Υπό το φως των ρυθμίσεων του Συντάγματος, της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 3457/1998 και λοιπές), του γεγονότος ότι η ανώτατη εκπαίδευση ανήκει, κατ’ αρμοδιότητα, στα κράτη μέλη της Ένωσης, της νεότερης νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή αναλύεται σε σχέση προς την ελληνική έννομη τάξη, και της ερμηνείας του Συντάγματος νοούμενης ως αντικειμενικής, το ζήτημα θα κριθεί, όπως μπορεί σχεδόν μετά βεβαιότητας να υποτεθεί, από την ελληνική δικαιοσύνη, δεδομένου ότι τα ζητήματα που μπορούν να τεθούν από την ψήφιση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου δεν έχουν απασχολήσει, υπό τη συγκεκριμένη μορφή τους, τη δικαιοσύνη, εθνική και ενωσιακή.
Την παραπάνω παρατήρηση κάνει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, στην έκθεσή της για τα Μη Κρατικά Πανεπιστήμια, σημειώνοντας τα εξής:
Αναδεικνύονται δύο ενδεχόμενα, ως προς το επιτρεπτό της παροχής στην Ελλάδα ανώτατης εκπαίδευσης από παραρτήματα αλλοδαπών πανεπιστημίων και της ακαδημαϊκής αναγνώρισης των χορηγούμενων τίτλων:
Πρώτον, η νομολογία να επιβεβαιώσει την έως σήμερα κρατούσα σε αυτήν ερμηνεία, την οποία ασπάζεται μέρος της θεωρίας, κρίνοντας, πρώτον, ότι η γραμματική διατύπωση της συνταγματικής ρύθμισης αποδίδει σαφή αρνητική θέση, η οποία δεν δύναται να ανατραπεί στο πλαίσιο ερμηνευτικής προσαρμογής (σε αντίθεση, π.χ., με την περίπτωση της επιβολής διδάκτρων σε μεταπτυχιακές σπουδές, για την οποία η ΟλΣτΕ 2411/2012 δέχθηκε ότι ο συντακτικός νομοθέτης δεν είχε υπόψη του, το 1975, το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας των μεταπτυχιακών σπουδών (σκέψη 8)) και, δεύτερον, ότι η άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών του δικαίου της Ένωσης προστατεύεται επαρκώς με την αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων στους τίτλους αλλοδαπών πανεπιστημίων που χορηγούνται για σπουδές σε ημεδαπά παραρτήματα, η λειτουργία των οποίων, άλλωστε, μπορεί να υπαχθεί σε δημόσια εποπτεία.
Δεύτερον, να υπάρξει μεταστροφή της νομολογίας, και να γίνει δεκτό ότι η παράγραφος 5 του άρθρου 16, κατά την οποία η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται «αποκλειστικά» από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, αναφέρεται μόνο στα ημεδαπά ιδρύματα, όπως δηλαδή υπέλαβε, ερμηνεύουσα την παράγραφο 8 του άρθρου 16, η μειοψηφία στην ΟλΣτΕ 3457/1998, και υποστηρίζεται από μέρος της θεωρίας.
Μια τέτοια ερμηνεία θα εμπνεόταν από το ότι, στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχουν συγγενή, σε σχέση με την ημεδαπή ρύθμιση, χαρακτηριστικά, σε έννομες τάξεις που ομοίως ενδιαφέρονται για την ιδιαίτερη φύση και την κοινωνική αποστολή της ανώτατης εκπαίδευσης, ώστε η κάμψη του καθολικού αποκλεισμού υπέρ αλλοδαπών ιδρυμάτων που φέρουν τέτοια χαρακτηριστικά να θεωρηθεί, ενδεχομένως, συμβατή με την ratio του Συντάγματος της χώρας.
Η εν λόγω ερμηνεία είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης καθώς α- φορά στην κατά το άρθρο 165 ΣλΕΕ οργάνωση του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος. Παραλλήλως, υπό την εκδοχή ότι θα είναι εφαρμοστέα η νομολογία του ΔΕΕ, όπως διαμορφώθηκε στην υπόθεση της Λεττονίας, η προστασία και τήρηση αυτών των χαρακτηριστικών, δύναται, μέσα στην Ευρωπαϊκή εκπαιδευτική και πολιτιστική ποικιλομορφία, να θεμελιώσει επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, κατά την έννοια της νομολογίας του ΔΕΕ.
Περαιτέρω, ο αποκλεισμός παροχής ανώτατης εκπαίδευσης που δεν φέρει τέτοια χαρακτηριστικά (αλλά, π.χ., ενέχει επιδίωξη κέρδους) πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν θίγεται το ισχύον σύστημα αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων που αποκτώνται διά σπουδών παρεχόμενων στο πλαίσιο κερδοσκοπικής εκπαιδευτικής δραστηριότητας (βλ., συναφώς, και την παρατήρηση Γ. I. και την εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Είναι ευνόητο ότι, στο πλαίσιο μιας τέτοιας αντικειμενικής ερμηνείας, η παράγραφος 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος θα ερμηνευόταν στενά και κατά το γράμμα της, δηλαδή ότι αφορά και απαγορεύει μόνο τη σύσταση, υπό την έννοια της ίδρυσης, ανώτατων σχολών από ιδιώτες, και όχι την εγκατάσταση στην Ελλάδα ήδη υφιστάμενων στην αλλοδαπή και αναγνωρισμένων στην Ελλάδα πανεπιστημίων που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, και υπό το φως της κοινωνικής αποστολής της εκπαίδευσης, όπως αυτή εννοείται κατά το ελληνικό Σύνταγμα, τα παραρτήματα των αλλοδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορούν να έχουν μόνο μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, με αποκλειστικό σκοπό την προαγωγή της εκπαίδευσης, της έρευνας και του πολιτισμού, και με κατοχυρωμένη την αξιοκρατία, την προσβασιμότητα, την ακαδημαϊκή ελευθερία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και ορισμένο βαθμό εσωτερικής αυτοδιοίκησης επί ακαδημαϊκών ζητημάτων.
Υποστηρίζεται, τέλος, στη θεωρία, και η άποψη ότι το ζήτημα ανήκει, αποκλειστικά, στο ρυθμιστικό πεδίο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη σκέψη ότι αφορά στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αλλοδαπά Α.Ε.Ι. μπορούν να εγκατασταθούν και να προσφέρουν υπηρεσίες στην Ελλάδα, δηλαδή εντός της ενιαίας αγοράς. Η θέση αυτή ομοίως προϋποθέτει μεταβολή της νομολογίας η οποία, κατά τα ανωτέρω (υπό II), διακρίνει μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης. Η εν λόγω άποψη υποστηρίζει, εν προκειμένω, ότι η άρνηση αναγνώρισης ακαδημαϊκών δικαιωμάτων συνιστά δυσμενή διάκριση στο πλαίσιο του δικαίου της Ε.Ε. ή πάντως παρακωλύει την ελευθερία εγκατάστασης, κατά τρόπο μη δυνάμενο, κατά την ίδια, να δικαιολογηθεί αντικειμενικά.
Παρατηρήσεις επί των άρθρων
Επί των υπολοίπων διατάξεων του πολυνομοσχεδίου στην έκθεση γίνονται οι ακόλουθες παρατηρήσεις:
1. Επί των άρθρων 13-36
α. Το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.) ιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 27 του ν. 2083/1992, υπό τη μορφή ν.π.δ.δ., και λειτουργεί ως «αυτοτελές και πλήρως αυτοδιοικούμενο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα», εποπτευόμενο από το Κράτος (βλ. άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2552/1997), που εισήγαγε εναλλακτικό τρόπο μάθησης κατά τα πρότυπα των «Ανοικτών Πανεπιστημίων» λοιπών χωρών της Ευρώπης (όπως, λ.χ., το ιδρυθέν στην Αγγλία, το έτος 1971, «Open University»). Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο (ν. 2552/1997), διατάξεις του οποίου αντικαθίστανται και καταργούνται με το προτεινόμενο νομοσχέδιο, αποστολή του Ε.Α.Π. είναι n παροχή εξ αποστάσεως προπτυχιακής και μεταπτυχιακής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, μέσω της ανάπτυξης και αξιοποίησης κατάλληλου και ειδικά αναπτυγμένου εκπαιδευτικού υλικού και μεθόδων διδασκαλίας (βλ. άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2552/1997).
Ως προς τη διάρθρωση του Ε.Α.Π., παρατηρείται ότι «[β]ασική λειτουργική μονάδα (...) είναι i) η Θεματική Ενότητα (Θ.Ε.), ii) η Εργαστηριακή Θεματική Ενότητα (Ε.Θ.Ε.) και iii) η Ενότητα Πρακτικής Άσκησης, καθ[εμ]ία από τις ο- ποίες καλύπτει ένα διακεκριμένο γνωστικό αντικείμενο σε προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό επίπεδο» (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α ́ του ν. 2552/1997).
Τα όργανα διοίκησης του Ε.Α.Π. ασκούν τις αρμοδιότητες που ορίζονται στον ν. 2552/1997, οι δε κανόνες λειτουργίας τους προβλέπονται στον εσω- τερικό Κανονισμό Λειτουργίας (βλ. άρθρα 3 παρ. 6 και 2 παρ. 4 του ν. 2552/1997). Κατ’ εφαρμογήν των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 2552/1997, το Ε.Α.Π. διοικείται σήμερα από τη Διοικούσα Επιτροπή (βλ. Υ.Α. 94151/Ζ1/29.8.2023 και 134748/Ζ1/31.10.2022), η θητεία της οποίας, διά της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 195 παρ. 1 του νομοσχεδίου, προτείνεται να παραταθεί έως τη συγκρότηση του Συμβουλίου Διοίκησης του Ε.Α.Π. και το αργότερο έως την 31η.8.2024. Ανεξάρτητη Ακαδημαϊκή Μονάδα του Ε.Α.Π αποτελεί το Κέντρο Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.), επιφορτισμένο με την υλοποίηση των δράσεων του Ε.Α.Π. και των μελών του (βλ. Υ.Α. 20217/Ζ1/22.2.2021, Β ́ 818). Κατ’ εφαρμογήν, εξ άλλου, του ν. 4795/2021 συνεστήθη στο Ε.Α.Π. Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου (βλ. την υπ’ αριθ. 573/15.12.2022 απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του Ε.Α.Π., Β ́ 6704), «ως αυτοτελής και ανεξάρτητη μονάδα, σε επίπεδο λειτουργίας Τμήματος». Επίσης, στο Ε.Α.Π. λειτουργεί Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) με διακριτή οικονομική οντότητα, χωρίς νομική προσωπικότητα, για την οργάνωση και λειτουργία του οποίου εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις που ισχύουν για τους Ε.Λ.Κ.Ε. των λοιπών Α.Ε.Ι.
β. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, με τις διατάξεις του Μέρους Β ́ (άρθρα 13- 36) ρυθμίζονται, εκ νέου, μεταξύ άλλων, ζητήματα διάρθρωσης, προγραμμάτων σπουδών και λειτουργίας του Ε.Α.Π., με στόχο την εναρμόνισή του προς τον ν. 4957/2022. Σύμφωνα, εξ άλλου, με την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης που συνοδεύει το νομοσχέδιο, «βασικά σημεία της νέας ρύθμισης είναι: α) η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των συλλογικών οργάνων του Ε.Α.Π., β) η ενδυνάμωση της διαφάνειας και της εξωστρέφειας, γ) η εναρμόνιση με το νέο πλαίσιο του ν. 4957/2022 (...), δ) η απλούστευση και συστηματοποίηση των διαδικασιών και ε) η σύσταση εταιρείας αξιοποίησης και διαχείρισης περιουσίας και κέντρου ανάπτυξης πιστοποίησης και αξιολόγησης» (Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, σελ. 129).
Οι σημαντικότερες ρυθμίσεις που εισάγονται, εν προκειμένω, περιλαμβάνουν, πρώτον, τη διεύρυνση του σκοπού του Ε.Α.Π., ώστε να καταλαμβάνει και την παροχή σύντομων προγραμμάτων σπουδών παιδαγωγικής εκπαίδευσης, κατάρτισης, επιμόρφωσης και εξειδίκευσης όπως και την εκπόνηση επιστημονικής έρευνας (άρθρο 16), δεύτερον, τον καθορισμό του θεσμικού πλαισίου για τη διαμόρφωση και την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών του Ε.Α.Π., κατ’ εναρμόνιση προς τον ν. 4957/2022 (άρθρο 21), τρίτον, την παροχή της δυνατότητας σε προπτυχιακούς φοιτητές του Ε.Α.Π. που έ- χουν αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, να κατοχυρώνουν μαθήματα ή εργαστήρια του ιδρύματος προέλευσης (ως Θεματική Ενότητα ή ως Εργαστηριακή Θεματική Ενότητα, αντίστοιχα) έως το ένα τέταρτο (1/4) των πιστωτικών μονάδων του Προγράμματος Σπουδών (άρθρο 26 παρ. 1), τέταρτον, τη διεύρυνση των κατηγοριών πόρων του Ε.Α.Π. (άρθρο 31), πέμπτον, την ίδρυση ν.π.ι.δ. υπό την επωνυμία «Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου», με σκοπό την αξιοποί- ηση και διαχείριση της περιουσίας του Ε.Α.Π. (άρθρο 33), και, έκτον, τη σύσταση και λειτουργία Πανεπιστημιακού Κέντρου Ανάπτυξης Πιστοποίησης και Αξιολόγησης (Κ.Α.Π.Α) ως μονάδα του Ε.Α.Π. στο οποίο εντάσσονται υ- φιστάμενες δομές του, με σκοπό, ιδίως, την ανάπτυξη προτύπων πιστοποίησης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και την υποστήριξη προτάσεων - σχεδίων για την ανανέωση και την προσαρμογή της εκπαιδευτικής λειτουργίας του Ε.Α.Π. (άρθρο 35).
2. Επί των άρθρων 33, 35, 156, 166, 170, 177
Όπου στα ανωτέρω άρθρα απαντά ο όρος «συστήνεται» ή «συστήνονται», θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τον από μακρού χρόνου χρησιμοποιούμενο όρο «συνιστάται» ή «συνιστώνται», αντίστοιχα.
3. Επί του άρθρου 40
Διά του άρθρου 40 τροποποιείται η παρ. 3 και αντικαθίσταται η παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 4957/2022 (Α ́ 141). Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμι- ση, η διαδικασία για την ανάδειξη των εξωτερικών μελών των Συμβουλίων Διοίκησης διεξάγεται σε πέντε γύρους (παρ. 4).
Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 διευκρινίζεται ότι η διαδικασία επιλογής πραγματοποιείται «σύμφωνα με τη διαδικασία του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 9», κατά το οποίο «[η] εκλογή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου Διοίκησης (Σ.Δ.) πραγματοποιείται με καθολική, άμεση και μυστική ψηφοφορία που διενεργείται αποκλειστικά ηλεκτρονικά με τη χρή- ση του ειδικού πληροφοριακού συστήματος με την ονομασία "Ψηφιακή Κάλπη ΖΕΥΣ" της ανώνυμης εταιρείας του Ελληνικού Δημοσίου με την επωνυμία "Εθνικό Δίκτυο Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας Α.Ε." (Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε.)». Κατά τα οριζόμενα δε στην παρ. 4 του άρθρου 10, «[σ]τον δεύτερο επαναληπτικό γύρο το πρώτο σε σειρά εκλογής αναδειχθέν εσωτερικό μέλος στο Σ.Δ. βαθμολογεί με δέκα (10) βαθμούς τον υποψήφιο επιλογής, ενώ τα υπόλοιπα πέντε (5) εσωτερικά μέλη βαθμολογούν ο καθένας με πέντε (5) βαθμούς τον υποψήφιο επιλογής τους. Αν υπάρξει νέα ισοψηφία σε βαθμούς, επιλέγεται ο υποψήφιος που ισοψήφησε στην πρώτη θέση λαμβάνοντας τους δέκα (10) βαθμούς από το πρώτο σε σειρά εκλογής αναδειχθέν εσωτερικό μέλος στο Σ.Δ.».
Παρατηρείται ότι η διαδικασία επιλογής των εξωτερικών μελών διεξάγεται, σύμφωνα με την παραπομπή στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9, με μυστική ψηφοφορία που διενεργείται αποκλειστικά ηλεκτρονικά.
Σε περίπτωση ισοψηφίας, όμως, στη δεύτερη επαναληπτική ψηφοφορία, προβλέπεται η ανάδειξη, ως εξωτερικού μέλους, του υποψηφίου που έλαβε τη μέγιστη βαθμολογία από συγκεκριμένο εσωτερικό μέλος, δηλαδή από το πρώτο σε σειρά εκλογής αναδειχθέν εσωτερικό μέλος. Ερωτάται αν εν προκειμένω δημιουργείται πρόβλημα με τη μυστικότητα της ψήφου.
4. Επί του άρθρου 41
Διά της παρ. 2 του άρθρου 41 προστίθεται τελευταίο εδάφιο στην παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4957/2022, το οποίο προβλέπει ότι «[σ]τα Α.Ε.Ι. των οποίων ο αριθμός των υπηρετούντων μελών Δ.Ε.Π. δεν υπερβαίνει τα εξήντα (60), επιτρέπεται να προταθούν ως υποψήφιοι για το αξίωμα του Αντιπρύτανη και μέλη Δ.Ε.Π. της περ. α).». H περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 11 προ- βλέπει ότι δεν επιτρέπεται να προταθούν ως υποψήφιοι για το αξίωμα του Αντιπρύτανη «μέλη Δ.Ε.Π., τα οποία αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του ανώτατου ορίου ηλικίας κατά τη διάρκεια της θητείας της θέσης που προκηρύσσεται».
Παρατηρείται συναφώς ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4957/2022 για την ανάδειξη των οργάνων των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (άρθρα 7-40), δεν επιτρέπεται η υποβολή υποψηφιότητας όσων αποχωρούν από την υπηρεσία πριν από τη λήξη της θητείας της προκηρυσσόμενης θέ- σης. Το εκλογικό κώλυμα καταλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης αλλά και τον Πρύτανη (άρθρο 8, παρ. 3α), δοθέ- ντος ότι ο τελευταίος προέρχεται από τα εσωτερικά μέλη του ανωτέρω ορ- γάνου (άρθρο 11, παρ. 1).
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, βάσει της προϊσχύσασας ρύθμισης της περ. α ́ της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4009/2011, η οποία όριζε ότι «δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιοι καθηγητές οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία πριν από τη λήξη της τετραετούς θητείας», είχε κριθεί από τη νομολογία (ΣτΕ Ολ. 519-525/2015) ότι η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί, προδήλως, στη σταθερότητα της σύνθεσης του οργάνου και στη συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία του καθ’ όλη τη διάρκεια της τετραετούς θητείας του. Σύμφωνα δε με συναφή γνωμοδότηση, (ΝΣΚ 95/2013, επί ερωτήματος για υποβολή υποψηφιότητας για το αξίωμα του Κοσμήτορα), είχε υποστηριχθεί ότι, εφόσον το αξίωμα συνδέεται άμεσα με την ιδιότητα του μέλους Δ.Ε.Π. και, ειδικότερα, με την ιδιότητα του Καθηγητή, «(...) [τ]ούτο συγκεκριμένα σημαίνει ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο απολεστεί η ιδιότητα του καθηγητή πρώτης βαθ- μίδας (παραιτηθεί ή εκλείψει), τότε παύει ταυτόχρονα και το αξίωμα του κο- σμήτορα». Κατά συνέπεια, η θητεία των υποψηφίων που πρόκειται να αποχωρήσουν από το Α.Ε.Ι., λόγω συμπλήρωσης του ανωτάτου ορίου ηλικίας, πριν τη λήξη της θητείας τους στο αξίωμα, «εφόσον εκλεγούν, ταυτίζεται με τη θητεία τους ως καθηγητών πρώτης βαθμίδας».
Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, κρίθηκε (ΣτΕ Ολ. 4308/2015) ότι «(...) με τη μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη ευρεία εξουσιοδότηση να καθορίσει το όριο ηλικίας για την αποχώρηση των καθηγητών Α.Ε.Ι. από την ενεργό υπηρεσία. Με την ίδια όμως συνταγματική διάταξη επιβάλλεται επίσης η αποχώρηση αυτή να είναι κατ’ αρχήν πλήρης, να έχει δηλαδή ως συνέπεια την απώλεια οποιασδήποτε ακαδημαϊκής ή διοικητικής ιδιότητας του αποχωρούντος μέλους Δ.Ε.Π. (...). Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, να γίνει δεκτό ότι οι παρατεθείσες διατάξεις του ν. 4009/2011, ερμηνευόμενες σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν θεσπίζουν δυνατότητα συνεχίσεως και ολοκληρώσεως της θητείας του εν ενεργεία Πρύτανη, όταν αυτός καταλαμβάνεται από το νόμιμο όριο ηλικίας των καθηγητών των ημεδαπών Α.Ε.Ι.».
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινισθεί αν η εξαίρεση που εισάγει το νέο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 11 ως προς τα κωλύματα υποβολής υποψηφιότητας, βάσει του οποίου θα μπορεί υπό ειδικές περιστάσεις να προτείνεται, ειδικά για το αξίωμα του Αντιπρύτανη, μέλος Δ.Ε.Π. που πρόκειται να αποχωρήσει λόγω συμπλήρωσης του ανώτατου ορίου ηλικίας κατά τη διάρκεια της θητείας του, έχει την έννοια ότι η θητεία του Αντιπρύτανη που αναδεικνύεται υπό τους όρους του παρόντος θα διαρκεί έως την εκ μέρους του αποχώρηση από το Α.Ε.Ι. λόγω συμπλήρωσης του α- νώτατου ορίου ηλικίας.
5. Επί του άρθρου 42
Διά του άρθρου 42 προστίθεται τελευταίο εδάφιο στην παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4957/2022, το οποίο διαμορφώνεται ως εξής: «2. Με απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης (Σ.Δ.) ορίζονται οι Αντιπρυτάνεις που προτάθηκαν α- πό το υποψήφιο μέλος που εξελέγη ως Πρύτανης του Α.Ε.Ι. Αν ένας Αντιπρύτανης παραιτηθεί ή εκλείψει για οποιονδήποτε λόγο, με απόφαση του Σ.Δ., κατόπιν πρότασης του Πρύτανη, που λαμβάνεται με αυξημένη πλειο- ψηφία οκτώ ενδέκατων (8/11), ορίζεται νέος Αντιπρύτανης έως τη λήξη της θητείας του Πρύτανη. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται και αν ο Πρύτανης προτείνει κατά τη διάρκεια της θητείας του τον ορισμό επιπλέον Αντιπρυτάνεων, εφόσον δεν έχει συμπληρωθεί ο αριθμός που προβλέπεται στην περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 11».
Παρατηρείται ότι στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 ορίζονται δυο διακριτές διαδικασίες.
Ειδικότερα, το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 προβλέπει τον ορισμό των Αντιπρυτάνεων που προτάθηκαν από τον εκλεγμένο Πρύτανη με απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης, χωρίς να ορίζεται απαιτούμενη πλειοψηφία για τη συγκεκριμένη απόφαση. Αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο υποψήφιος Πρύτανης συνοδεύει υποχρεωτικά την υποβολή της υποψηφιότητάς του από κατάλογο των μελών Δ.Ε.Π. που προ- τείνονται να αναλάβουν το αξίωμα του Αντιπρύτανη (παρ. 3 άρθρου 11). Αντιθέτως, το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 12 απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία οκτώ ενδεκάτων (8/11) για τον ορισμό νέου Αντιπρύτανη, σε αντικατάσταση παραιτηθέντος ή εκλιπόντος Αντιπρύτανη, επειδή η συγκεκριμένη υποψηφιότητα αξιολογείται το πρώτον σε μεταγενέστερο χρόνο από την εκλογή του Πρύτανη.
Κατά τα ανωτέρω, η προτεινόμενη διαδικασία του παρόντος για πρόταση επιπλέον Αντιπρυτάνεων, προσομοιάζει, κατά συστηματική ερμηνεία των λοιπών διατάξεων του ν. 4957/2022, στη διαδικασία μό- νο του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 12, δηλαδή στη λήψη από- φασης του Σ.Δ. με αυξημένη πλειοψηφία.
6. Επί του άρθρου 45
Διά του άρθρου 45 τροποποιείται η παρ. 4 και προστίθεται παρ. 5 στο άρ- θρο 16 του ν. 4957/2022. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 45 καταλήγει με τη διατύπωση «(...) και το άρθρο 16 διαμορφώνεται ως εξής(...)». Κρίνεται σκόπιμο, για λόγους νομοτεχνικής αρτιότητας, να παρατεθούν όλες οι παρά- γραφοι του άρθρου 16, και όχι μόνο η τροποποιηθείσα παρ. 4 και η προστε- θείσα παρ. 5, άλλως να αναδιατυπωθεί το πρώτο εδάφιο.
7. Επί των άρθρων 46 και 48
Διά του άρθρου 48 προστίθεται παρ. 3 στο άρθρο 30 του ν. 4957/2022, η οποία προβλέπει ότι: «[η] Συνέλευση του Τμήματος δύναται, με απόφασή της, να μεταβιβάζει στον Πρόεδρο του Τμήματος αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αρμοδιότητες των περ. ιζ), κα), κβ), κε), κζ) και κη) της παρ. 1». Επισημαίνεται ότι στο πλέγμα των αρμοδιοτήτων οι οποίες δύνανται να μεταβιβάζονται στον Πρόεδρο του Τμήματος, σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη, συγκαταλέγονται και ορισμένες που εμπίπτουν στον πυρήνα της εκπαιδευτικής και ερευνητικής πολιτικής του Τμήματος, όπως οι περιπτώσεις α ́ («χαράσσει τη γενική εκπαιδευτική και ερευνητική πολιτική του Τμήματος και την πορεία ανάπτυξής του στο πλαίσιο της πολιτικής της Σχολής και του Ιδρύματος») και β ́ («εισηγείται προς την Κοσμητεία το αναπτυξιακό σχέδιο του Τμήματος»). Παρατηρείται συναφώς ότι, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αυτοδιοίκησης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, οι αρμοδιότητες που σχετίζονται με τη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής καταρχήν απονέμονται σε συλλογικά όργανα του πανεπιστημίου, ενώ στα μονοπρόσω- πα όργανα ανατίθενται εκτελεστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες.
Το σκεπτικό αυτό, εξ άλλου, αποτυπώνεται και στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του νομοσχεδίου (σελ. 161) που προβλέπει τη «δυνατότητα της Συνέλευσης του Τμήματος να μεταβιβάζει, με απόφασή της, στον Πρόεδρο του Τμήματος αρμοδιότητές της, με εξαίρεση εκείνες που σχετίζονται με την εκπαιδευτική-ερευνητική πολιτική και το αναπτυξιακό σχέδιο του Τμήματος».
Παρόμοιο προβληματισμό εγείρει και η προσθήκη της παραγράφου 3 στο άρθρο 23 του ν. 4957/2022, βάσει του άρθρου 46 του νομοσχεδίου, η οποία, προβλέπει τη δυνατότητα μεταβίβασης από την Κοσμητεία στον Κοσμήτορα της αρμοδιότητας να «χαράσσει τη γενική εκπαιδευτική και ερευνητική πο- λιτική της Σχολής (...)» (άρθρο 2 περ. β ́ του ν. 4957/2022).
8. Επί του άρθρου 51
Διά του άρθρου 51 τροποποιείται η παρ. 8 του άρθρου 48 του ν. 4957/2022 (Α ́141), περί της διαδικασίας ανάδειξης Διευθυντή Εργαστηρίου, η οποία διαμορφώνεται ως εξής: «[α]ν στο πανεπιστημιακό εργαστήριο δεν υπηρετούν μέλη Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή, η Σύγκλητος δύναται να ορίσει κατ’ εξαίρεση Επίκουρο Καθηγητή που υπηρετεί στο πανεπιστημιακό εργαστήριο, έως την ημερομηνία διορισμού μέλους Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή.
Στην περίπτω- ση αυτή εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τον κατ’ εξαίρεση ορισμό μέλους Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή ως Διευθυντή στο πανε- πιστημιακό εργαστήριο, προκηρύσσονται εκλογές σύμφωνα με τη διαδικα- σία της παρ. 5, στις οποίες δύνανται να είναι υποψήφιοι μέλη Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή του ίδιου ή συναφούς αντι- κειμένου με αυτό του εργαστηρίου που προέρχονται από τη Σχολή. Η διαδι- κασία επαναλαμβάνεται μέχρι την πλήρωση της θέσης του Διευθυντή από μέλος Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή».
Εν προκειμένω, κρίνεται σκόπιμη η αποσαφήνιση των ακόλουθων ζητημάτων:
α) η παρ. 1 του άρθρου 48 ορίζει ότι «[δ]ικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας για το αξίωμα του Διευθυντή έχουν μέλη Δ.Ε.Π. που έχουν τοποθετη- θεί και υπηρετούν στο πανεπιστημιακό εργαστήριο και έχουν ίδιο ή συναφές γνωστικό αντικείμενο με αυτό του εργαστηρίου».
Συνάγεται εξ αυτού ότι τα μέλη Δ.Ε.Π. βαθμίδας Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή που θα θέσουν υποψηφιότητα, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 8, και «προέρχονται από τη Σχολή», δεν έχουν ήδη τοποθετηθεί στο πανεπιστημιακό εργαστήριο, δοθέντος ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα οριζόταν μέλος Δ.Ε.Π. βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή στη θέση του Διευθυντή.
Ερωτάται, συνεπώς, αν τα υποψήφια μέλη που προέρχονται από τη Σχολή, κατά την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 48, πρέπει να τοποθετηθούν στο πανεπιστημιακό εργαστήριο προκειμένου να πληρούν τις προϋποθέσεις εκλογιμότητας που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 48.
β) Δεδομένου ότι το πανεπιστημιακό εργαστήριο ενδέχεται να εντάσσεται σε διαφορετικές ακαδημαϊκές μονάδες (Πανεπιστήμιο, Σχολή, Τμήμα, Τομέα), η φράση «να είναι υποψήφιοι μέλη Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή του ίδιου ή συναφούς αντικειμένου με αυτό του εργαστηρίου που προέρχονται από τη Σχολή» κρίνεται σκόπιμο να αναδιατυπωθεί ως εξής: «να είναι υποψήφιοι μέλη Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή του ίδιου ή συναφούς αντικειμένου με αυτό του εργαστηρίου προερχόμενοι από την ίδια ακαδημαϊκή μονάδα».
9. Επί του άρθρου 60
Διά του άρθρου 60 τροποποιείται η παρ. 3 του άρθρου 82 του ν. 4957/2022 και αντικαθίσταται η περ. γ), ως εξής: «3. Η Σ.Ε. είναι αρμόδια για την παρακολούθηση και το συντονισμό της λειτουργίας του προγράμματος και ιδίως: α) καταρτίζει τον αρχικό ετήσιο προϋπολογισμό του Π.Μ.Σ. και τις τροποποιήσεις του, εφόσον το Π.Μ.Σ. διαθέτει πόρους σύμφωνα με το άρθρο 84, και εισηγείται την έγκρισή του προς την Επιτροπή Ερευνών του Ειδικού Λογα- ριασμού Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.), εξαιρουμένων των τριμηνιαίων αναμορφώσεων των ετήσιων προϋπολογισμών της περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 239, β) καταρτίζει τον απολογισμό του προγράμματος και εισηγείται την έγκρισή του προς τη Συνέλευση του Τμήματος, γ) δύναται να εξουσιοδοτεί τον Διευθυντή του Π.Μ.Σ., προκειμένου να εγκρίνει τη διενέργεια δα- πανών του Π.Μ.Σ. (...)».
Επισημαίνεται ότι η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 82 παρ. 3 του ν.4957/2022 προβλέπει ότι «3. Η Σ.Ε. είναι αρμόδια για την παρακολούθηση και το συντονισμό της λειτουργίας του προγράμματος και ιδίως: (...) γ) εγκρίνει τη διενέργεια δαπανών του Π.Μ.Σ., (...)». Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση, η Συντονιστική Επιτροπή δύναται να εξουσιοδοτεί τον Διευ- θυντή του Π.Μ.Σ. ως προς την έγκριση της διενέργειας δαπανών του προ- γράμματος, χωρίς όμως να καθίσταται σαφές αν η έγκριση των σχετικών δαπανών συγκαταλέγεται, κατ’ αρχήν, στις αρμοδιότητες της Σ.Ε., όπως αυτές απαριθμούνται στην παρ. 3. Κατά τούτο, και δεδομένου του δυνητικού χαρακτήρα της διάταξης («δύναται να»), κρίνεται σκόπιμο να διευκρινισθεί ποιο όργανο είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο να εγκρίνει τη διενέργεια δαπανών του Π.Μ.Σ., ανεξαρτήτως της δυνατότητας άσκησης της σχετικής αρμοδιότητας από τον Διευθυντή του Π.Μ.Σ. κατόπιν εξουσιοδότησης.
10. Επί του άρθρου 62
Διά του άρθρου 62 προστίθεται παρ. 3 στο άρθρο 90 του ν. 4957/2022, περί διδακτορικών σπουδών, η οποία ορίζει ότι: «[ε]ιδικά στις περιπτώσεις συνεργασίας με άλλα Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, καθώς και με αναγνωρισμένα ιδρύματα της αλλοδαπής, η επιτυχής ολοκλήρωση του κοινού προγράμματος διδακτορικών σπουδών του παρόντος δύναται να οδηγεί στην απονομή ενός ενιαίου τίτλου σπουδών από τα συνεργαζόμενα ιδρύματα, σύμφωνα με το ειδικό πρωτόκολλο συνεργασίας, το οποίο καταρτίζεται από τα συνεργαζόμενα Τμήματα και εγκρίνεται με απόφαση της Συγκλήτου του Α.Ε.Ι.».
Δεδομένου ότι η απονομή ενιαίου τίτλου σπουδών πραγματοποιείται με τη συνεργασία περισσοτέρων Α.Ε.Ι., προτείνεται, για λόγους νομοτεχνικής αρτιότητας, να διευκρινισθεί αν απαιτείται να εκδίδουν εγκριτικές αποφάσεις οι Σύγκλητοι όλων των συνεργαζόμενων Α.Ε.Ι. της ημεδαπής.
11. Επί του άρθρου 63
Με το άρθρο 63 τροποποιείται το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 98 του ν. 4957/2022. Η προτεινόμενη ρύθμιση ορίζει ότι η διαδικασία έγκρισης του προγράμματος σπουδών δευτερεύουσας κατεύθυνσης πραγματοποιείται κατόπιν εισήγησης «της Συνέλευσης του Τμήματος» προς τη Σύγκλητο, σε αντικατάσταση της προηγούμενης ρύθμισης που προέβλεπε εισήγηση «του Τμήματος».
Για λόγους πληρότητας, προτείνεται ρύθμιση και για τις περιπτώσεις των Μονοτμηματικών Σχολών, οι οποίες κατά την παρ. 1 του άρθρου 98 μπορούν επίσης να οργανώνουν προγράμματα σπουδών δευτερεύουσας κατεύθυνσης.
Επισημαίνεται ότι στις Μονοτμηματικές Σχολές δεν λειτουργεί Συνέλευση του Τμήματος και, συνεπώς, η σχετική εισήγηση της παρ. 2 θα προέρχεται από τη Συνέλευση της Σχολής, η οποία ασκεί, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 4957/2022, τις αρμοδιότητες της Συνέλευσης του Τμήματος.
12. Επί του άρθρου 64 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 128
Διά του άρθρου 64 παρ. 2 προστίθεται παρ. 6 στο άρθρο 101 του ν. 4957/2022, περί της ίδρυσης Ξενόγλωσσων Προγραμμάτων Σπουδών, κατά την οποία: «Παρέχεται δυνατότητα εγγραφής σε φοιτητές ανώτατων εκπαι- δευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής, οι οποίοι κατέχουν τη βεβαίωση της παρ. 1 του άρθρου 314Α, σε Ξ.Π.Σ. πρώτου κύκλου των Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, προκειμένου να συνεχίσουν τις σπουδές τους και να τους απονεμηθεί τίτ- λος σπουδών από το Α.Ε.Ι. υποδοχής. (...)». Το άρθρο 314Α, το οποίο προ- στίθεται διά του άρθρου 128 του παρόντος νομοσχεδίου, προβλέπει τη χο- ρήγηση, εκ μέρους του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.), βεβαίωσης αξιολόγησης περιόδων σπουδών, οι οποίες έχουν διανυθεί σε αναγνωρισμένο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της αλλοδαπής. Δεδομένης της ρητής ρύθμισης της παρ. 1 του άρθρου 101 κατά την οποία «[τ]α Ξ.Π.Σ. απευθύνονται αποκλειστικά σε αλλοδαπούς πολίτες χωρών εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι είναι απόφοιτοι λυκείων ή αντίστοιχων σχολείων με φυσική έδρα στην αλλοδαπή», γεννάται προβληματισμός ως προς το εύρος εφαρμογής της προτεινόμενης διάταξης, κατά το μέτρο που δεν διευκρινίζεται ρητώς ότι οι κάτοχοι της βεβαίωσης του άρθρου 314Α θα πρέπει να είναι αποκλειστικά αλλοδαποί πολίτες χωρών εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
13. Επί του άρθρου 66
Διά του άρθρου 66 προστίθεται δεύτερο εδάφιο στην παρ. 1 του άρθρου 105 του ν. 4957/2022, το οποίο ορίζει ότι: «Είναι δυνατή η διαφοροποίηση του ύψους των τελών φοίτησης μεταξύ των αλλοδαπών φοιτητών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αλλοδαπών φοιτητών που προέρχονται από τρίτες χώρες, οι οποίοι φοιτούν σε προ- πτυχιακά προγράμματα σπουδών των Α.Ε.Ι. τα οποία υλοποιούνται στην ελληνική ή σε άλλη γλώσσα». Δεδομένου ότι το άρθρο 105 αφορά αποκλειστικά Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών, τα οποία εξ ορισμού αλλά και κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 101 παρ. 1 διεξάγονται σε ξένη γλώσσα, κρίνεται σκόπιμο είτε να διευκρινισθεί περαιτέρω είτε να απαλειφθεί η αναφορά σε προγράμματα σπουδών που πραγματοποιούνται στην ελληνική γλώσσα.
14. Επί του άρθρου 69
Με το άρθρο 69 τροποποιείται η περ. κγ) της παρ. 1 του άρθρου 115 του ν. 4957/2022. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου του Κέντρου Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) να «[ε]γκρίνει τη σύναψη συμφωνιών με συνεργαζόμενους φορείς, καθώς και πάσης φύσεως συμβάσεων συνεργασίας και προγραμματικών συμφωνιών» μετατρέπεται σε αρμοδιότητα να «[ε]ισηγείται στο Συμβούλιο Διοίκησης» τη σύναψη των ως άνω συμφωνιών και συμβάσεων.
Για λόγους πληρότητας της ρύθμισης, επισημαίνεται ότι είναι ενδεχομένως σκόπιμο να προστεθεί η σχετική αρμοδιότητα του Συμβουλίου Διοίκησης στις απαριθμούμενες στο άρ- θρο 14 παρ. 1 του ν. 4957/2022 αρμοδιότητές του.
15. Επί του άρθρου 76
α. Με το άρθρο 76 τροποποιείται το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 140 του ν. 4957/2022 (Α ́ 141), περί της διαδικασίας μονιμοποίησης των Επίκουρων Καθηγητών στη βαθμίδα αυτή ή εξέλιξής τους στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή. Η φράση του πρώτου εδαφίου «και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής» προτείνεται να διορθωθεί στο ορθό «και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής».
β. Σύμφωνα με την προτεινόμενη τροποποίηση, η παρ. 3 του άρθρου 140 του ν. 4957/2022 προβλέπει ότι «[οι] Επίκουροι Καθηγητές εκλέγονται για πενταετή θητεία. Μετά από τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι Επίκουροι Καθηγητές δύνανται να ζητήσουν τη μονιμοποίησή τους στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή ή την εξέλιξή τους στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή. Αν η κρίση για τη μονιμοποίησή τους ή την εξέλιξή τους στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή είναι αρνητική, οι Επίκουροι Καθηγητές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν εκ νέου τη μονιμοποίησή τους ή την εξέλιξή τους στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή, μετά την πάροδο ενός (1) τουλάχιστον έτους από την έκδοση της αρνητικής απόφασης και σε κάθε περίπτωση πριν από την πάροδο της πενταετίας, με τη συμπλήρωση της οποίας η θητεία τους παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας κρίσης για τη μονιμοποίησή τους. Αν υπάρξει δεύτερη αρνητική κρίση περί μονιμοποίησης, η θητεία τους παρατείνεται έως το τέλος του ακαδημαϊκού έτους, κατά το οποίο έλαβε χώρα η αρνητική κρίση, οπότε λήγει αυτοδικαίως. Αν οι Επίκουροι Καθηγητές δεν ασκήσουν κάποια από τις ανωτέρω δυνατότητες, η σχέση τους με το Α.Ε.Ι. λύεται αυτοδικαίως μετά από την πάροδο της πενταετίας».
Το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο της διάταξης χρήζουν διευκρίνισης ως προς τα εξής σημεία, αντιστοίχως:
α) αν με τη συμπλήρωση της πενταετίας η θητεία του Επίκουρου Καθηγητή παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας κρίσης για εξέλιξη στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή, όπως ρητώς αναφέρεται και για την περίπτωση αυτοδίκαιης παράτασης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας κρίσης για μονιμοποίηση, και
β) αν η θητεία του Επίκουρου Καθηγητή παρατείνεται έως το τέλος του ακαδημαϊκού έτους όχι μόνο στην περίπτωση της δεύτερης αρνητικής κρίσης επί της μονιμοποίησής του, αλλά και επί της κρίσης για εξέλιξη στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή.
16. Επί του άρθρου 85
Με το άρθρο 85 επέρχονται τροποποιήσεις στο άρθρο 170 του ν. 4957/2022. Σύμφωνα με την δ) τροποποίηση, «(...) στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 170 προστίθεται παραπομπή στις περ. στ) και η) του ίδιου άρθρου και το άρθρο 170 διαμορφώνεται ως εξής: (...) Οι δυνατότητες των περ. α), β), γ), ε), στ), η) και ζ) υφίστανται και για τα αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.». Θα μπορούσε να τηρηθεί η αλφαβητική σειρά των περιπτώσεων.
17. Επί του άρθρου 86
Με το άρθρο 86 επέρχονται τροποποιήσεις στην παρ. 2 του άρθρου 215 του ν. 4957/2022, περί της συγκρότησης της Επιτροπής Διασφάλισης Ποιότητας, μεταξύ των οποίων «β) στο τρίτο εδάφιο προστίθεται η φράση "ανά ακαδημαϊκό έτος"». Δεδομένου ότι διά της προτεινόμενης διάταξης στην πραγματικότητα αντικαθίσταται η φράση «σε ετήσια βάση» από την φράση «ανά ακαδημαϊκό έτος», θα μπορούσε, για λόγους σαφήνειας, να αναδιατυπωθεί η λέξη «προστίθεται».
18. Επί του άρθρου 87
Διά του άρθρου 87 προστίθεται περ. ε) στην παρ. 2 του άρθρου 217 του ν. 4957/2022, κατά την οποία η Επιτροπή Δεοντολογίας «[κ]αταρτίζει τον "Κανονισμό Σύγκρουσης Συμφερόντων και Πρωτοκόλλων Αντιμετώπισης Περιστατικών Απάτης και Διαφθοράς" σε συνεργασία με τον Συνήγορο του Φοιτητή του άρθρου 130, ο οποίος εγκρίνεται με απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης και ενσωματώνεται στον Εσωτερικό Κανονισμό του Ιδρύματος».
Παρατηρείται, συναφώς, ότι η κατάρτιση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, σύμφωνα με τα οριζόμε- να στα άρθρα 223 παρ. 1 και 435 παρ. 1 του ν. 4957/2022, πραγματοποιείται κατόπιν απόφασης της Συγκλήτου του Α.Ε.Ι. Ερωτάται κατά τούτο αν ο Κανονισμός Σύγκρουσης Συμφερόντων και Πρωτοκόλλων Αντιμετώπισης Περιστατικών Απάτης και Διαφθοράς θα έπρεπε ομοίως να εγκρίνεται κατόπιν απόφασης του ίδιου οργάνου αντί του προβλεπόμενου Συμβουλίου Διοίκησης, δεδομένου ότι ο ως άνω Κανονισμός ενσωματώνεται τελικώς στον Εσωτερικό Κανονισμό του Ιδρύματος.
19. Επί των άρθρων 92 και 93
Με τις εν λόγω διατάξεις ορίζεται, αφενός, ότι, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του Ανώτατου Συμβουλίου της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης να εισηγείται στον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού την κατανομή του ετήσιου συνολικού προϋπολογισμού επιχορηγήσεων στα Α.Ε.Ι., αυξάνεται, από 20% σε 30%, το ποσοστό του το οποίο κατανέμεται βάσει των δεικτών ποιότητας και επιτευγμάτων κάθε ιδρύματος (άρθρο 92), αφετέρου, ότι μειώνεται, από 80% σε 70%, το ποσοστό της τακτικής επιχορήγησης στα Α.Ε.Ι. το οποίο κατανέμεται βάσει «αντικειμενικών κριτηρίων και δεικτών» (όπως ο αριθμός των εγγεγραμμένων φοιτητών και η διάρκεια των προγραμμάτων σπουδών), και αυξάνεται, από 20% σε 30%, το ποσοστό της τακτικής επιχορήγησης το οποίο κατανέμεται βάσει «ενδεικτικών δεικτών ποιότητας και επιτευγμάτων» (όπως η ποιότητα και η αποτελεσματικό- τητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και η ερευνητική δραστηριότητα) (άρθρο 93).
Όπως προκύπτει, ιδίως, από την παράγραφο 1 εδάφ. β ́ («η ανάπτυξη και η προαγωγή τους [της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας] αποτελεί υποχρέωση του Κράτους») και την παράγραφο 5 εδάφ. β ́ («Τα ιδρύματα αυτά [που παρέχουν ανώτατη εκπαίδευση] τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους») του άρθρου 16 του Συντάγματος, «(...) η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, στην οποία στηρίζεται (...) η ανώτατη εκπαίδευση, εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία[,] και νοείται όχι μόνο ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού διδασκάλου ή ερευνητή αλλά και ως οργανωμένη δραστηριότητα, αναπτυσσόμενη σύμφωνα με κανόνες που θεσπίζει και με οικονομικά μέσα που παρέχει το κράτος, μέσα στα πλαίσια της οργανώσεως και λειτουργίας των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ως αυτοδιοικουμένων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Ο θεμελιώδης σκοπός και ο λόγος της λειτουργίας των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι η καλλιέργεια, η ανάπτυξη και η προαγωγή της επιστήμης και της έρευνας που προϋποθέτουν την ύπαρξη της αναγκαίας για το σκοπό αυτό υλικοτεχνικής υποδομής και τη διάθεση των απαραίτητων οικονομικών μέσων για την επιτέλεση του ερευνητικού του έργου. Χωρίς την υποδομή και τα μέσα αυτά δεν μπορεί να λειτουργήσει ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Έτσι μέσα στα πλαίσια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων πρέπει το Κράτος να εξασφαλίζει την αναγκαία υποδομή, να διαθέτει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα και να διασφαλίζει τις εν γένει προϋποθέσεις για την ακώλυτη άσκηση από τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ της διδακτικής και ερευνητικής τους δραστηριότητας, όπως ρητώς ορίζει το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος, καθιερώνοντας "δικαίωμα" των ΑΕΙ να ενισχύονται οικονομικά από το Κράτος» (ΣτΕ 4009/2000 7μ. nomos, βλ. και ΣτΕ Ολομ 1911/2022).
Υπό το φως των ανωτέρω, η κατ’ ελάχιστον κρατική οικονομική ενίσχυση των Α.Ε.Ι., η οποία φορά την κάλυψη, τουλάχιστον, των στοιχειωδών λειτουργικών αναγκών τους, όπως, ενδεικτικά, τη μισθοδοσία όλων των κατηγοριών προσωπικού και τις δαπάνες για θέρμανση, φωτισμό, ύδρευση κ.λπ. των κτηρίων, αλλά και τη φοιτητική μέριμνα, δεν δύναται να εξαρτάται από πρόσθετους όρους ή προϋποθέσεις.
20. Επί των άρθρων 94 και 199
Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 94 προστίθεται στα στοιχεία που καθορίζουν τη νομική φύση των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) το ότι αυτοί διαθέτουν ικανότητα διαδίκου. Με τις διατάξεις του άρθρου 199 εισάγονται μεταβατικές ρυθμίσεις που αφορούν τους Ε.Λ.Κ.Ε.
Κάθε Ε.Λ.Κ.Ε. αποτελεί «διακριτή οικονομική οντότητα» (άρθρο 229 παρ. 3 του ν. 4957/2022) ή, κατά τη διατύπωση της νομολογίας, αυτόνομη, απόλογιστικής και διαχειριστικής άποψης, υπηρεσία του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. (βλ. ΕλΣυν 2130/2017 nomos, ΕφΛαμ 180/2011 nomos), χωρίς αυτοτελή νομική προσωπικότητα, αλλά με ευρεία διοικητική, διαχειριστική και δημοσιονομική αυτοτέλεια, και αποτελεί χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας του Α.Ε.Ι., και, για τον λόγο αυτό, η διοίκηση και διαχείρισή του είναι ανεξάρτητες από εκείνες του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. (βλ. άρθρα 229 επ. του ν. 4957/2022, βλ., επίσης, ΕλΣυν 27/2010 Ολομ. nomos, ΕλΣυν 320/2005 IV Τμ. ΑρχΝ 2005, σελ. 717, γνμδ ΝΣΚ 354/2003, καθώς και Σ. Μαυρίδη, Δημόσιες συμβάσεις και Πανεπιστήμιο στο νέο θεσμικό πλαίσιο, 2014, σελ. 158-161, Φ. Χριστοδούλου, Νομική φύση και οικονομική δραστηριότης των ειδικών λογαριασμών επιστημονικής έρευνας των ΑΕΙ, ΝοΒ 1991, σελ. 730 επ.)
Δοθέντος ότι οι Ε.Λ.Κ.Ε. δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα, έχει εγερ- θεί το ερώτημα αν μπορούν να είναι διάδικοι σε δίκη. Στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, από το άρθρο 62 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος. Επομένως, διάδικος μπορεί να είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων που, χωρίς να είναι σωματεία, επιδιώκουν κάποιο σκοπό, όπως και εταιρείες που δεν έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ή σύνολο περιουσίας η οποία έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση ο- ρισμένου σκοπού, εφόσον όμως έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, κατά τους όρους του νόμου (βλ. ΟλΑΠ 25/2008 nomos). Οι Ε.Λ.Κ.Ε., στερούμενοι, εκ του νόμου, νομικής προσωπικότητας, έχει κριθεί ότι δεν έχουν ικανότητα διαδίκου (βλ. ΕφΔυτΜακ 34/2023 nomos, ΜΠρΠατρ 324/2022 nomos), στις δε σχετικές δίκες νομιμοποιείται το Α.Ε.Ι. στο οποίο υπάγονται (βλ. ΑΠ 1353/2018 ΧρΙΔ 2019, σελ. 413).
Στο πλαίσιο των δικών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είχε κριθεί, υπό το καθεστώς του προϊσχύοντος π.δ. 1225/1981 (σύμφωνα με το άρθρου 8 παρ. 2 του οποίου, «[ι]κανός να είναι διάδικος, είναι ο έχων την ικανότητα να είναι υποκείμενον δικαιωμάτων και υποχρεώσεων»), ότι «(...) ικανότητα διαδίκου, ως ανύπαρκτο πρόσωπο, δεν έχει οποιαδήποτε υπηρεσία ή οποιαδήποτε ομάδα περιουσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (...), εκτός αν με διάταξη νόμου ειδικώς της απονέμεται ικανότητα διαδίκου, αντίθετα, διαδικος που έχει την ικανότητα να εκκινεί δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο η υπηρεσία ή περιουσία ανήκει (πρβλ. ΕΣ 535, 550/2012, 1997/2006, 730/2011). Κατ’ ακολουθία τούτων, η άσκηση έφεσης για παροχή έννομης προστασίας ενώπιον του Ελεγκτικού Συ- νεδρίου από ή κατά νομικού μορφώματος, όπως η ομάδα περιουσίας, που είναι ανίκανο να έχει την ιδιότητα του διαδίκου [όπως οι Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας], καθιστά την έφεση άκυρη (...)» (ΕλΣυν 2130/2017 Τμ. Ι nomos). Υπό τον ισχύοντα ν. 4700/2020 (σύμφωνα με το άρθρου 27 παρ. 1 του οποίου, «[ι]κανότητα να είναι διάδικοι έχουν τα φυσικά και νομικά πρόσωπα»), το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει, κατ’ επανάληψιν, κρίνει ότι: «(...) Ει- δικ[ός] Λογαριασμ[ός] Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) του Πανεπιστημίου (...), καθόσον αυτός αποτελεί μεν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της πε- ριουσίας του ανωτέρω Πανεπιστημίου, στερείται όμως αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας, (...) [δεν] νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη» (ΕλΣυν 19/2021 σε Συμβ. – ΙΙ. Τμ. ΔιΔικ 2022, σελ. 162 επ., βλ., ενδεικτικά, και ΕλΣυν 214/2020 IV Τμ. nomos).
Διά της προτεινόμενης διάταξης θεραπεύεται η απουσία σαφούς ρύθμισης ως προς την ικανότητα των Ε.Λ.Κ.Ε. να είναι διάδικοι. Δεδομένου, όμως, ότι ενδέχεται να εκκρεμούν σχετικές δίκες, το εν λόγω ζήτημα χρήζει ρύθμισης και διά μεταβατικής διάταξης.
21. Επί του άρθρου 101
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 243 του ν. 4957/2022, το οποίο αφορά, ιδίως, τον τρόπο συγκρότησης και ορισμού των ομάδων έργου που εκπονούν έργα και προγράμματα υπό τη διαχείριση Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας, καθώς και το πλαίσιο απασχόλησής τους. Συγκεκριμένα, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, «Κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται έγκριση της ομάδας έργου από την Επιτροπή Ερευνών στην περίπτωση Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών».
Στην περίπτωση αυτή, χρήζει ρύθμισης η ειδική διαδικασία βάσει της οποίας επιλέγονται και ορίζονται τα μέλη της ομάδας έργου.
22. Επί του άρθρου 102
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 246 παρ. 3 του ν. 4957/2022, περί ανώτατου ορίου αποδοχών των μελών Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π και Ε.Τ.Ε.Π των Α.Ε.Ι. από τη συμμετοχή τους σε έργα ή προγράμματα των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας.
Διά της παραγράφου 2 του άρθρου 246 του ν. 4957/2022 έχει τεθεί ανώτατο όριο (και συγκεκριμένα το όριο αποδοχών της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015: «αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου») στις «πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές ή σύνταξη που καταβάλλονται προς τα μέλη Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π. και Ε.ΔΙ.Π. των Α.Ε.Ι.».
Σε αυτό «συμπεριλαμβάνονται πρόσθετες αμοιβές από τη συμμετοχή σε έργα/προγράμματα που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους, σύμφωνα με το άρθρο 230».
Η υπό τροποποίηση παράγραφος 3 του άρθρου 246 του ν. 4957/2022 ορίζει ότι του ως άνω ορίου εξαιρούνται οι αμοιβές «από τη συμμετοχή σε κάθε είδους προγράμματα των Ε.Λ.Κ.Ε. των Α.Ε.Ι. και των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α ́ 258), τα οποία χρηματοδοτούνται από διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους, σύμφωνα με το άρθρο 230». Με την προτεινόμενη ρύθμιση διευρύνεται η εξαίρεση, ώστε να καταλαμβάνει και τις αμοιβές από τη συμμετοχή σε προγράμματα των Ε.Λ.Κ.Ε. και των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 τα οποία χρηματοδοτούνται, όχι μόνον από διεθνείς ή ιδιωτικούς, αλλά και από εθνικούς πόρους. Κατά τον τρόπο αυτόν, μόνον οι αποδοχές από προγράμματα που χρηματοδοτούνται από ίδιους πόρους (βλ. άρθρο 230 παρ. 1 στοιχ. δ ́ του ν. 4957/2022) θα εμπίπτουν στο ανώτατο όριο αποδοχών της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015.
Δεδομένου, όμως, ότι το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 εισάγει, επίσης, εξαίρεση από το όριο αποδοχών που θέτει το πρώτο εδάφιο, στην οποία περιλαμβάνονται και «οι αμοιβές από (...) προγράμματα χρηματοδοτούμενα από διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων (...) και των Ε.Λ.Κ.Ε. των Α.Ε.Ι.», θα ήταν, εν προκειμένω, σκόπιμη η αντίστοιχη τροποποίηση και της εν λόγω διάταξης, προκειμένου να αποφευχθούν ερμηνευτικά ζητήματα.
Ερωτάται, εξ άλλου, πώς εφαρμόζονται οι ως άνω ρυθμίσεις στην ειδική περίπτωση κατά την οποία ένα πρόγραμμα συγχρηματοδοτείται τόσο από ίδιους όσο και από εθνικούς ή διεθνείς πόρους.
23. Επί του άρθρου 113
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 143 παρ. 6 του ν. 4957/2022, το οποίο αφορά τις προϋποθέσεις εκλογής και εξέλιξης των μελών του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.).
Παρατηρείται ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων που, εν προκειμένω, δεν τροποποιούνται, συγκαταλέγεται και η απαίτηση ο υποψήφιος να έχει συμπληρώσει, αναλόγως της βαθμίδας της προκηρυσσόμενης θέσης, από τρία (3) έως έξι (6) έτη εμπειρίας αυτοδύναμου διδακτικού έργου σε φορείς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή αλλοδαπής σε σχετικό πεδίο με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης. Από τον συνδυασμό της εν λόγω ρύθμισης(άρθρο 143 παρ. 6 του ν. 4957/2022) με το άρθρο 173 παρ. 9 στοιχ. ε) του ί- διου νόμου, προκύπτει ότι, αφ’ ης κατόχοι διδακτορικών διπλωμάτων που τυγχάνουν «υπάλληλοι με σχέση δημόσιου δικαίου ή Ιδιωτικού Δικαίου Αο- ρίστου Χρόνου σε φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014» (δηλαδή, σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, στα εκτός αυτής Ν.Π.Δ.Δ., και στις ε- κτός αυτής δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς του Κεφαλαίου Α ́ του ν. 3429/2005), δεν επιτρέπεται να απασχοληθούν ως εντεταλμένοι διδάσκο- ντες σε Α.Ε.Ι. και να παράσχουν αυτοδύναμο διδακτικό έργο, οι εν λόγω κα- τηγορίες διδακτόρων αποκλείονται από τη δυνατότητα να καταλάβουν θέ- σεις μελών Δ.Ε.Π.
Εν προκειμένω, ο απόλυτος, χωρίς εξαιρέσεις, και χωρίς όρους αποκλεισμός όλων όσοι ανήκουν στην ως άνω ευρεία αλλά και ανομοιογενή κατηγορία εργαζομένων από τη διεκδίκηση θέσης μέλους Δ.Ε.Π., και μάλιστα μολονότι αυτοί διαθέτουν, κατά τα λοιπά, τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσο ντα με τους υπόλοιπους, μη εξαιρουμένους, υποψηφίους για την πλήρωση των εν λόγω θέσεων, εγείρει, ενδεχομένως, ζήτημα τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.
24. Επί του άρθρου 114
Εν προκειμένω, χρησιμοποιείται ο όρος «επενδυτικοί άγγελοι». Για την ακριβέστερη απόδοση της σχετικής έννοιας του αγγλικού όρου «business angels», θα ήταν ενδεχομένως ενδεδειγμένη η χρήση του καθιερωμένου στην οικονομία όρου «επιχειρηματικοί άγγελοι» (πρβλ. και Ανακοίνωση της Επιτροπής, της 7.12.2011, με τίτλο Σχέδιο δράσης για τη βελτίωση της πρόσβασης των ΜΜΕ σε χρηματοδότηση, COM(2011) 870 τελικό, SEC(2011) 1527 τελικό).
25. Επί του άρθρου 116
Τροποποιείται, εν προκειμένω, το άρθρο 257 παρ. 1 του ν. 4957/2022, περί της υποχρέωσης των μελών Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π. και Ε.ΔΙ.Π. των Α.Ε.Ι. να καταβάλλουν προς τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας του Α.Ε.Ι. στο οποίο υπηρετούν, ποσοστό 7% επί του ετήσιου καθαρού εισοδήματός τους που προέρχεται από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Ειδικότερα, ορίζεται ότι, στην έννοια της επιχειρηματικής δραστηριότητας περιλαμβάνεται και η συμμετοχή των ως άνω κατηγοριών προσώπων σε «εταιρείες - τεχνοβλαστούς» (κεφαλαιουχικές εταιρείες τις οποίες τα ως άνω πρόσωπα δύνανται να ιδρύουν προς τον σκοπό της εμπορικής αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων και της γνώσης που παράγουν στο πλαίσιο της δραστηριότητάς τους στο Α.Ε.Ι. στο οποίο υπηρετούν).
Ως προς τα ζητήματα συνταγματικότητας της εν λόγω ρύθμισης, η οποία αποδίδει υποχρέωση των μελών Δ.Ε.Π. που θεσπίσθηκε αρχικά με παρεμφερές περιεχόμενο διά του ν. 2530/1997 (άρθρα 1 και 2), τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, διά του ν. 2817/2000 (άρθρο 15) και, στη συνέχεια, θεσπίσθηκε εκ νέου διά του ν. 4009/2011 (άρθρο 59) και τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, διά των ν. 4283/2014 (άρθρο 18), 4386/2016 (άρθρο 24), και 4821/2021 (άρθρο 113), και θεσπίσθηκε εκ νέου διά του ν. 4957/2022 (άρθρο 257), το Συμβού- λιο της Επικρατείας έκρινε τα εξής: «(...) οι επίμαχες επιβαρύνσεις δεν έχουν φορολογικό χαρακτήρα, καθόσον τα παρακρατούμενα ποσά διατίθενται υπέρ των οικείων ιδρυμάτων για την κάλυψη δαπανών, απαραίτητων για τις ανάγκες έργων (εκπαιδευτικών, επιμορφωτικών κ.α.) και την παροχή υπηρεσιών (επιστημονικών, τεχνολογικών κ.α.), που συμβάλλουν στη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή, τα οποία εκτελού- νται ή παρέχονται και από το επιστημονικό προσωπικό των Α.Ε.Ι. Οι τελευταίοι είναι, ενόψει αυτού, οι τελικοί αποδέκτες των παρακρατούμενων ποσών, τα οποία συμβάλλουν στην εξασφάλιση των υλικών προϋποθέσεων αξιοπρεπούς ασκήσεως του πανεπιστημιακού τους έργου και απολαμβάνουν δυνατότητες παροχής εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου εντός του Πανεπιστημίου (εγκαταστάσεις, ερευνητικό εξοπλισμό, πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες), ενώ παράλληλα μπορούν να ασκούν και ελευθέριο επάγγελμα, να επαυξά- νουν δε την ιδιωτική τους πελατεία λόγω του αυξημένου κύρους που τους προσδίδει η θέση τους και η εν γένει απασχόλησή τους στο Πανεπιστήμιο (...)» (ΣτΕ Ολομ 2089/2015 ΕφΔΔ 2015, σελ. 596-599, σκέψη 9).
Στην εν λόγω απόφαση υποστηρίχθηκε από σημαντική μειοψηφία (δέκα δικαστών) η αντίθετη άποψη, ότι «οι επίμαχες κρατήσεις έχουν τον χαρακτήρα φόρου διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις της υπ’ αριθ. 679/22.8.1996 κοινής υπουργικής απόφασης, διατίθενται για τη χρηματοδότηση έργων και υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται από το επιστημονικό προσωπικό των Α.Ε.Ι. ή και με τη συνεργασία άλλων ειδικών επιστημόνων και συμβάλλουν στη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή, αξιοποιούνται, δηλαδή, για την εξυπηρέτηση γενικών σκοπών κρατικού ενδιαφέροντος και υπηρετούν δραστηριότητες οι οποίες δεν αποτελούν αντάλλαγμα κάποιας ιδιαίτερης υπηρεσίας που παρέχεται στα βαρυ- νόμενα με την καταβολή τους μέλη Δ.Ε.Π., αλλά δύνανται, από τη φύση τους, να ωφελήσουν αόριστο κύκλο προσώπων (πρβλ. ΣτΕ 1620/2012 Ολομ., 3293/2005 Ολομ.). Το κύρος, εξάλλου, των πανεπιστημιακών λειτουργών και η εξ αυτού άντληση πρόσθετης πελατείας, οφείλεται πρωτίστως στην προσωπική τους αξία, η δε χρήση των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών και λοιπών εγκαταστάσεων δεν αποτελεί ειδική αντιπαροχή προς αυτούς, διότι και αν γίνει ακόμη δεκτό ότι ωφελούνται από την αξιοποίηση των επίμαχων κρατήσεων με την εν γένει βελτίωση των συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους, ένα τόσο έμμεσο όφελος, όμοιο προς την εν γένει προσ- δοκώμενη βελτίωση των συνθηκών παροχής κάθε δημόσιας υπηρεσίας μέσω της κατάλληλης αξιοποίησης των δημόσιων πόρων με τους οποίους χρηματοδοτείται, δεν συνιστά την απαιτούμενη κατά τη νομολογία (βλ. ΣτΕ 875/2013 Ολομ.) άμεση και ειδική αντιπαροχή ώστε να αναιρείται ο χαρακτήρας των σχετικών επιβαρύνσεων ως φορολογικών» (ΣτΕ Ολομ 2089/2015 όπ. π., σκέψη 9, γνώμη της μειοψηφίας).
Κρίθηκε, επίσης, ότι «η επιβολή παρακράτησης (...) τίθεται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια και εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό», και ότι «(...) η επιβολή παρακράτησης σε αμοιβές για υπηρεσίες που τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης παρέχουν στα πλαίσια επιτρεπόμενης εξωπανεπιστημιακής δραστηριότητας ως ελεύθεροι επαγγελματίες αποτελεί περιορισμό που α- πορρέει από την ένταξη του ελεύθερου επαγγελματία στο διδακτικό προσω- πικό πλήρους απασχόλησης των Α.Ε.Ι. και δεν θίγει τον πυρήνα της επαγγελματικής ελευθερίας (...)» (ΣτΕ Ολομ 2089/2015 όπ. π., σκέψη 14). Περαιτέρω, ότι «[ε]νόψει των ανωτέρω, η διαφορετική νομοθετική μεταχείριση των επίμαχων αμοιβών των αιτούντων δημοσίων λειτουργών εν σχέσει προς τους ασκούντες το ίδιο με αυτούς ελευθέριο επάγγελμα, όπως και ο καθορισμός του ύψους των επίδικων επιβαρύνσεων ανάλογα με το είδος της βαρυνόμενης αμοιβής, δεν παραβιάζει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, το ο- ποίο κατοχυρώνει την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και υπό την έννοια της διαφορετικής μεταχείρισης προσώπων που δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες (αναλογική ισότητα)» (ΣτΕ Ολομ 2089/2015 όπ. π., σκέψη 15, βλ. και τις ΣτΕ Ολομ 2148,2150/2015, ΣτΕ Ολομ 2090/2015, ΣτΕ Ολομ 3299/2014 Αρμ 2015, σελ. 311-317 με παρατηρήσεις Α. Καϊδατζή).
Πέραν των ως άνω συνταγματικών ζητημάτων που είχαν απασχολήσει το Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. τη σχετική προβληματική και σε Σ. Ψυχομάνη, Το καθεστώς της «δεκάτης» σε βάρος μελών ΔΕΠ ελληνικών ΑΕΙ που ασκούν, παράλληλα, ελεύθερο επάγγελμα, ΕλλΔνη 2019, σελ. 1270-1278, Σπ. Βλαχόπουλο,
Η συνταγματικότητα της υποχρέωσης των μελών ΔΕΠ να αποδίδουν το 30% των αμοιβών από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος στο οικείο ΑΕΙ, Δίκη 2013, σελ. 441 επ.), προβληματισμός ετέθη από τη θεωρία ως προς τον ενδεχόμενο χαρακτήρα της εισφοράς υπέρ των Ε.Λ.Κ.Ε., ως κρατικής ενίσχυσης, κατά την έννοια του δικαίου της ΕΕ. Συγκεκριμένα, υποστηρίχθηκε ότι η εν θέματι εισφορά συνιστά κρατική ενίσχυση, δοθέντος ότι τελεί υπό δημόσιο έλεγχο και εισπράττεται βάσει κανόνων για την εί- σπραξη δημοσίων εσόδων, και ότι, μέσω αυτής, παρέχεται επιλεκτικό αντα- γωνιστικό πλεονέκτημα στο οικείο Α.Ε.Ι., διά της ενίσχυσης αμιγώς οικονομικών-ανταγωνιστικών δραστηριοτήτων (λ.χ., αμειβομένων ερευνητικών προγραμμάτων) που παρέχονται έναντι ανταλλάγματος. Κατά συνέπεια, η επιβολή της εισφοράς, νοθεύουσα τον ανταγωνισμό, εμπίπτει στην απαγόρευση και τους ειδικούς όρους των άρθρων 107 παρ. 1 και 108 παρ. 3 της ΣλΕΕ (βλ. Γ. Καρύδη, Η εισφορά υπέρ ΕΛΚΕ των Α.Ε.Ι. των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης επί των εισοδημάτων τους από ελευθέριο επάγγελμα-επιχειρηματική δραστηριότητα, υπό το φως των περί κρατικών ενισχύσεων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, ΔίκΕπΕτ 2017, σελ. 288-299). Επ’ αυτού, το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε ότι «[κ]ατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης και, ειδικότερα, η απαγόρευση του άρθρου 107 παρ. 1 ΣλΕΕ αφορούν τις δραστηριότητες των "επιχειρήσεων". Τα ΑΕΙ δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα αλλά οι σκοποί τους όπως προβλέπονται από το Σύνταγμα (άρθρο 16 Συντ.) και τις διατάξεις του διέπουν την λειτουργία τους (βλ. άρθρο 1 και 4 ν. 4485/2017) αποβλέπουν στην προαγωγή της επιστημονικής έρευνας και του ερευνητικού και εν γένει εκπαιδευτικού έργου και άρα δεν εμπίπτουν στην έννοια της "επιχείρησης". Οι διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 1 ΣλΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα ΑΕΙ» (βλ. δελτίο τύπου ΣτΕ για τις ΣτΕ 2350- 2363/2023 7μ., αδημοσίευτες στον νομικό τύπο).
26. Επί των άρθρων 117 και 118
Τα εν λόγω άρθρα ρυθμίζουν ζητήματα των Εταιρειών Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας των Α.Ε.Ι. Συγκεκριμένα, ρυθμίζουν, αντίστοιχα, τη δυνατότητα του Συμβουλίου Διοίκησης να συνάπτει προγραμματική σύμβαση με την Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας για την αξιοποί- ηση της διανοητικής ιδιοκτησίας, και τη δυνατότητα των Εταιρειών Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας να συμμετέχουν σε Αμοιβαία Κεφάλαια Επιχειρηματικών Συμμετοχών Κλειστού Τύπου του άρθρου 7 του ν. 2992/2002 (Α ́ 54), μέσω των οποίων θα χρηματοδοτούνται Εταιρείες-Τεχνοβλαστοί του Πανεπιστημίου.
Εν όψει του ως άνω περιεχομένου τους, τα εν λόγω άρθρα ενδείκνυται να τεθούν υπό το Κεφάλαιο ΚΑ ́ του Μέρους Γ ́ του νομοσχεδίου, υπό τον τίτλο «Εταιρείες Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων», δοθέντος, μάλιστα, ότι οι αντίστοιχες υπό τροποποίηση διατάξεις του ν. 4957/2022 (άρθρα 262 και 261, αντίστοιχα) εντάσσονται στο αυτό Κεφάλαιο που ρυθμίζει ζητήματα των εν θέματι Εταιρειών (Κεφάλαιο ΚΗ ́ του Μέρους Α ́ του ν. 4957/2022 υπό τον τίτλο «Εταιρείες Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ι- δρυμάτων»).
27. Επί του άρθρου 120
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 269 του ν. 4957/2022 περί του Διοικητικού Συμβουλίου του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου. Μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι δικαίωμα συμμετοχής στο Διοικητικό Συμβούλιο έχουν και οι ομότιμοι όπως και οι αφυπηρετήσαντες καθηγητές.
Επισημαίνεται ότι, υπό το φως του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος, η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, η οποία αποτελεί τμήμα της επιστημονικής ελευθερίας, «εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία και νοείται όχι μόνο ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, αλλά και ως θεσμική εγγύηση, ως οργανωμένη δηλαδή δραστηριότητα, αναπτυσσόμενη, σύμφωνα με κανόνες που θεσπίζει και με μέσα που παρέχει το κράτος, μέσα στο πλαίσιο της λειτουργίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (πρβλ. ΣτΕ 41/2013 Ολομ. σκ. 9, 2786- 2798/1984 Ολομ., 982/2012 σκ. 15, 2303/2011 7μ. σκ. 5, 338/2011 7μ. σκ. 8, 1672/2009 σκ. 9, 411/2008 7μ. σκ. 9)» (ΣτΕ Ολομ. 1911/2022 nomos, σκέψη 11). Τα μέλη Δ.Ε.Π. αναγνωρίζονται, ενόψει της αποστολής τους ως ακαδη- μαϊκών διδασκάλων και ερευνητών, αλλά και των συνθηκών υπό τις οποίες ασκούν τα διδακτικά και ερευνητικά τους καθήκοντα, ευθέως από το Σύ- νταγμα, ως δημόσιοι λειτουργοί, τελούντες υπό ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς εγγυώμενο την προσωπική και λειτουργική τους ανεξαρτησία (πρβλ. ΣτΕ 41/2013 Ολομ. σκ. 9, 2786-2798/1984 Ολομ., 3201/2013 σκ. 5, 3764/2012 σκ. 4, 2303/2011 7μ. σκ. 5, 338/2011 7μ. σκ. 8, 2522/2009 σκ. 5, 1672/2009 σκ. 9, 515/2008 σκ. 6, 411/2008 7μ. σκ. 9, 246/2006 σκ. 7, 56/2005 σκ. 7, 1234/2003 σκ. 7, 2460/2002 σκ. 7, 3478/2001 σκ. 8 κ.ά.) (...)» (ΣτΕ Ο- λομ. 1911/2022 όπ. π.). Η ελευθερία της διδασκαλίας περιλαμβάνει τόσο την ελευθερία του διδάσκειν, όσο και την ελευθερία του διδάσκεσθαι (βλ. και ΝΣΚ 46/2023), όπως και κάθε επιστημονική δραστηριότητα που άγει σε με- θοδική, κριτική και ειλικρινή προσπάθεια παραγωγής νέων γνώσεων (βλ. Δ. Σαραφιάνο, Ερμηνεία επί του άρ. 16, σε ΕρμΣυντ, Σπυρόπουλος/ Κοντιάδης/ Ανθόπουλος/ Γεραπετρίτης (επιστ. επιμ.), 2017, σελ. 380 επ.), συνεπώς, κα- ταλαμβάνει και τη λειτουργία των Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτού- των (Ε.Π.Ι.), ως ερευνητικών φορέων των Α.Ε.Ι.
Από τις διατάξεις, εξ άλλου, του ν. 4957/2022 (βλ. άρθρο 170, και όπως προτείνεται να τροποποιηθεί), προκύπτει ότι, στα αποχωρήσαντα της ενερ- γού υπηρεσίας μέλη Δ.Ε.Π., παρέχεται η δυνατότητα να προσφέρουν διδακτικό, επιστημονικό, ερευνητικό και διοικητικό έργο.
Υπό το φως των ανωτέρω, το εν λόγω έργο εντάσσεται στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 16 του Συντάγματος, οι δε ανωτέρω δυνατότητες που παρέχονται νομοθετικά στους ομότιμους και τους αφυπηρετήσαντες καθηγητές αποτελούν συγχρόνως και σχετικό (ατομικό) δικαίωμά τους (πρβλ. και γνμδ ΝΣΚ 113/2023 και γνμδ ΝΣΚ 46/2023, βλ., επίσης, Ν. Κλαμαρή, Πανεπιστημιακά, Ακαδημαϊ- κά/διδακτικά δικαιώματα και αρμοδιότητες των Ομότιμων Καθηγητών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ε.Δ.Δ.Δ.Δ. 2015, σελ. 1001).
28. Επί του άρθρου 123
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 293 του ν. 4957/2022, ως εξής: «1. Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής δύνανται να ιδρύουν από κοινού αστική μη κερδοσκοπική Εταιρεία (...). Ο σκοπός της Εταιρείας της παρ. 1 δεν αντίκειται ή υποκαθιστά την αποστολή (...)». Ο διαζευκτικός σύνδεσμος «ή» είναι δόκιμο να αντικατασταθεί από τον αποφατικό συμπλεκτικό σύνδεσμο «ούτε».
29. Επί του άρθρου 125
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 298 του ν. 4957/2022. Μεταξύ άλλων, καταργείται η αρμοδιότητα του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.) να «δημοσιεύει» το Εθνικό Μητρώο Αξιολογητών του άρθρου 303 του ίδιου νόμου (βλ. άρθρο 298 παρ. 2 στοιχ. 3 του ν. 4957/2022, όπως προτείνεται να τροποποιηθεί).
Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 303 παρ. 6 του ν. 4957/2022, «[ο]ι πράξεις που αφορούν στην επιλογή, τον ορισμό, τις μετακινήσεις εκτός έδρας και την αποζημίωση των αξιολογητών αναρτώνται στο Πρόγραμμα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» μετά τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση των αξιολογήσεων, ανά τρίμηνο». Δεδομένου ότι ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. δεν θα διαθέτει στο εξής αρμοδιότητα για τη «δημοσίευση» του εν λόγω Μητρώου, ερωτάται, αφενός, πώς θα εκκινεί η διαδικασία ανάρτησης των ως άνω πράξεων στο Πρόγραμμα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ», αφετέρου, αν η εν λόγω ανάρτηση θα αποτελεί τον μοναδικό τρόπο δημοσίευσης των στοιχείων του Εθνικού Μητρώο Αξιολογητών.
30. Επί του άρθρου 126
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 299 του ν. 4957/2022. Μεταξύ άλλων, προστίθεται ορισμός, ως εξής: «ιδ) «Περίοδος σπουδών» είναι η οποιαδήποτε συνιστώσα ενός προγράμματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που έχει αξιολογηθεί και τεκμηριωθεί και, αν και δεν είναι ένα πλήρες πρόγραμμα σπουδών από μόνο του, εν τούτοις αντιπροσωπεύει μια σημαντική απόκτηση γνώσεων ή δεξιοτήτων».
Παρατηρείται, εν προκειμένω, ότι η φράση «σημαντική απόκτηση» γνώσεων ή δεξιοτήτων θα μπορούσε να διευκρινισθεί διά της εισαγωγής κριτηρίων που να οριοθετούν με σαφήνεια το νόημά της.
31. Επί του άρθρου 127 παρ. 1
Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται το άρθρο 301 παρ. 4 του ν. 4957/2022. Μεταξύ άλλων, καταργείται η δυνατότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. να εντάσσεται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης στο Α.Ε.Ι. στο οποίο υπηρετεί, και, συνεπώς, τίθεται αυτοδ καίως σε αναστολή καθηκόντων.
Το ζήτημα χρήζει, ενδεχομένως, μεταβατικής ρύθμισης για την τρέχουσα θητεία του.
32. Επί του άρθρου 162
Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 232 του ν. 4823/2021, όπως προτείνεται να προστεθεί, «[η] σειρά προκήρυξης των θέσεων των στελεχών εκπαίδευσης του πρώτου εδαφίου μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες που υπάρχουν κάθε φορά».
Η εν λόγω διάταξη χρήζει, θα μπορούσε να διευκρινισθεί ως προς το είδος και τα χαρακτηριστικά των «υπηρεσιακών αναγκών» οι οποίες δύνανται να δικαιολογούν την τροποποίηση της σειράς των προκηρυσσόμενων θέσεων.
33. Επί του άρθρου 177 παρ. 6 και παρ. 8
α. Η παράγραφος 6 παραπέμπει, εκ παραδρομής, στην «παρ. 1 του άρθρου 30», αντί στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου.
@Ξεκάθαρος
Ομοίως, παρακαλώ την κυβέρνηση να φέρει ανάλογα νομοσχέδια με διαφορετικές ερμηνείες του Συντάγματος.... για την υποχρέωση φορολογικής δήλωσης, την υποχρεωτική στράτευση, την τήρηση του Κ.Ο.Κ., την εφαρμογή των κανόνων δόμησης, τα εργασιακά-ασφαλιστικά-συνταξιοδοτικά δικαιώματα, και τέλος ενός νόμου για την επιβράβευση της αριστείας (ως διεργασία και όχι ως κατάσταση) με το συμβολικό ποσό του 1εκατ. ευρώ....