνητικών φορέων και τη χρηματοδότηση της έρευνας. Όμως, μία από τις πλέον βασικές αρχές σε ένα ερευνητικό σύστημα είναι η διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ φορέων. Ο φορέας που χαράζει την ερευνητική πολιτική δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτόν που διαχειρίζεται τους ερευνητικούς φορείς, ούτε με αυτόν που χρηματοδοτεί την έρευνα ή/και αξιολογεί.

Στη χώρα μας η χάραξη της ΕΣΕΤΑΚ προβλέπεται στο θεσμικό πλαίσιο για την έρευνα (π.χ. άρθρο 5 του 4310/2014, όπως έχει τροποποιηθεί) και συνιστά θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας. Επισπεύδων φορέας είναι η ΓΓΕΤ, ενώ για τη διαμόρφωσή της γνωμοδοτικό ρόλο παίζει, μεταξύ άλλων, και το ΕΣΕΤΕΚ. Το τελικό σχέδιο της ΕΣΕΤΑΚ ψηφίζεται από τη Βουλή και έχει διάρκεια 7 χρόνων ώστε να μην αποτελεί αντικείμενο καιροσκοπικών πολιτικών. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν έχει ψηφιστεί ΕΣΕΤΑΚ από τη Βουλή, ενώ ούτε έχει δημιουργηθεί σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο για τη χρηματοδότηση της έρευνας ούτε έχουν καθοριστεί κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία. Η ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας & Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) το 2016 αποτέλεσε ένα θετικό και ελπιδοφόρο βήμα προς την κατεύθυνση χρηματοδοτικής στήριξης της ελεύθερης έρευνας. Παρά ταύτα, οι ασφυκτικές γραφειοκρατικές ρυθμίσεις που διέπουν τη χρηματοδότηση της έρευνας από οποιοδήποτε φορέα κάθε άλλο παρά διευκολύνουν την υλοποίηση της ΕΣΕΤΑΚ.

Ειδικότερα, η προτεινόμενη ίδρυση του ΕΟΕ, με το σκεπτικό και τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στην «Έκθεση Πισσαρίδη», προκαλεί περισσότερα ερωτήματα και προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι προσπαθεί να επιλύσει:

➢    Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι αγνοείται εντελώς η υπάρχουσα δομή και προσφορά του ΕΛΙΔΕΚ. Όπως προαναφέρθηκε, το ΕΛΙΔΕΚ, στο μικρό διάστημα λειτουργίας του, έχει ήδη συμβάλει στη χρηματοδότηση και στην ανάπτυξη της έρευνας στην Ελλάδα. Είναι απαραίτητο να υποστηριχτεί και να αναβαθμιστεί, ώστε να αποκτήσει σαφείς χρηματοδοτικούς οδηγούς, σαφή και σταθερά χρονοδιαγράμματα, συνέπεια στις προκηρύξεις των ερευνητικών δράσεων και αξιοκρατία στις αξιολογήσεις.

➢    Η ίδρυση του ΕΟΕ οδηγεί άμεσα στην κατάργηση της ΓΓΕΤ (και όχι στην αναβάθμισή της), την κατάργηση του ΕΛΙΔΕΚ και της ΕΥΔΕ-ΕΤΑΚ (ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης ΕΣΠΑ). Θα έπρεπε να είναι γνωστό στους συντάκτες της Έκθεσης ότι η συγκεκριμένη πρόταση αντίκειται εκτός των άλλων και στους κανόνες διαχείρισης της ΕΕ.

➢    Ο ΕΟΕ θα χρηματοδοτείται και από τους προϋπολογισμούς των ΕΚ της ΓΓΕΤ. Δεδομένου ότι οι προϋπολογισμοί αυτοί καλύπτουν, αποκλειστικά και μόνο, τη μισθοδοσία του τακτικού προσωπικού, η οποία καταβάλλεται μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, είναι απορίας άξιο αφενός για ποιο λόγο ο ΕΟΕ πρέπει να αναλάβει αυτή τη διαχείριση, αφετέρου με ποιο θεσμικό τρόπο θα μπορεί η διαχείριση της μισθοδοσίας του τακτικού προσωπικού να μεταφερθεί σε έναν ανεξάρτητο από το κράτος οργανισμό. Η ιδιαίτερη στόχευση των προϋπολογισμών των ΕΚ, τη διαχείριση των οποίων προτείνεται να αναλάβει ο ΕΟΕ, προκαλεί απορία αλλά και ιδιαίτερη ανησυχία.

➢    Οι προϋπολογισμοί των ΕΚ θα χρηματοδοτούν τον ΕΟΕ, από τον οποίο θα διεκδικούν χρηματοδοτήσεις Πανεπιστήμια, ΕΚ, Εταιρείες κ.ά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τα ΕΚ της ΓΓΕΤ, από ραχοκοκαλιά του ερευνητικού ιστού της χώρας, να χάσουν τη θεσμική και οικονομική τους οντότητα και να αποδυναμωθούν.

➢    Η έκθεση προτείνει τη δημιουργία ιδιωτικού φορέα, εκτός ΕΛΚΕ, για τη διαχείριση των εισροών από ίδιους πόρους. Σε μία περίοδο που η χρηματοδότηση των ΕΚ και Πανεπιστημίων από την Πολιτεία βαίνει μειούμενη, η πρόταση αυτή φαίνεται εκτός τόπου και χρόνου. Στα Πανεπιστήμια, ποσοστό των εσόδων του ΕΛΚΕ καλύπτει λειτουργικές δαπάνες, ενώ στα ΕΚ καλύπτει το σύνολο των λειτουργικών δαπανών. Με αυτό το δεδομένο, η υλοποίηση αυτής της πρότασης θα οδηγήσει σε οικονομική ασφυξία ακαδημαϊκούς και ερευνητικούς φορείς.

Τα τελευταία χρόνια συντελούνται σοβαρές μεταβολές στην αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής πολιτικής για την έρευνα, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο τρέχον χρηματοδοτικό εργαλείο της ΕΕ Horizon2020, αλλά και όπως διαφαίνονται στο υπό διαμόρφωση νέο χρηματοδοτικό εργαλείο Horizon Europe (2021-2027), που σχεδιάζεται με βασικό χαρακτηριστικό τη χρηματοδότηση όλο και πιο μεγάλων ολιστικών ερευνητικών προγραμμάτων, τα οποία απαιτούν μεγάλες διεπιστημονικές συνέργειες και συμπράξεις μεταξύ ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων. Για να καταστεί εφικτή η θετική ανταπόκριση του ερευνητικού και ακαδημαϊκού ιστού της χώρας σε αυτές τις μεταβολές απαιτούνται: ορθολογικός και ρεαλιστικός σχεδιασμός, ισχυρές ερευνητικές δομές με κρίσιμη μάζα, μεγάλες και ισχυρές συνέργειες, δικτυακή οργάνωση και διασύνδεση, καθώς και διοικητική και οικονομική ευελιξία. Σημαντικό μειονέκτημα για την επίτευξη των παραπάνω αποτελεί ο κατακερματισμός του δημόσιου ερευνητικού ιστού, που λειτουργεί με διαφορετικά θεσμικά πλαίσια, κατά περίπτωση, και στη διακυβέρνηση του οποίου εμπλέκονται ένας αριθμός Υπουργείων, φορέων και οργάνων με επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες και/ή ασαφείς αρμοδιότητες.

Αξιότιμε Κύριε Πρωθυπουργέ,

Ως Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) πιστεύουμε ακράδαντα ότι μόνο μέσω του Ενιαίου Χώρου Παιδείας και Έρευνας, οι φορείς της Ανώτατης Εκπαίδευσης και της Έρευνας (ΑΕ&Ε) στη χώρα μας (ΑΕΙ και ΕΚ) μπορούν να αποτελέσουν ένα αλληλοσυμπληρούμενο, δυναμικό σύστημα, το οποίο θα αξιοποιήσει, θα συνδυάσει και θα μεγιστοποιήσει τα πλεονεκτήματα που έχουν οι δύο επιμέρους χώροι. Τα ΑΕΙ και τα ΕΚ είναι από τη φύση τους συγκοινωνούντα δοχεία, αφού είναι αφιερωμένα στην έρευνα και την παραγωγή νέας γνώσης. Ο θεσμικός διαχωρισμός της Έρευνας & Τεχνολογίας από την Ανώτατη Εκπαίδευση, όπως συνεχίζει να ισχύει μέχρι και σήμερα, έχει αποτέλεσμα την υποβάθμιση της βασικής έρευνας. Χωρίς πρόοδο στη βασική έρευνα δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η εφαρμοσμένη έρευνα. Χωρίς πρόοδο στην εφαρμοσμένη έρευνα δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν καινοτόμες εφαρμογές και νέα τεχνολογικά προϊόντα που θα μπορούν να δώσουν νέα ώθηση στην Οικονομία. Τα ΑΕΙ και τα ΕΚ αποτελούν χώρους που θέτουν τα θεμέλια για νέους ποιοτικούς τύπους εργασίας και επιχειρηματικότητας, οι οποίοι βασίζονται στη γνώση, την τεχνολογία και την καινοτομία.

Εκτός των παραπάνω, η ΕΕΕ, επανειλημμένα, έχει εκφράσει την άποψή της ότι για την ανάπτυξη της Έρευνας και Καινοτομίας στη χώρα θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα ορθολογικό και υλοποιήσιμο πρότυπο οργάνωσης και διακυβέρνησης ενός ενιαίου, εθνικού ερευνητικού ιστού (δημόσιου και ιδιωτικού). Αυτό:

➢    θα διευκολύνει το σχεδιασμό της εθνικής ερευνητικής στρατηγικής μέσα από την οργανική και συνδυασμένη αξιοποίηση του συνόλου του επιστημονικού – ερευνητικού δυναμικού της χώρας,

➢    θα βελτιώσει τις πρακτικές αλληλεπίδρασης του δημόσιου ερευνητικού συστήματος με την ερευνητική δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα και

➢    θα ενισχύσει την εφαρμογή διαφανών και αξιοκρατικών μεθόδων κατανομής και διαχείρισης των ερευνητικών κονδυλίων, με παράλληλη αποτίμηση/αξιολόγηση της χρήσης τους, βασισμένη σε κοινά αποδεκτούς δείκτες, η οποία θα αφορά σε όλους τους φορείς/χρήστες (δημόσιους και ιδιωτικούς) και σε όλα τα εθνικά ερευνητικά προγράμματα.

Για την επίτευξη των στόχων που θέτει και η «Έκθεση Πισσαρίδη» είναι απαραίτητο να υλοποιηθούν τα ακόλουθα:

➢    Χάραξη και χρηματοδότηση Εθνικής Ερευνητικής Πολιτικής.

➢    Δημιουργία Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

➢    Αντιμετώπιση του κατακερματισμού του δημόσιου ερευνητικού ιστού.

➢    Τακτικές προκηρύξεις ερευνητικών δράσεων, που θα συνδυάζονται με διαδικασίες αξιολογήσεων των ερευνητικών προτάσεων σύμφωνα με την επιστημονική αριστεία και με κανόνες που θα παρέχουν όλες τις εγγυήσεις για διαφάνεια και αξιοκρατία.

➢    Εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου των πνευματικών δικαιωμάτων, spin-off και start-up εταιρειών, ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη μεταφορά τεχνογνωσίας από τα Πανεπιστήμια και τα ΕΚ προς τον παραγωγικό ιστό της χώρας και ενίσχυση των καινοτόμων πρωτοβουλιών Ερευνητών και Καθηγητών.

➢    Κατάργηση του γραφειοκρατικού και άκρως δυσλειτουργικού νομικού πλαισίου που ενέταξε τους ΕΛΚΕ των Ερευνητικών Κέντρων στο Δημόσιο Λογιστικό (Ν.4485/2017), καθώς και νομοθέτηση ρυθμίσεων που θα εξαιρούν την Έρευνα από δημοσιονομικές αγκυλώσεις και θα διευκολύνουν την ευελιξία στη διαχείριση των κονδυλίων έρευνας, ώστε να αυξηθεί η απορρόφηση και η αξιοποίηση των ερευνητικών πόρων και να διευκολυνθεί η συνεργασία με τον παραγωγικό τομέα.

Για την Ένωση Ελλήνων Ερευνητών

Η Πρόεδρος                  Η Γενική Γραμματέας
Μαρία A. Κωνσταντοπούλου    Γεωργία Κ. Τσιροπούλα

Σχολιάστε το άρθρο

Συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια δεν δημοσιεύονται και διαγράφονται. Επίσης δεν επιτρέπεται στα σχόλια να αναγράφονται links τα οποία διαγράφονται. Το esos δεν φέρει ευθύνη για τα επώνυμα ή ανώνυμα σχόλια που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ